Τόσο η δαιµονοποίηση όσο και οι ενθουσιώδεις έπαινοι για τη Συµφωνία των
Πρεσπών είναι υπερβολικές.
Του ΔΗΜΗΤΡΗ Κ. ΚΑΤΣΟΥΔΑ*
Θεωρώ υποχρέωσή µου, που πηγάζει τόσο από την πολυετή µου ενασχόληση µε την
ιστορία του θέµατος, όσο και από την ιδιότητά µου ως γενικού γραµµατέα
Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών (2007-2009) που ασχολήθηκε
ενεργώς µε το θέµα, να καταθέσω µία πρώτη, ατελή ασφαλώς, γνώµη για την
πρόσφατη συµφωνία επίλυσης των διαφορών Ελλάδος και ΠΓΔΜ.
Είχα και προσωπικώς ασχοληθεί µε το αντικείµενο στο πλαίσιο των καθηκόντων
µου: για παράδειγµα είχα την ευθύνη επί τρία συναπτά έτη τροποποίησης των
Εκθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ΠΓΔΜ, κάτι που πιστεύω έκανα
αποτελεσµατικά προς όφελος της Ελλάδος.
Μετέβην επίσης σε ειδική αποστολή
στην Ουάσιγκτον, τον Ιανουάριο του 2008, όπου, θέλω να πιστεύω, προλείανα
σηµαντικά το έδαφος και εγώ για την αποδοχή, έπειτα από λίγους µήνες, των
θέσεων της Ελλάδος κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι.
Η γενική µου εντύπωση από την προσεκτική ανάγνωση της συµφωνίας είναι θετική
µεν ως προς σειρά σηµείων, ιδίως ως προς την περιγραφή άρσης δραστηριοτήτων
αλυτρωτισµού και επίσης θετική στο δεύτερο µέρος, όπου προβλέπονται πολλαπλοί
τρόποι ενίσχυσης της διακρατικής συνεργασίας.
Θεωρώ όµως –και είναι προσωπική µου άποψη αυτή– ότι ο γεωγραφικός
προσδιορισµός του ονόµατος δεν είναι η καταλληλότερη επιλογή, καθώς σειρά
οµοεθνών πληθυσµών χωρίζονται ή χωρίζονταν σε δύο κράτη ή περιοχές µε
γεωγραφικούς προσδιορισµούς (Βόρεια – Νότια Κορέα, Βόρεια – Νότια Οσετία,
Βόρεια – Νότια Ηπειρος, παλαιότερα Βόρειο – Νότιο Βιετνάµ, Βόρεια – Νότια Υεµένη
κ.ο.κ.).
Ολες δε αυτές οι περιοχές είναι, ή υπήρξαν, ως γνωστόν, εστίες διαφωνιών
ή συγκρούσεων. Αλλά εφόσον από το 2008 ο γεωγραφικός προσδιορισµός ήταν
διακοµµατική απόφαση της Βουλής των Ελλήνων (πλην ΛΑΟΣ) δεν θα επιµείνω σε
αυτό ελπίζοντας ότι δεν θα καταστεί αιτία σοβαρών προβληµάτων.
Θεωρώ, όµως, άκρως προβληµατική και, να µου επιτρέψετε να πω, εντελώς
αδικαιολόγητη, τη µη προσαρµογή της ιθαγένειας σε βορειοµακεδονική (North
Macedonian) και, αντίθετα, την επιλογή του όρου που υπήρξε το µήλον της έριδος:
«µακεδονική».
Επιπλέον, η «µακεδονική» ιθαγένεια ως όρος περιορίζει την
ευρύτητα του erga omnes που η συµφωνία προβλέπει ως προς το όνοµα.
Σηµειώνω πως οι αντιρρήσεις µου δεν επεκτείνονται, όπως άλλων, στη χρήση του
όρου «µακεδονική» για τη γλώσσα, καθώς στη Μακεδονία οµιλείται µόνον η
ελληνική και διευκρινίζεται στη συµφωνία ότι η «µακεδονική» ανήκει στις νότιες
σλαβικές γλώσσες.
Αλλωστε, η γλώσσα αυτή πήρε ιστορικά το συγκεκριµένο
προσωνύµιο απλώς από τη χρήση της µόνο στον ευρύτερο χώρο της οθωµανικής
Μακεδονίας. Ωστόσο, προτιµότερος θα ήταν ο όρος σλαβοµακεδονική (ή έστω,
αµετάφραστο, το makedonski).
Το θέµα λοιπόν της ταυτότητας και της γλώσσας
που η συµφωνία επιτρέπει να χαρακτηρίζονται απλώς «µακεδονικές» έχει
δικαιολογηµένα, κατά τη γνώµη µου, προκαλέσει (υπερβολική πάντως) ανησυχία
τόσο σε πολιτικά κόµµατα όσο και κυρίως στον ελληνικό λαό.
Εφόσον η συµφωνία, ιδίως στο δεύτερο µέρος αυτής, ασχολείται ενδελεχώς,
πράγµα θετικό, µε την παράθεση πολλαπλών τρόπων διακρατικής συνεργασίας σε
πλείστους τοµείς, κατάπληξη προκαλούν οι πρόνοιες και οι µακρές µεταβατικές
περίοδοι για την εφαρµογή των προβλεποµένων στο άρθρο 1, παράγραφος 3θ΄
σχετικά µε την προσαρµογή εµπορικών ονοµασιών, εµπορικών σηµάτων και
επωνυµιών.
Εδώ θα ήταν αναγκαίες άκρως συγκεκριµένες και πρακτικές λύσεις, ιδιαιτέρως δε
πολύ συντοµότερες µεταβατικές περίοδοι εφαρµογής µη υπερβαίνουσες το ένα
έτος. Ηδη, ο εµπορικός κόσµος της Θεσσαλονίκης και της υπόλοιπης Μακεδονίας
δικαίως διαµαρτύρεται, προβλέποντας τα επερχόµενα προβλήµατα.
Γι’ αυτό, ανεξαρτήτως των προνοιών της συµφωνίας, θα πρότεινα, καίτοι αναρµόδιος για τα
εµπορικά θέµατα, την ανεύρεση λύσεων στα ανωτέρω πρόβληµα το συντοµότερο
δυνατόν παρά την τριετή µεταβατική περίοδο που προβλέπει η συµφωνία.
Ενα άλλο σηµαντικό αρνητικό της συµφωνίας είναι ότι δεν επιδιώχθηκε κάποιας
µορφής τριτεγγύηση είτε από την Ε.Ε. είτε από το ΝΑΤΟ, δεδοµένης της
φηµολογούµενης ανάµειξής τους στην επίτευξη της συµφωνίας, ώστε να µην είναι
δυνατή η υπαναχώρηση των Σκοπίων σε περίπτωση ένταξης της ΠΓΔΜ στους
θεσµούς αυτούς.
Εντούτοις, πρακτικώς, µια τέτοια υπαναχώρηση δεν είναι
εξαιρετικά πιθανή. Κατ’ αρχάς η µακρά ενταξιακή διαδικασία στην Ε.Ε. και το
σταδιακό άνοιγµα κεφαλαίων δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα σε βάθος χρόνου να
ελέγχει εάν τηρείται η συµφωνία ή όχι και, επιτέλους, να αρνηθεί τότε την ένταξη
της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε. αν η συµφωνία παραβιάζεται. Η διαδικασία αυτή είναι πολυετής
και στο µεταξύ οι πρόνοιες της συµφωνίας θα έχουν πιστεύω παγιωθεί στη
συνείδηση του πληθυσµού της χώρας αυτής.
Τούτων λεχθέντων, δεν είναι και λίγα τα θετικά σηµεία της συµφωνίας για όποιον
κάνει τον κόπο να τη διαβάσει. Εν πρώτοις, και µόνο το γεγονός ότι ένα κράτος
αλλάζει τη συνταγµατική του ονοµασία (καθώς και το ίδιο σύνταγµά του), για
πρώτη φορά στην παγκόσµια ιστορία, για να λύσει ένα ζήτηµα µε ένα όµορο
κράτος, είναι ένα σηµαντικότατο βήµα.
Αλλά τα θετικά δεν περιορίζονται εκεί. Κατ’
αρχάς, αναφέρεται ρητά στο προοίµιο της συµφωνίας ότι το υφιστάµενο σύνορο
µεταξύ των δύο κρατών είναι διεθνές, πάγιο και διαρκές και είναι απαραβίαστο.
Θεωρώ επίσης σηµαντικό το γεγονός ότι εξαλείφεται τελείως ο όρος «Δηµοκρατία
της Μακεδονίας» τόσο σε διεθνές όσο και σε διακρατικό επίπεδο. Ας µην ξεχνάµε
ότι οι περισσότερες χώρες, συµπεριλαµβανοµένων όλων των ισχυροτέρων,
αναγνωρίζουν σήµερα ως «Μακεδονία» τη γείτονα χώρα. Ας είµαστε ειλικρινείς: το
όνοµα της Μακεδονίας είχε υφαρπαγεί.
Οι πάντες χρησιµοποιούσαν το όνοµα αυτό για το γειτονικό κράτος. Με τη
συµφωνία, όσο επώδυνη και να είναι για εµάς η χρήση του ως σύνθετου,
πρακτικώς το όνοµα επιστρέφει στην Ελλάδα, µαζί µε την ιστορία και τον πολιτισµό
του που επίσης είχε επιχειρηθεί να υφαρπαγούν από τη γείτονα.
Και µόνο αυτό είναι τόσο κεφαλαιώδους σηµασίας που η επίγνωσή του –και µόνον αυτή– θα
καταστούσε επιθυµητή την ανά χείρας συµφωνία παρά τα σοβαρά µειονεκτήµατα τα
οποία ανέφερα. Σηµαντική είναι και η υποχρεωτική αποµάκρυνση κάθε λογής
συµβόλων που αναφέρονται στον µακεδονικό ελληνικό πολιτισµό, καθώς και η
αλλαγή σε σχολικά βιβλία και στην εν γένει ιστορική αφήγηση, που οδηγεί στη
δηµιουργία νέων γενεών µη εθισµένων στη χρήση τέτοιων παραποιήσεων.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται και η σηµασία του 2ου µέρους της συµφωνίας που
δηµιουργεί µια στρατηγική συνεργατική σχέση µεταξύ Ελλάδος και ΠΓΔΜ. Χωρίς να
επιδεικνύω σοβινισµό, υπογραµµίζω ότι συνήθως σε περιπτώσεις τέτοιων
στρατηγικής φύσεως συνεργασιών το de facto κυρίως επωφελούµενο µέρος είναι
το ισχυρότερο, στην προκειµένη περίπτωση η Ελλάς.
Η επίκληση της ανωτέρω συνεργασίας δεν είναι µάλιστα αορίστου µορφής, αλλά δηµιουργούνται όργανα και
θεσµοί προώθησης και συντονισµού της, όπως η πρόβλεψη κατάρτισης
συγκεκριµένου σχεδίου δράσης και η θέσπιση ενός Ανωτάτου Συµβουλίου
Συνεργασίας, επικεφαλής του οποίου τίθενται οι δύο πρωθυπουργοί.
Η συνεργασία επεκτείνεται σε πλήθος τοµέων τους οποίους παρέλκει να
αναφέρουµε εδώ. Προβλέπεται δε η δηµιουργία µιας κοινής υπουργικής επιτροπής
που θα συντονίζει το επιτελούµενο έργο.
Θεωρώ σηµαντική επίσης την εµβάθυνση της αστυνοµικής συνεργασίας και τη
στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας (άρθρο 16). Το άρθρο
αυτό είναι σηµαντικότερο απ’ ό,τι φαίνεται, αν θυµηθούµε τα µείζονα προβλήµατα
που δηµιουργήθηκαν κατά την περίοδο της όξυνσης της προσφυγικής κρίσης στα
σύνορα µε την ΠΓΔΜ.
Σηµειώνω µε ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι το άρθρο 17, που
προβλέπει την περαιτέρω αµυντική συνεργασία µεταξύ των δύο κρατών, αποτελεί
ένα θετικό βήµα, δεδοµένης της έως τώρα εκµετάλλευσης της κρίσης µεταξύ
Ελλάδος και ΠΓΔΜ από την Τουρκία, ώστε η τελευταία να διεισδύσει στρατιωτικώς
στη βόρειο γείτονα.
Από τα ανωτέρω συνάγεται πιστεύω ότι τόσο η δαιµονοποίηση όσο και οι
ενθουσιώδεις έπαινοι για τη συµφωνία Αθηνών – Σκοπίων είναι υπερβολικές. Η εν
λόγω συµφωνία έχει σηµαντικές παραλείψεις τόσο αναφορικά µε το ίδιο το όνοµα
(προσωπική µου γνώµη) όσο και στον τοµέα περιγραφής της ιθαγένειας, της
γλώσσας κ.λπ.
Περιέχει εντούτοις τα βασικά ζητούµενα αλλαγής ονόµατος,
συντάγµατος και την εγκατάλειψη του αλυτρωτισµού. Τέλος, θετικό είναι ότι
εγκαινιάζει µία πολύπλευρη στρατηγική συνεργασία µε τη γείτονα χώρα.
*Πρώην γ.γ. Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ΥΠΕΞ (2007-2009) και παλαιότερα
πολιτικός σύµβουλος (1987-1991) του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.


