Το «μπλέξιμο» με τις γενιές… Του Κώστα Πάντζιου

184

Η αιφνίδια αντικατάσταση του κ. Ανδρέα Λοβέρδου με τους κ.κ. Κ. Σκανδαλίδη και Γιάννη Κατρίνη, στη θέση των Κοινοβουλευτικών Εκπροσώ-πων του ΚΙΝΑΛ, φέρνει ξανά στην επικαιρότητα τη συζήτηση για τις εξελίξεις στη σύγκρουση μικρών και μεγάλων κομμάτων στο χώρο του Κέντρου. Από τότε που υπάρχουν εντελώς ελεύθερες εκλογές στην Ελλάδα, δηλαδή από το 1974, υπάρχει μία αμετακίνητη βεβαιότητα. Και αυτή είναι το ότι τις εκλογές τις κερδίζει εκείνο το κόμμα –από τα δύο μεγάλα εννοείται– το οποίο κέρδισε τη μάχη του Κέντρου.

Είναι δε εξίσου αποδεδειγμένο, ότι το ίδιο έχει συμβεί και συμβαίνει και τώρα ότι η αλήθεια αυτή ισχύει, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Το 1981 π.χ., ο Ανδρέας Παπανδρέου με το ΠΑΣΟΚ, είχε κυριαρχήσει στο Κέντρο και κέρδισε τις εκλογές με 48%, ενώ επίσης, το 2015, που σημειώθηκε η δεύτερη μεταπολίτευση, ο κ. Αλέξης Τσίπρας βγήκε πρώτο κόμμα με 8 μονάδες διαφορά από τη Ν.Δ., αφού εν τω μεταξύ σε τρία χρόνια και σε τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, το ποσοστό του κόμματός του, του ΣΥΡΙΖΑ, από 4,6% έφτασε στο 36,2%, δηλαδή επταπλασιάστηκε.

Η μάχη του Κέντρου, διαχρονικά, είχε –και έχει– διαφορετικές τεχνικές ιδιαιτερότητες σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά πάντα παρουσιάζει τον ίδιο παρονομαστή, που δεν είναι άλλος από τη νίκη στις εκλογές, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κάθε φορά εκφράζει την επαφή με το μέλλον και όχι με την προσκόλληση στο παρελθόν.

Για να γυρίσουμε όμως στη χώρα μας και στις εκλογές του 2015, που υπήρξαν ορόσημο για το εν λόγω θέμα, το κόμμα π.χ. του κ. Σταύρου Θεοδωράκη, αν είχε κάνει κυβέρνηση με το κόμμα του κ. Αλ. Τσίπρα, που ήταν και πολιτικά εγγύτερο με τον ΣΥΡΙΖΑ, διαφορετικές θα ήταν οι κομματικού χαρακτήρα εξελίξεις στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το γεγονός των πολιτικών εξελίξεων που εξ αρχής σηματοδοτούσαν τη στροφή της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού προς το κεντροαριστερό κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού ούτως ή άλλως και αυταπόδεικτα, τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν την Ελλάδα από το 1981 και μετά, ευθύνονταν για την χρεωκοπία του 2010, σε διαφορετικό ποσοστό βέβαια. Λίγα χρόνια μετά π.χ. το αντίστοιχο κόμμα του κ. Πάμπλο Ιγκλέσιας στην Ισπανία, το Podemos, αντίστοιχο του «Ποταμιού» του κ. Στ. Θεοδωράκη, συμφώνησε και έκανε κυβέρνηση με τους σοσιαλιστές του κ. Πέντρο Σάντσο, πράγμα πολύ φυσιολογικό, και κομματικά, και πολιτικά, και ιδεολογικά.

Επειδή στη χώρα μας, δεν επελέγησαν αυτά τα «φυσιολογικά», έχουμε το αποτέλεσμα, το μεν «Ποτάμι» να έχει εξαφανιστεί, η δε μάχη του Κέντρου να δίδεται μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ), αφού η απουσία πολιτικής οξυδέρκειας κάποιων κομματαρχών μικρών κομμάτων, συνέτεινε, εκτός των άλλων, και στην αναβίωση πανίσχυρου του δικομματι-σμού στο πολιτικό μας σκηνικό.

Για να ξαναγυρίσουμε, λοιπόν, στο μικρό κόμμα ΚΙΝΑΛ, εντάξει, το 2015 δεν ήταν εύκολο να κάνει κυβέρνηση με το ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ήταν πρόσφατη η συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ., αλλά μετά από τον Ιανουάριο του 2015, το κόμμα αυτό δεν είχε κανέναν λόγο να είναι εχθρικό προς τον ΣΥΡΙΖΑ και φιλικό, περίπου προς τη Ν.Δ., εκτός αν είχε βάση αυτό που συζητούσαν πολλοί πολιτικοί παρατηρητές και ταυτόχρονα συντηρούσε το πλείστον των ΜΜΕ, ότι δηλαδή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα διαλυόταν και το ίδιο αυτό κόμμα θα διασπάτο, όπως άλλωστε υπήρχε παράδοση στο χώρο των κεντροαριστερών κομμάτων.

Όμως, όλοι έπεσαν έξω, ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019 έλαβε 31,5% και διασφάλισε τη θέση του δεύτερου μεγάλου κόμματος στην Ελλάδα. Και το ΚΙΝΑΛ, στην καλύτερη περίπτωση, θα διατηρηθεί στις προσεχείς εκλογές με ένα ποσοστό μεταξύ 4% και 5%, ενώ ορατός είναι ο κίνδυνος να μη μπει στη Βουλή, όπως συνέβη το 1981 με την ΕΔΗΚ και να ενταχθεί πια στην πολιτική ιστορία της χώρας.

Και κάτι τελευταίο: Η Κα Φώφη Γεννηματά αντικατέστησε τον κ. Α. Λοβέρδο στη θέση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου με τον κ. Κ. Σκανδαλίδη, εκπρόσωπο της παλαιάς γενιάς του ΠΑΣΟΚ και με τον κ. Γιάννη Κατρίνη, εκπρόσωπο της νέας γενιάς του ΠΑΣΟΚ. Αλλά όμως, τί σχέση έχει η παλαιά και η νέα γενιά σε ένα κόμμα και σε μια κίνηση που ούτε το πνεύμα, ούτε το «γράμμα», ούτε η εποχή υπάρχει για να λέει κάτι στις νέες γενιές ψηφοφόρων.