ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ <<ΣΩΤΗΡΙΟΥ>> ΞΑΝΘΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Η ιδέα της θρησκευτικής ταύτισης -ή ομοδοξίας αλλιώς -μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας , είναι μια λανθασμένη εκτίμηση εδώ και αιώνες ,η οποια θέλει να υπαγορεύσει μια υποτιθέμενη ενσυνείδητη σχέση αδελφικών συναισθημάτων μεταξύ των δυό λαών,εθνών , χωρών.
Η εξέλιξη αυτή διαψεύδεται αναφανδόν αν παρακολουθήσει κανείς την ροή των γεγονότων.
Την εποχή της Ρωμαϊκής Ανατολικής Αυτοκρατορίας οι Ρώσοι ( Ρως ) έκαναν πλιάτσικο στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας για αυτο και αντιπαρατέθηκε ο Ιωάννης ο Τσιμισκής μαζί τους μέχρι που κατάφερε να τους αποβάλλει πέραν των ορίων της Αυτοκρατορίας το 971 μ.Χ.
Το 1770 στον Ρωσοτουρκικο πόλεμο στα λεγόμενα Ορλωφικα αφήνουν αβοήθητο τον Λαμπρο Κατσώνη τον οποίο οι ίδιοι είχαν ξεσηκώσει και υφίσταται συντριβή στην Άνδρο απο όπου έμεινε και το γνωστό ,”αν σ αρεσει μπάρμπα Λαμπρο ξαναπέρνα απο την Aνδρο”. Το φιλορωσισμό εκείνο ενίσχυσαν ακόμα προφητείες και θρύλοι για την λυτρωτική επέμβαση από ένα ομόθρησκο κράτος, που έβρισκαν πρόσφορο έδαφος και συγκινούσαν όλες τις κοινωνικές τάξεις ( εδώ και χρόνια βαστάει αυτή η κολώνια) .
Τα χειρότερα που ήταν η απόφαση του Διβανίου,
δηλαδή να φονευθουν ολοι οι Έλληνες ανεξαρτήτως φίλου και ηλικίας αποφεύχθηκαν χάρη στην άποψη του Τούρκου αρχιναύαρχου Χασάν Τζεζαϊρλή, ο οποίος κατόρθωσε τελικά να επιβάλει την άποψή του με το ακαταμάχητο επιχείρημα «Εάν φονευθώσιν όλοι οι Έλληνες, ποίος θα πληρώνη το χαράτσι;».
Τον Υψηλάντη ο Τσάρος τον εγκατέλειψε παρα τις διαβεβαιώσεις που του ειχε δώσει για βοήθεια στην μάχη στο Δραγατσανι τον Ιούνιο του 1821 μεχρι που αποδεκατίστηκε αυτός και ο στρατός του. Στις 30 Απριλίου 1821 πραγματοποιήθηκε, με τη συγκατάθεση της Ρωσίας, είσοδος των Οθωμανικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία. Με αρχιστράτηγο το βαλή της Σιλιστρίας Σελίμ Μεχμέτ, οι Οθωμανοί πέρασαν τα σύνορα από την περιοχή της Βράιλας και η πρώτη μεγάλη σύγκρουση έγινε την 1 Μαΐου 1821 στο Γαλάτσι – στο οποίο η ελληνική σημαία είχε υψωθεί στις 21 Φεβρουαρίου 1821 από το Βασίλειο Καραβία – το οποίο οι Τούρκοι ανακατέλαβαν με μεγάλες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.
Η Ρωσία τότε έσωσε την οθωµανική αυτοκρατορία από τη διάλυση σ’ εκείνη την κρίσιµη στιγµή, γράφει ο Τουργκένιεφ. Αποκηρύσσοντας το κίνηµα του Υψηλάντη, καταδικάζοντας την ελληνική εξέγερση µε τις εγκυκλίους προς τους κατά τόπους Ρώσους προξένους και διαβεβαιώνοντας την Πύλη για τη νοµιµοφροσύνη της εµπόδισε τη γενίκευση του ξεσηκωµου σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό τµήµα της οθωµανικης αυτοκρατορίας και αλλού ίσως. Η Ρωσία, γράφει ο Τουργκένιεφ, δεν είχε στο νου της, τον τελευταίο καιρό, να ελευθερώσει τους οµόθρησκους Έλληνες από τον οθωµανικό ζυγό.», «Η Ρωσία ήταν “φίλη της Πύλης” …», «Κατα τον Τουργκένιεφ ολα αυτα τα µέτρα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, µέτρα συνετα και νόµιµα, επιδοκιµάσθηκαν µε εκδηλώσεις ευγνωµοσύνης από την οθωµανική Κυβέρνηση.»
Στην ναυμαχία του Ναυαρίνου αποφάσισε η Ρωσία την τελευταία στιγμή να στείλει στόλο µόνο και µόνο για να µη µείνει απ’ έξω απο τις μεγάλες Δυνάμεις που ήθελαν την ελληνική ανεξαρτησία αλλά και γιατί θέλει να διαλύσει τον στόλο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πριν από έναν ακόμη Ρωσοτουρκικό πόλεμο.Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι τα Ρώσικα πολεµικά πλοία ήταν λιγότερα από τα Βρετανικά και τα Γαλλικά, καθώς και ότι µπήκαν τελευταία στον κόλπο.
Το 1905 οι κάτοικοι της αυτόνομης Κρήτης εξεγείρονται κατά του ύπατου αρμοστή του νησιού πρίγκιπα Γεωργίου δυσαρεστημένοι από τους κακούς του χειρισμούς του στο θέμα της ένωσης με την Ελλάδα. Και ενώ η Γαλλία και η Αγγλία τηρούν μια στάση αναμονής, η Ρωσία στέλνει ένα πολεμικό της πλοίο το οποίο βομβαρδίζει τις θέσεις των επαναστατών.
Στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, το Θωρηκτό «Αβέρωφ», με το αντιτορπιλικό «Θύελλα» και τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» με σκοπό την κατάλυση της Οθωμανικής αρχής και επανόδου του Αγίου Όρους στην Ελληνική κυριαρχία.
Η Ρωσία αντέδρασε στην ελληνική απόβαση δηλώνοντας ότι η προσωρινή κατοχή κάποιας περιοχής δεν προδίκαζε το μελλοντικό καθεστώς της, καθώς δεν θα αποδεχόταν καμία απόφαση στη διαμόρφωση της οποίας δεν είχε κληθεί να συμμετάσχει. Για την ακρίβεια, ο γραμματέας της Ρωσικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Πάβελ Μανσούροφ χαρακτήρισε την προσάρτηση του Άθωνα στην Ελλάδα επιβλαβή για τα ρωσικά συμφέροντα, ευχόμενος «την επαναφορά αυτού υπό την κυριαρχίαν της Τουρκίας», από την οποία θα ήταν ευκολότερο να αποσπαστεί. Παρότι απόψεις αυτού του είδους θεωρήθηκαν αρχικά ακραίες και μεθωριακές, η Πετρούπολη σύντομα έδειξε ότι δεν σκόπευε να αναγνωρίσει το υφιστάμενο καθεστώς, ελπίζοντας να αποσπάσει οφέλη από μια ενδεχόμενη διαπραγμάτευση. Με βάση το σκεπτικό αυτό, πρότεινε τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους, δηλαδή ένα καθεστώς συγκυριαρχίας με τη συμμετοχή αρκετών Ορθόδοξων κρατών, μεταξύ των οποίων η ίδια θα είχε τον πρώτο λόγο. Η απόπειρα αυτή αποτελούσε μια ακόμη έκφανση της επεκτατικής πολιτικής του πανσλαβισμού στα Βαλκάνια, με απώτερο σκοπό τον ουσιαστικό έλεγχο της χερσονήσου από τη Ρωσία και τη μετατροπή της σε ρωσική βάση. Μια σημαντική παράμετρος δε της πολιτικής αυτής είναι ότι δεν επεδίωκε τον διεθνή έλεγχο μιας περιοχής που ανήκε στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μιας περιοχής που είχε πρόσφατα απελευθερωθεί από χριστιανική χώρα.
Φυσικά η κατάσταση δεν άλλαξε ούτε όταν η Ρωσία, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τον Εμφύλιο, μετασχηματίστηκε σε Σοβιετική Ένωση. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας οι Σοβιετικοί ενίσχυσαν με κάθε στρατιωτικό και διπλωματικό μέσο τον Κεμάλ στον αγώνα του εναντίον του Ελληνικού Στρατού.
Άλλωστε ο Βενιζέλος είχε στείλει στρατεύματα εναντίον τους, στην Ουκρανική εκστρατεία και για αυτούς ήταν αντικομμουνιστής.
Οι ενέργειές των Ρώσων, συνέβαλαν τα μέγιστα στην ήττα των Ελλήνων, τον ξεριζωμό των Ιώνων από την πατρώα γη και έθεσαν παράλληλα και ταφόπλακα στις προσπάθειες των Ποντίων για αυτονόμηση από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Την δεκαετία του 30΄ ο Στάλιν εφάρμοσε μια εκτεταμένη πολιτική διώξεων «επικίνδυνων» εθνικών μειονοτήτων που διαβιούσαν σε σοβιετικό έδαφος. Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες Πόντιοι εξοντώθηκαν με την ανυπόστατη κατηγορία «εχθροί του λαού»…
Καμία συμβολή ή βοήθεια δεν φαίνεται να προσέφερε στην ιδέα της επανάστασης του 1821 για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και γενικότερα σε όλα τα ελληνικά θέματα μέχρι σήμερα, η θέση της υπήρξε ανέκαθεν αρνητική παρά θετική . Εξ αυτού του λόγου πλην του Πούσκιν και κάποιου Ναυάρχου Ουσακώφ δεν θα βρει ο ιστορικός ερευνητής άλλα ονόματα Ρώσων φιλελλήνων πλην ελαχίστων περιπτώσεων μετρημένων στα δάχτυλα των 2 χεριών.
Τώρα αν ισχύει οτι ο εχθρός του εχθρού μου ειναι φίλος μου , αυτο μάλλον δεν ισχύει , διοτι απλά δεν υφίστανται ίδιοι εχθροί μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας παρα μονο περιστασιακά .
Άγνωσται άι βουλαί του Κυρίου αλλά όπως αποδεικνύεται και ιστορικά καταλήγουμε ότι εάν κάποτε δεχθούμε βοήθεια από τους Ρώσους θα είναι μόνο και μόνο γιατί θα είναι προς το συμφέρον τους.