Του Κώστα Πάντζιου
Βιώνουμε και απολαμβάνουμε, εμείς οι Έλληνες, την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Και όπως αποδεικνύεται κάθε μέρα, το σύνολο του πολιτισμένου κόσμου, καθώς και κάθε νορμάλ άνθρωπος, εξακολουθεί να συγκινείται από τον αγώνα κάθε λαού για την ελευθερία και την εθνική του δικαίωση. Παρά ταύτα, υπάρχουν και στην Ελλάδα, Έλληνες πολίτες που λέγουν και γράφουν ότι η Επανάσταση του 1821 είχε σβήσει, λόγω των εμφυλίων συρράξεων του 1823 και 1824. Και μάλιστα, λέγοντας και γράφοντας ότι δεν υπήρξαν και τίποτα μεγάλα κατορθώματα κατά το επταετές έπος της Ελληνικής Επανάστασης, δηλαδή κάτι έγινε με την περίπτωση των Δερβενακίων και του Δράμαλη και του Μεσολογγίου, έτσι ώστε την Ελλάδα την ελευθέρωσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις, αφού ο Ιμπραήμ είχε σβήσει την Επανάσταση.
Εμείς διαβάζουμε Ιστορία από τις πρώτες εφηβικές μας ανησυχίες, δεν είμαστε όμως ιστορικοί για να μπούμε στο πνεύμα των φοβερών Ελλήνων ιστοριοδιφών. Διαβάζουμε όμως την Ιστορία απροκατάληπτοι και σημειώνουμε τα γεγονότα, ιδίως της Επανάστασης του 1821, όπως τα σημείωσαν οι μεγάλοι Έλληνες ιστορικοί, αλλά και οι ξένοι, ιδίως οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί, σύγχρονοι, αλλά και κάποιοι που έζησαν το 1821 και πολέμησαν μαζί με τους γενναίους προγόνους μας, για την εθνική μας παλιγγενεσία. Σε ιστορικό επίπεδο, λοιπόν, ο γράφων που δεν είναι ιστορικός, καταφεύγει στον καθηγητή της πολιτικής επιστήμης, ιστορικό και ακαδημαϊκό, κ. Πασχάλη Κιτρομηλίδη, που έδωσε συνέντευξη στο έγκυρο «Βἠμα της Κυριακής» και αναφέρει επί λέξει τα εξής:
«Είναι πολύ σημαντικό ότι η επανάσταση επιβίωσε και συνεχίστηκε, παρά τους εμφύλιους πολέμους που με μαζοχιστικό τρόπο μας αρέσει να τους τονίζουμε –όλες οι επαναστάσεις περνούν από μία φάση εμφυλίων πολέμων αποτελούν στοιχείο του μοντέλου των επαναστάσεων, και είχαμε και εδώ εμφυλίους φοβερούς, που είναι ένα θλιβερό κεφάλαιο, ανήκουν όμως στη φύση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Παρά την εισβολή του Ιμπραήμ, είναι αναντίρρητο το γεγονός ότι, στην Κρήτη για παράδειγμα, η Επανάσταση ξεκινάει, καταστέλλε-ται και αναζωπυρώνεται επί δέκα χρόνια. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα το ίδιο. Στην Πελοπόννησο δεν έσβησε ποτέ. Όταν ο Ιμπραήμ προσπάθησε να καταλάβει την περιοχή των Καλαβρύτων και το Μέγα Σπήλαιο, δεν μπόρεσε να μπει μέσα, γιατί αντιστάθηκαν οι μοναχοί με τους οπλαρχηγούς που ήταν μαζί τους. Αυτή ήταν η μεγάλη επιτυχία, ότι οι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι και μπόρεσαν να κρατήσουν την Επανάσταση ζωντανή, μέχρις ότου αναγκαστούν οι Μεγάλες Δυνάμεις, για δικά τους συμφέροντα, αλλά και λόγω της πίεσης του φιλελλη-νικού κινήματος, να αντιμετωπίσουν το ελληνικό ζήτημα ως ένα σοβαρό ζήτημα της διεθνούς διπλωματίας».
Όσοι έχουν ασχοληθεί με την Ελληνική Επανάσταση –και οι ξένοι ιστορικοί– τονίζουν ότι ο Ιμπράημ ερήμωσε πράγματι την Πελοπόννησο, αλλά δεν νίκησε τους επαναστάτες που κατέφυγαν σε περιοχές που δεν μπορούσε να ελέγξει, κάτι που και ο ίδιος γράφει στις επιστολές που έστελνε στον πατέρα του, τον Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου, όπου αναφέρει ότι οι Έλληνες οπλαρχηγοί, με κορυφαίο τον Κολοκοτρώνη, του κάνουν πόλεμο φθοράς, οι εφοδιοπομπές που έρχονταν από την Αίγυπτο καταστρέφονταν από τα ελληνικά πλοία και σε τελευταία ανάλυση έπρεπε να φύγει από εκεί που βρισκόταν. Και πράγματι έφυγε, όπως μας πληροφορεί η Ιστορία, και πήγε να πολεμήσει στη Συρία, όπου ο Μωχάμετ Αλή είχε ανοίξει πόλεμο με την Υψηλή Πύλη.
Τώρα, τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον «ιστορικό μαζοχισμό» κάποιων συμπατριωτών μας και επίσης με το ιστορικό γεγονός ότι η Επανάσταση των προγόνων μας απέτυχε, γι’ αυτό και οι Μεγάλες Δυνάμεις έπρεπε να βρουν λύση και τη βρήκαν, ένας Θεός το ξέρει! Κοντά στο νου κι η γνώση, που λέει και ο λαός. Αν ήταν να μας χαρίσουν οι Μεγάλοι την ελευθερία μας, γιατί δεν το έκαναν με τα Ορλωφικά το 1770, γιατί δεν το έκαναν π.χ. το 1815 και το έκαναν το 1828, αφού είχε προηγηθεί βέβαια ένα επαναστατικό έπος, που δύσκολα θα βρει κάποιος στον κόσμο ολόκληρο.



