Κρίσιμα τουρκικά διλήμματα … Του Κ. Πάντζιου

398

Του Κ. Πάντζιου

Ο Πρόεδρος της Τουρκίας κ. Τ. Ερντογάν προσπαθεί ήδη να δείξει μετριοπάθεια στις διεθνείς σχέσεις της χώρας του, αλλά δεν τα καταφέρνει και πολύ, γιατί πάσχει από το σύνδρομο της επίδειξης ισχύος. Αυτή είναι μια παλιά ιστορία. Το τουρκικό διπλωματικό και στρατιωτικό κατεστημένο, βρήκε αναπάντεχα, με την προεδρία Τραμπ, έναν ιδανικό σύμμαχο και συμπαραστάτη στα επεκτατικά σχέδιά του στη Μέση Ανατολή, καθώς και στην αδιαλλαξία του, και δημιουργήθηκε τότε η εντύπωση ότι η Τουρκία θα απεκόμιζε κέρδη από εκείνη τη συγκυρία. Αλλά δεν συνέβη αυτό, διότι κατά την άποψη έγκυρων διπλωματικών κύκλων, και τότε, δεν ήταν δυνατόν η γειτονική χώρα να βελτιώσει τη διεθνή θέση της, αφού από πάντα η εξωτερική της πολιτική ήταν συγκυριακή, ευκαιριακή, χωρίς βάθος, δηλαδή ερασιτεχνική. Απόδειξη αυτού είναι ότι μόλις άλλαξε ο Πρόεδρος στις ΗΠΑ, η Άγκυρα άρχισε να επιδιώκει, αν όχι φιλικές, σίγουρα όμως ανεκτικές σχέσεις με χώρες όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ και η Λιβύη –ακόμη και με την Ελλάδα, που πλέον, εδώ και καιρό δεν έχουμε εμπρηστικές δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, ούτε νέα σούρτα-φέρτα ερευνητικών σκαφών για πετρέλαιο στο Αιγαίο. Όσο για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, αυτές εισήλθαν πλέον σε νέα φάση, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απλά ανεκτική και με ορισμένα πολιτικά όρια, συγκεκριμένα και μη παραβιάσιμα.

 

Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει είναι το κατά πόσον η Τουρκία είναι αξιόπιστη στη χείρα φιλίας που προσφέρει. Και επίσης, αν δεν είναι για άλλη μια φορά συγκυριακή, καθώς η τουρκική οικονομία χειροτερεύει συνεχώς, έτσι ώστε η χώρα αυτή να μην είναι σε θέση να αντέξει νέες οικονομικές κυρώσεις που μπορεί ανά πάσα στιγμή να της επιβάλλουν οι ΗΠΑ. Είναι βέβαιον όμως, ότι οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν ευνοούν την τουρκική διπλωματία, αρκεί μόνο να μην τις ξαναδεί η Τουρκία με συγκυριακό τρόπο και να τις εντάξει σε μία ρεαλιστική πολιτική, ως προς τη θέση της στο χώρο της Μέσης Ανατολής.

 

Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Θα μπορούσε να συμβεί αν π.χ. ο Πρόεδρος Ερντογάν ξεκαθάριζε τη θέση του ως προς τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ, δηλαδή με απλά λόγια, αν εγκατέλειπε το ρόλο της Τουρκίας ως χώρας που δημιουργεί καθημερινά προβλήματα στην Ατλαντική Συμμαχία, σαν αντάλλαγμα τη «φιλία» της γειτονικής υπερδύναμης.

 

Εξάλλου, λόγω της αλλόκοτης αποχώρησης των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, φυσικό είναι να γίνεται λόγος για την αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια, αλλά η όλη υπόθεση συγκρούεται με την αντίφαση, αν μία χώρα του ΝΑΤΟ, μπορεί να έχει συμμαχία με τη Ρωσία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προμηθεύεται θανάσιμα όπλα εναντίον των χωρών της Δύσεως. Πού υπάρχει αλήθεια το όριο; Και πώς είναι δυνατόν μια χώρα του ΝΑΤΟ να επιδιώκει –χωρίς έως τώρα να το κατορθώσει– να είναι μία τοπική μικρή υπερδύναμη, όταν η οικονομία της στηρίζεται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό στις επενδύσεις από τη Δύση; Και ακόμη, πώς είναι δυνατόν να έχει μέλλον, μια πολιτική τοπικής υπερδύναμης, όταν τα «χαρτιά» στη Μέση Ανατολή ξαναρίχνονται από τις Μεγάλες Δυνάμεις; Αυτό ίσως να το έχουν διερευνήσει οι ιθύνοντες στην Τουρκία, ένα δείγμα αυτού δε, είναι η προσπάθεια συνεννόησης της γείτονος που αναφέραμε στην αρχή. Και τέλος, η πολυπραγμοσύνη στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας, σπάνια σημαίνει κέρδη για την ίδια και το λαό της. Απόδειξη αυτού, είναι το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» του αείμνηστου Κ. Καραμανλή, που κατέστησε μια χώρα, σαν την Ελλάδα, παράδειγμα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, θεαματικής, ακόμη και μέσα από εξαιρετικά δύσκολες διεθνείς συγκυρίες.