Τα μεγάλα και μακρινά… Του Ηλία Καραβόλια

262

Του Ηλία Καραβόλια

«Στην πραγματικότητα βέβαια κανείς δεν θέλει να θυμάται την οικονομική κρίση, θέλει να τη βάλει σε μία αγκύλη και να την εξαφανίσει από τη μνήμη μας, γιατί κανείς δεν θέλει να έχει το βάρος της δημοσιονομικής επίγνωσης. Δημοσιονομική επίγνωση είναι η δημοκρατική επίγνωση.»

(Ευάγγελος Βενιζέλος, 24-7-2022)

Μην βιαστούμε να αποδομήσουμε αυτόν που μιλάει. Ας ασχοληθούμε κάποτε με το τι λέει κάποιος που μπορεί και να μην συμπαθούμε. Και ας αφήσουμε στην άκρη το γιατί και το πότε το λέει : ας δούμε αν παράγεται νόημα.

Είναι δομικό συστατικό της νεοελληνικής ιδιοσυγκρασίας η απώθηση, και η λήθη ενίοτε, όταν απαιτείται εμβάθυνση και αναστοχασμός για το παρελθόν σε αυτό τον τόπο.

Τι ακριβώς όμως δεν θέλουμε να θυμόμαστε; Τι απωθούμε επί δεκαετίες στο διάκενο μεταξύ πραγματικότητας και ευθύνης (ατομικής και πολιτικής) ;

Η δημοσιονομική επίγνωση -που ο Βενιζέλος την μετονομάζει εσκεμμένα σε «δημοκρατική» – είναι αποτέλεσμα της έλλειψης από πολίτες και πολιτικούς των στοιχειωδών γνώσεων για τα οικονομικά του κράτους.

Είχαμε ένα σπουδαίο μάθημα στα τελευταία εξάμηνα της σχολής οικονομικών επιστημών. Ήταν οι ”Εθνικοί Λογαριασμοί”. Δηλαδή, η μακροοικονομική λογιστική. Οι πάντες, ως μελλοντικοί οικονομολόγοι-λογιστές- managers – το μισούσαμε. Οι περισσότεροι όμως δεν θα λέγαμε όχι σε μια σίγουρη θέση και μια καριέρα, με κατάληξη επιτελικό πόστο, στην κρατική μηχανή του δημοσίου.

Ε λοιπόν, σε αυτή την απέχθεια για τα δημοσιονομικά μεγέθη οφείλεται εν μέρει και η κοινότοπη υπεραπλουστευμένη φράση του καφενείου (« το κράτος είναι όπως ακριβώς μια επιχείρηση»). Αρκεί πχ. μια θέση στην αυτοδιοίκηση, μια εκλογή από τον λαό, ή μια θεσούλα σε μια κρατική υπηρεσία, και τα πάντα γίνονται γνωστά και εύκολα…..

Θαρρείς και όσοι σπούδασαν οικονομική πολιτική και μακροοικονομία, το έκαναν χωρίς λόγο, αφού αρκούσε η….λογιστική!

Αυτή η υπεραπλούστευση είναι που φανερώνει το μέγεθος της άγνοιας που εξακολουθούμε να έχουμε ως κοινωνία για το τι σημαίνει «δημόσιο» στα βασικά του σημαίνοντα προϋπολογισμός, κρατικό χρέος, ισοζύγια, κ.α.

Από αυτή την άγνοια γεννιέται η σύγχυση που πολλές φορές ωθεί το χέρι μας να ρίχνει στην κάλπη την εύκολη ψήφο.

Και αμέσως μετά, στην πρώτη κρίση, αναφωνεί μαζικά το ανάδελφο έθνος: « δεν δούλεψαν αυτοί ποτέ τους στην αγορά για να ξέρουν πως λειτουργεί η οικονομία».

Τα δημοσιονομικά μεγέθη αφορούν φυσικά κάτι μακρινό για τον μέσο Έλληνα που παλεύει να βρει τα ευρώ πριν τελειώσει ο μήνας. Δεν έχει νόημα η γνώση της συσχέτισης μεταξύ πχ. Χρέους, ΑΕΠ και καθημερινότητας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πήρε οριστικό διαζύγιο η μακροοικονομία από την μικροοικονομία.

Λέει ο Βενιζέλος σήμερα : « η χώρα υπάρχει δημοσιονομικά και θα υπάρχει, γιατί το χρέος είναι υβριδικό, ανήκει σε πιστωτές θεσμικούς, σε πολύ μεγάλο ποσοστό ακόμα σήμερα, και το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης είναι απολύτως ελέγξιμο και αντιμετωπίσιμο».

Όταν δεν ελέγχεις τα δικά σου ατομικά χρέη, όταν δεν είναι αντιμετωπίσιμη η καθημερινότητα, με τα έξοδα σπιτιού-παιδιών-γραφείου-μαγαζιού, αδιαφορείς για το εθνικό κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, δηλαδή για το επιτόκιο των κρατικών ομολόγων και δανείων.

Το πιο πιθανό δε είναι ότι το μόνο «υβριδικό» που ξέρεις είναι μάλλον κάποιο μοντέλο αυτοκινήτου.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή ακριβώς η ρητορική της αναγκαίας δημοσιονομικής ισορροπίας, ως κοινωνική και εθνική προτεραιότητα, είναι η πολιτική μεταγλώσσα του νεοφιλελευθερισμού που μεταφέρει- από την εξουσία και το κράτος στον πολίτη και στην κοινωνία- την κυριότητα της ευθύνης για καλή και συνετή διαχείριση, για πειθαρχία και συμμόρφωση με τους μεγάλους αριθμούς.

Αυτή η ρητορική είναι καλά καλυμμένη κοινωνική μηχανική και αναφέρεται σε ένα ατομικό και συλλογικό υποκείμενο « που υποτίθεται ότι γνωρίζει» όπως έλεγε ο Lacan.

Κατανοεί φυσικά και ο πλέον αδαής των εθνικών λογαριασμών ότι τα σημερινά επιδόματα (πανδημίας, ακρίβειας) είναι αποτέλεσμα της δημοσιονομικής συμμόρφωσης.

Αλλά έτσι απωθείται το γεγονός ότι ούτως ή άλλως, με ελλείμματα ή με ματωμένα πλεονάσματα, θα έπρεπε η κοινωνική στήριξη να είναι κορυφαία πολιτική επιλογή απορρόφησης της κρίσης που σήμερα προθερμαίνει για δύσκολη ύφεση τις οικονομίες.

Αυτή η ίδια όμως post-parole του ευφραδέστατου Βενιζέλου, είναι που μας θυμίζει ότι « η ελληνική κρίση είναι το εργαστήριο στο οποίο διαμορφώθηκαν όλοι οι θεσμοί και οι μηχανισμοί οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης».

Δηλαδή ότι γίναμε πειραματόζωα, στατιστικές μονάδες, λογιστικά γρανάζια, που στο θεσμικό εργαστήριο της ΕΕ έπρεπε να δουλεύουν με ακρίβεια ώστε να αντέξει στην πίεση και η μέγα-μηχανή του «δημοσίου» των Βρυξελλών.

Αυτή που συντηρεί, με τον αναποτελεσματικό μονεταρισμό και την μη ανακύκλωση των πλεονασμάτων μεταξύ των χωρών μελών, τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου.

Αλλά ας μην ξυπνάμε το φάντασμα που πλανιέται πάνω από αυτή την ρημάδα την Ευρώπη…