Ο Οικονομικός Ταχυδρόμος γιορτάζει τα 100 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Στα 100 χρόνια που πέρασαν από τότε που για πρώτη φορά εκδόθηκε ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τα 45 τα πέρασα εργαζόμενος και συνεργαζόμενος με το περιοδικό αυτό. και σπεύδω να πω ότι αυτή η περίοδος είναι ότι καλύτερο αποκόμισα στον μέχρι σήμερα βίο μου.
Ο δε δεσμός μου με τον ΟΤ ξεκίνησε πριν 63 χρόνια, ένα βράδυ του Αυγούστου 1963, όταν ο δημοσιογράφος θείος μου Αντώνης Σαουσόπουλος, που ήταν στέλεχος στον Οργανισμό Λαμπράκη, με συνέστησε στον Αθανάσιο Κανελλόπουλο, διευθυντή τότε του ΟΤ και αρθρογράφου στο «Βήμα». Λέγοντάς του ότι προέρχομαι από τη δημοσιογραφική οικογένεια που εξέδιδε το «Νεολόγο Πατρών» στην Αχαΐα, ο θείος τόνισε ότι ομιλώ τρείς ξένες γλώσσες και είχα διετή φοίτηση σε οικονομικό πανεπιστήμιο του Βελγίου.
Ο Αθ. Κανελλόπουλος τον άκουσε προσεκτικά και στη συνέχεια με ένα μάλλον περιπαικτικό στυλ, μου έδειξε τρεις τόμους της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και μου είπε «δες αν από τα νούμερα που έχουν μπορείς να βγάλεις δύο – τρία κομμάτια».
Από τους αριθμούς αυτούς, έβγαλα ύστερα από μία εβδομάδα έβγαλα επτά «κομμάτια», τα οποία ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος ποτέ δεν διάβασε. Ήταν τότε υποψήφιος βουλευτής της Ένωσης Κέντρου στον Νομό Ηλείας και κύριο μέλημά του ήταν η εκλογή του. .
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η παρουσία μου στον τότε ΔΟΛ ήταν αβέβαιη, πλην όμως μου είχε δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσω έγκριτους δημοσιογράφους της εποχής και σημαντικά πολιτικά πρόσωπα.
Το σκηνικό όμως αλλάζει τον Οκτώβριο του 1963, πρώτον με αφορμή τη νίκη της Ένωσης Κέντρου στις εκλογές και την επιστροφή στον ΟΤ του Γιάννη Μαρίνου από τις διακοπές του. Αρχισυντάκτης τότε του ΟΤ, ο Γ. Μαρίνος ήταν άνθρωπος πάνω στον οποίον στηριζόταν η εβδομαδιαία έκδοση του περιοδικού.
Από την πρώτη στιγμή ο Γ. Μαρίνος εξετίμησε τη γλωσσομάθειά μου, αλλά και το «ψώνιο» μου με τη δημοσιογραφία, το οποίο ως φαίνεται διαρκεί ακόμα.
Στον OT πήγαινα τότε στις 10.00-11.00 το πρωί και δεν έφευγα πριν τις 12.00 τα μεσάνυχτα. Η συνεργασία με τον Γ.Μαρίνο ήταν πολύ καλή. Ο άνθρωπος ήταν δύσκολος, αλλά σωστός και δίκαιος.
Η δεύτερη Πέμπτη του Οκτωβρίου 1963 ήταν μια μεγάλη μέρα για μένα. Ο ΟΤ δημοσίευσε πρωτοσέλιδο άρθρο- ερευνά μου για τα αίτια των πτωχεύσεων στην Ελλάδα. Το άρθρο αυτό ήταν όντως πολύ τεκμηριωμένο και ενόχλησε τότε κάποιους τραπεζίτες, οι οποίοι και μετέφεραν τις παρατηρήσεις τους τόσο στον Γιάννη Μαρίνο, όσο και στον άμεσο βοηθό του Μανώλη Ρουκουνάκη. «Άστους να λένε», μού είπε ο τελευταίος και με ενθάρρυνε να συνεχίσω. Το ίδιο, πιο διπλωματικά, μού το έκανε γνωστό και ο Γ. Μαρίνος.
Ο Νοέμβριος του 1963,υπήρξε ένας αποφασιστικός μήνας στην καρίερα μου.. Διότι ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία (148 βουλευτές), επισκέφθηκε την Ελλάδα ο Βέλγος αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Ρέϋ. Επωφελούμενος από το γεγονός ότι είχα σπουδάσει για δύο χρόνια στο Βέλγιο, έπεισα τον Ζαν Ρέϋ και δέχθηκε να μού δώσει αποκλειστική συνέντευξη, η οποία στη συνέχεια έγινε θέμα και σε άλλες εφημερίδες. Και έγινε θέμα διότι ο Ζαν Ρέϋ – που το 1967 έγινε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – μού δήλωνε ότι η Κοινή Αγορά θα στήριζε την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου και θα συνέχιζε τις συνομιλίες για την σύνδεση της Ελλάδας με τα τότε ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η συνέντευξη αυτή αμφισβητήθηκε από τον τότε δεξιό Τύπο, αλλά ο Ζαν Ρέϋ επιβεβαίωσε τα λεγόμενά του με επιστολή του προς τον πρόεδρο της ελληνικής κυβέρνησης
Η περίοδος εκείνη πάντως υπήρξε πολύτιμη για μένα δημοσιογραφικά και μού επέτρεψε να καταλάβω πολλές πτυχές της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ζωής. Είχα επίσης την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά πολιτικούς όπως οι Κων. Μητσοτάκης, Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Μανώλης Κοθρής, Ηλίας Ηλιού, Παν. Κανελλόπουλος, και ο Κωστής Στεφανόπουλος.
Στα τέλη του 1964 με υποτροφία, επέστρεψα στο Βέλγιο για να τελειώσω στις σπουδές μου και, με αφορμή την «εθνοσωτήριο επανάσταση», παρέμεινα στην χώρα του Ρούμπενς 13 χρόνια. Όχι χωρίς να στέλνω συνεργασίες στον ΟΤ, πριν όμως την 21η Απριλίου 1967.
Υπό αυτή την έννοια, μπορώ να πω ότι υπήρξα και ο πρώτος Έλληνας ανταποκριτής στις Βρυξέλλες, γεγονός που βοήθησε στη μετέπειτα δημοσιογραφική μου δραστηριότητα σε Βέλγιο και Γαλλία.
Μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα, αρχές του 1977, πριν τις εκλογές της χρονιάς εκείνης, επαναπροσελήφθην από τον Γιάννη Μαρίνο στον ΟΤ και μονιμοποιήθηκα στο συντακτικό του δυναμικό την 1η Απριλίου 1978. Από τότε μέχρι την 1η Ιουλίου 2004, που το περιοδικό έπαυσε να εκδίδεται, έδωσα στον ΟΤ πνευματικά και επαγγελματικά τον καλύτερο εαυτό μου. Θεωρώ όμως ότι αποκόμισα και συναρπαστικές εμπειρίες.
Είχα έτσι την ευκαιρία να γνωρίσω και να συνομιλήσω με πολιτικά πρόσωπα που έγραψαν ιστορία, όπως οι Φρανσουά Μιπεράν, Φελίπε Γκονζάλες, Μάργκαρετ Θάτσερ, Σιμόν Πέρες, Γιάσερ Αραφάτ, Βάτσλαβ Χάβελ, Ζακ Ντελόρ, Χέλμουτ Κολ και άλλοι. Συνομίλησα με κορυφαίους επιχειρηματίες, όπως οι Τζιάννι Ανιέλλι, Κάρλο ντι Μπενεντέπι, Κουρτ Νίκολιν, Μπερνάρ Αρνώ, Κορίν Μεντζελοπούλου, Ε. Ρότσιλντ, Ρίτσαρντ Μπράνσον, Φρέντυ Λαίηκερ και πολλούς άλλους. Πήρα συνεντεύξεις από 20 νομπελίστες οικονομολόγους και 10 γκουρού του μάνατζμεντ, όπως οι Πήτερ Ντράκερ, Φίλιπ Κότλερ, Τομ Πήτερς κ.α.
Όλα αυτά και άλλα πολλά αποτελούν για μένα μία πολύτιμη κληρονομιά, την οποία οφείλω αποκλειστικά στον ΟΤ, τον Γιάννη Μαρίνο και, βεβαίως, στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη. Όπως κληρονομιά είναι και οι αμέτρητες συνομιλίες μου με αντιφρονούντες των κομμουνιστικών καθεστώτων, οι περισσότερες από τις οποίες δημοσιεύθηκαν και προβλήθηκαν από τον ΟΤ..
Θα πρέπει, από την άποψη αυτή, να πω ότι ο ΟΤ και ο διευθυντής του αρνήθηκαν πεισματικά να θεωρούν ως ανώτατο χρέος και αποστολή τους να είναι η εικόνα και η ομοίωση του κοινού τους. Αντιθέτως. ο ΟΤ συνέβαλε τα μέγιστα στην αυτοκαλλιέργεια και την πνευματική ενημέρωση των αναγνωστών , με στόχο την ανύψωση της παραδόσεως του Τύπου. Αυτή υπήρξε και η μεγάλη συμβολή του ΟΤ στην ελληνική δημοσιογραφία.
Εύχομαι δε, η παράδοση αυτή να συνεχιστεί και στη ψηφιακή εποχή, στους κόλπους του Ομίλου Alterego.



