Από την προσοδοθηρία στην παραγωγή αξίας – Αναθεώρηση Γ… Του Λεωνίδα-Φοίβου Κόσκου

39

Του Λεωνίδα-Φοίβου Κόσκου

Στα προηγούμενα σχετικά άρθρα μου υποστήριξα ότι το πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος οφείλει να μεταφερθεί από την περιπτωσιολογία και την συμπτωματολογία στην διάγνωση πραγματικών και όχι τεχνικών συνταγματολογικών ζητημάτων. Η μεταφορά πλαισίου επιβάλλει νέα υπόθεση εργασίας:

H αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει την συνεκτική και στοχευμένη υποστήριξη της μεταρρύθμισης του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης. Λόγω συμμετοχής της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη η μεταρρύθμιση οφείλει να υποστηριχθεί από την πρόσληψη παραγωγικών προτύπων και καινοτομιών που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η μετακένωση και πρόσληψη προτύπων καθιστά αναγκαία την διερεύνηση κατά πόσον η κοινωνία υποδοχής διαθέτει τις κοινωνικές ικανότητες (social capabilities κατά την ανάλυση του catch up growth του  Mozes Abramovitz), οι οποίες την καθιστούν εφικτή. Συγκεκριμένα κατά πόσον α) η ελληνική κοινωνία ως προσλαμβάνουσα διαθέτει τις θεσμικές, οργανωτικές, τεχνολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις για να υποδεχθεί και να συσσωματώσει τα πρότυπα  προς εισαγωγή β) υπάρχει  η κοινωνική ομάδα ή οι ομάδες που θα αναλάβουν την ευθύνη και θα διεκπεραιώσουν τις διαδικασίες της υποδοχής.

Τα ερωτήματα είναι πρωτίστως πολιτισμικά. Γι’ αυτό στο προηγούμενο δεύτερο άρθρο μου προσπάθησα να διερευνήσω την πολιτισμική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας,  της πολιτικής τάξης και του κράτους ως ενιαίου προσοδοθηρικού συστήματος. Xαρακτηριστικά του συστήματος αυτού συνιστούν η αδυναμία της κοινωνίας να παράγει αξία, η εξάρτηση της οικονομίας από εξωχώριο χρήμα και ο πελατειασμός.

Παραθέτω ορισμένους δείκτες απόκλισης από τα ευρωπαϊκά πρότυπα: Η μέση ακαθάριστη αξία ανά ‘Ελληνα εργαζόμενο υπολογίζεται γύρω στις 34.000 ευρώ, με αντίστοιχο ποσό για τον μέσο Ευρωπαίο τις 62.000 ευρώ. Αυτός ο κρίσιμος δείκτης παραγωγικότητας παραμένει στάσιμος από την αρχή της χιλιετίας. Μένοντας στην παραγωγικότητα, το καθαρό απόθεμα επενδυμένου κεφαλαίου που υποστηρίζει τον μέσο ευρωπαίο εργαζόμενο είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο που υποστηρίζει τον ‘Ελληνα. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ το καθαρό απόθεμα κεφαλαίου ανά εργαζόμενο είναι σήμερα κατά 30% χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2010. Οι προαναφερθέντες δείκτες υποδεικνύουν την μειωμένη παραγωγικότητα επομένως και τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας εξηγούν δε την δυσχέρεια  να αυξηθεί  το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και επομένως η αμοιβή εργασίας. 

Επανερχόμενοι στην πολιτισμική ταυτότητα και την αναπαραγωγή της : η καλλιέργεια της κουλτούρας του επιχειρείν και της δημιουργίας απουσιάζει από το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος όλων των επιπέδων περιλαμβανομένης και της επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ η έρευνα πάσχει από τις παθογένειες του υπαρκτού παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης. Οι αμέσως προηγούμενες παρατηρήσεις υποδεικνύουν την αδράνεια της ελληνικής κοινωνίας και την έλλειψη ετοιμότητας να υποδεχθεί νέα παραγωγικά πρότυπα.  

Η κρίση χρέους θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για την μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης ως ενιαίου προσοδοθηρικού συστήματος. ‘Όμως οι δανειστές και οι «θεσμοί» ως εκπρόσωποι τους επέλεξαν να λειτουργήσουν στο πλαίσιό του. Είναι αξιοσημείωτο ότι η στάση τους συμπίπτει με των μελών της Αμερικανικής αποστολής που είχαν την ευθύνη της βοηθείας από την προσοδότρια Αμερική προς την χώρα μας στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και μέχρι το 1960. O πρωθυπουργός εξάλλου είχε ήδη από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2019 την ευκαιρία να επιδιώξει την μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης, επί το ευρωπαϊκότερον. Εντούτοις άσκησε και ασκεί τη διακυβέρνηση ως διαχείριση προσδοκιών προσόδου και διαρκή διαπραγμάτευση με διαφορετικές ομάδες εν πολλοίς συγκρουομένων συμφερόντων για την διανομή «κοινωνικού μερίσματος» ως προϊόντος υπερφορολόγησης.

Η διαχείριση προσδοκιών προσόδου εξηγεί την επιτυχία της κυβέρνησης κατά την περίοδο των εκτάκτων συνθηκών της πανδημίας, αλλά δεν μπορεί να υποστηρίξει ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις για την βελτίωση της παραγωγικότητας και την αύξηση της αμοιβής εργασίας, ούτε εν τέλει  τον εκδυτικισμό και την ανάπτυξη. Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής ωθεί το σύστημα της προσοδοθηρίας στα ακραία όρια των αντοχών του και τείνει να αποτελέσει  καθ’ εαυτήν  παράγοντα κοινωνικής αντιπαλότητας και αστάθειας.

Η εξάντληση ή η υπέρβαση των ακραίων ορίων του υφισταμένου συστήματος  φαίνεται από την μελέτη δύο περιπτώσεων οι οποίες προβάλλονται ως μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του και χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη  της δημόσιας εικόνας του πρωθυπουργού ως πολιτικού ηγέτη και μεταρρυθμιστή. Πρόκειται για την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και το λεγόμενο επιτελικό κράτος.

Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης θα μπορούσε να αποτελέσει αποφασιστικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του κράτους και την δημιουργία ισχυρού ψηφιακού περιβάλλοντος, καθώς και για την μετακένωση νέων παραγωγικών προτύπων στην οικονομική ζωή. Προβλήθηκε ως μίμηση του εσθονικού παραδείγματος.

Στην Εσθονία η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης αποτέλεσε τον πυρήνα γενικότερης συνεκτικής και πολυεπίπεδης στρατηγικής για την μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του κράτους, την ένταση της επενδυτικής δυναμικής, εν τέλει την μετάβαση από την σοβιετικού τύπου οικονομία σε σύγχρονη ψηφιακή οικονομία. Το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής τάξης, των δημοσίων υπαλλήλων,  των επιχειρηματιών, της κοινωνίας οικειοποιήθηκαν την στρατηγική αυτή και τις πολιτικές υλοποίησής της συμμετέχοντας σ’ αυτές. Με την υλοποίηση της ψηφιοποίησης περιορίστηκε η γραφειοκρατία, βελτιώθηκε η αποτελεσματικότητα και η δημοκρατική λειτουργία του κράτους υπό συνθήκες διαφάνειας, λογοδοσίας και κοινωνικού ελέγχου.  Παράλληλα βελτιώθηκε η εκπαίδευση με εμφανή αποτελέσματα στην υψηλή κατάταξη των μαθητών της Εσθονίας σε διεθνείς εξετάσεις. Eξ’ άλλου, δημιουργήθηκε η τεχνολογική υποδομή για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, δημιουργήθηκαν συνθήκες ανταγωνισμού και επενδυτικής δυναμικής ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας. Η Εσθονία έχει σήμερα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. αξιοσημείωτα μεγάλο κατά κεφαλή αριθμό startups  και «unicorns» (οι τελευταίοι πάνω από 10), ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας.

Αρχίζοντας την σύγκριση από το τελευταίο στοιχείο,  στην Ελλάδα  ανεφύη μόνο ένας αδιαμφισβήτητος «unicorn» και αυτός στον τομέα των υπηρεσιών.

Το έργο της ψηφιοποίησης δεν αποτέλεσε στην χώρα μας μέρος γενικότερου στρατηγικού σχεδίου με συνοχή, συνέπεια και επικουρικούς στόχους ή συνέργειες. Ψηφιοποιήθηκαν απλώς οι υφιστάμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες  τις οποίες οι χρήστες καλούνται σήμερα να επαναλάβουν βήμα βήμα στο πληκτρολόγιο. Αυτό σημαίνει μετάδοση αναποτελεσματικότητας και χωλής παραγωγικότητας σε ψηφιακό περιβάλλον καθώς και μετακύληση τουλάχιστον του κόστους εφαρμογής στην επιχείρηση μεσαίας ή μικρής έντασης εργασίας. Επομένως, απρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη επενδυτικής δυναμικής. Το ίδιο το κράτος έμεινε αναποτελεσματικό και δυσκίνητο, με εξαίρεση τους εισπρακτικούς μηχανισμούς, πράγμα που επάγεται ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης του απέναντι στην κοινωνία των πολιτών, και δη των επιχειρούντων. Σε αντίθεση με την Εσθονία όπου η ψηφιοποίηση λειτούργησε ως επιταχυντής αναπτυξιακής δυναμικής, εδώ αντιθέτως λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής κόστους και κρατικής ισχύος. 

‘Όταν κατά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης ολοκληρώθηκε το έργο της ψηφιοποίησης η μικρή ομάδα που σχεδίασε και εκτέλεσε το έργο μετακινήθηκε σε άλλες θέσεις ευθύνης. Με την μετακίνηση φάνηκε η έλλειψη γενικότερου στρατηγικού σχεδίου με συνέχεια. Το έργο παρέμεινε υπόθεση μιας μικρής ομάδας τεχνοκρατών που επιβλήθηκε άνωθεν χωρίς να υπάρξει σε βάθος εκπαίδευση των χρηστών για την υποδοχή του ή απόπειρα αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών και διόρθωσης των διαδικασιών και χωρίς κάποια κοινωνική ομάδα να έχει κίνητρο για την αξιοποίηση και την ολοκλήρωσή του.

Όμοια περίπτωση που υποδεικνύει τις αντοχές του προσοδοθηρικού συστήματος αποτελεί και το λεγόμενο επιτελικό κράτος. Ο όρος αναφέρεται στον Ν.4622/2019 ο οποίος έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής λειτουργίας, του πρωθυπουργού και της Προεδρίας της κυβέρνησης ως «αυτοτελούς επιτελικής δημόσιας υπηρεσίας». Η Προεδρία της κυβέρνησης και το γραφείο του πρωθυπουργού οργανώθηκαν σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο ως πυρήνας σχεδιασμού, εκτέλεσης, συντονισμού και ελέγχου δημόσιας πολιτικής με επίκεντρο τον πρωθυπουργό. Πρότυπο του επιτελικού κράτους προφανώς αποτελεί το cabinet office του υπουργικού συμβουλίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο συνιστά τον κεντρικό μηχανισμό σχεδιασμού και συντονισμού της διακυβέρνησης.

Το cabinet οffice συνδέεται οργανικά με το υπουργικό συμβούλιο τον πρωθυπουργό και την δημόσια διοίκηση. Η στελέχωσή του περιλαμβάνει, εκτός των υπουργών, των λοιπών πολιτικών προσώπων και των ειδικών συμβούλων,  ανώτατους δημοσίους υπαλλήλους μεταξύ των οποίων και ο Γραμματέας- προϊστάμενος του Γραφείου (cabinet Secretary). Η οργανική σύνδεση του cabinet office με την δημόσια υπαλληλία εξασφαλίζει συνέχεια, θεσμική μνήμη, δομημένη διαδοχή, και διαρκή επικοινωνία με το σύνολο της κρατικής μηχανής μέσω της ιεραρχικής αλυσίδας. Η συμμετοχή των κρατικών λειτουργών αποτελεί παράγοντα σταθερότητας για το Η.Β. παρά την πρωτοφανή πολιτική αστάθεια και την εναλλαγή έξι  πρωθυπουργών σε μία δεκαετία.

Τόσο οι πρόνοιες του Ν.4622/2019 όσο και η εφαρμογή του υποδεικνύουν αποκλίσεις από το πρότυπο του Ηνωμένου Βασιλείου που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο μια ώριμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου. Η στελέχωση του ελληνικού επιτελικού κράτους δεν περιλαμβάνει δημοσίους υπαλλήλους. Αντ’ αυτών συμμετέχουν μετακλητοί υπάλληλοι, δηλαδή πρόσωπα  που διορίζονται με πολιτικά  ή προσωπικά κριτήρια, τα οποία όμως εξ’ ορισμού δεν εγγυώνται οργανική και διαρκή σχέση με την κρατική μηχανή. Επομένως ούτε θεσμική μνήμη, δομημένη συνέχεια και διαδοχή. 

Επικεφαλής του επιτελικού κράτους είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επικουρούμενος από τον γενικό γραμματέα του γραφείου του, ο οποίος αναφέρεται σ’ αυτόν. Ο πρώτος γ.γ. μέχρι τον Αύγουστο του 2022 ήταν στενός συγγενής του πρωθυπουργού, διαχειρίστηκε δε αντ’ αυτού σημαίνοντα κυβερνητικά θέματα. Υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματικός αλλά έδρασε ανορθόδοξα αξιοποιώντας τα προσωπικά του δίκτυα και παρακάμπτοντας κατά κανόνα την ιεραρχική αλυσίδα. Η παραίτησή του φανέρωσε τις αδυναμίες και τα ασταθή θεμέλια του επιτελικού κράτους το οποίο μετά από αυτόν σχεδόν κατέρρευσε, συνεχίζοντας πάντως να λειτουργεί κατά παράκαμψη της κρατικής μηχανής. Αντιστικτικά δε προς το απαξιωτικώς καλούμενο βαθύ κράτος.

Η ανεπάρκεια του συστήματος έγινε προφανής κατά την ατυχή διαχείριση σοβαρών προβλημάτων διακυβέρνησης που προέκυψαν από  το δυστύχημα των Τεμπών και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Από την λειτουργία του επιτελικού κράτους απουσιάζει επίσης η οργανική σύνδεση με το Υπουργικό Συμβούλιο ως συλλογικό όργανο πολιτικής σύνθεσης, και χάραξης κυβερνητικής πολιτικής. 

Στην πράξη το Υ.Σ. δεν λειτουργεί ως τέτοιο. Η υπουργική δραστηριότητα καθοδηγείται από τον πρωθυπουργό και την ομάδα του βάσει οδηγιών που περιέχουν οι «γαλάζιοι φάκελοι» ή με εξατομικευμένες συνεννοήσεις μεταξύ πρωθυπουργού και κάθε υπουργού. Αυτό επάγεται αναίρεση της πολιτικής και λειτουργικής ευθύνης των υπουργών που προβλέπεται στο Σύνταγμα. Η αναίρεση εντείνεται από την πρόνοια του άρθρου 11 παρ. 1. εδ.στ. του Ν.4622/2019 το οποίο ορίζει ότι ο πρωθυπουργός «εποπτεύει για την εφαρμογή της νομοθεσίας από τις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και για την λειτουργία τους προς το συμφέρον του κράτους και των πολιτών» (sic).

Επομένως το επιτελικό κράτος όχι μόνο δεν συνδέεται οργανικά με το υπουργικό συμβούλιο ως συλλογικό σώμα και την δημόσια υπαλληλία,  αλλά καθιερώνει ιδιαίτερη ιεραρχική αλυσίδα μεταξύ της τελευταίας και του πρωθυπουργού, ο οποίος αποκτά υπερχειλή ευθύνη και εξουσία. Εξουσία και ευθύνη επιτείνονται ακόμη περισσότερο από την άσκηση εκ μέρους του πρωθυπουργού καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που προσήκουν σε ρυθμιστή πολιτεύματος/αρχηγό κράτους, δυνατότητα που προέκυψε από την αναθεώρηση του 1986 και την ουσιαστική κατάργηση  του ΠτΔ. Επιτελικό κράτος και αναθεώρηση του 1986  ολοκληρώνουν ένα  ιδιαίτερο πολιτειακό μόρφωμα πρωθυπουργικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.  

Επιπλέον χαρακτηριστικό αυτού του μορφώματος αποτελεί η εξουδετέρωση ή η αφυδάτωση όλων των θεσμικών συνομιλητών της δημόσιας σφαίρας. Έγινε ήδη λόγος για την ουσιαστική κατάργηση του υπουργικού συμβουλίου ως συλλογικού οργάνου πολιτικής σύνθεσης. Η Βουλή λειτουργεί ως εκτελεστικός βραχίων του επιτελικού κράτους και των αποφάσεων του πρωθυπουργού ως αρχηγού του πλειοψηφούντος κόμματος. Οι ανώτατοι δικαστές προσδοκώντας δεύτερη καριέρα υπόκεινται στον πειρασμό συμμόρφωσης προς τις επιθυμίες της εκτελεστικής εξουσίας. Η πολυθεσία και η διανομή της κρατικής διαφήμισης επηρεάζει την ελευθερία του Τύπου ως τέταρτης εξουσίας, ηλεκτρονικού και συστημικού που λειτουργεί με τα δεκανίκια των non papers στο πλαίσιο της μετα-αλήθειας. Οι ανεξάρτητες Αρχές όταν δεν λειτουργούν ως κακέκτυπα ΔΕΚΟ καρκινοβατούν συχνά αδιοίκητες. Η εκλεγμένη περιφερειακή αυτοδιοίκηση λειτουργεί χωρίς θεσμική και οικονομική αυτονομία στην ουρά του επιτελικού κράτους χειραγωγούμενη από τις διορισμένες αποκεντρωμένες διοικήσεις που διαδέχτηκαν τις επίσης διορισμένες γενικές γραμματείες.  Η κοινωνία των πολιτών τέλος παραμένει ουδέτερη και εγκλωβισμένη σε προσδοκίες προσόδου, ενώ η επιχειρηματική κοινότητα αποδέχεται έναντι ανταλλάγματος την χειραγώγησή της.

«Ι had not thought death had undone so many”. (T.S. Elliot, the Waste Land 1922). 

Πράγματι το επιτελικό κράτος και η αμήχανη αντιπολίτευση έχουν καταστήσει την δημόσια σφαίρα χώρα έρημη θεσμικού δια-Λόγου, άρα έρημη Λόγο-δοσίας και ευθύνης με μόνο ένοικο τον πρωθυπουργό και κυρίαρχο δόγμα «δεν υπάρχει άλλη επιλογή». Στην προκειμένη περίπτωση και με οπτική δανεισμένη από τον Jürgen Habermas προκύπτει κενό νομιμοποίησης των θεσμών ενώ η πολυπαινεμένη πολιτική ηγεμονία του πρωθυπουργού συνιστά μάλλον επιβολή ηγεμονίας.

Οι παρεμβάσεις των Κώστα Καραμανλή, Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου,  παρά τις οργανωμένες προσπάθειες υποτίμησής τους, υποκαθιστούν το προαναφερθέν κενό και αποτελούν έμπρακτη αμφισβήτηση όχι του προσώπου, αλλά της θεσμικής ανωμαλίας που συνιστά στη δημόσια σφαίρα «η ενός πρωθυπουργού Αρχή» (Πάσχος Μανδραβέλης κατά παράφραση Θουκυδίδη).

Οι τρεις, λόγω των προηγουμένων ιδιοτήτων τους και του κεφαλαίου εμπειριών από επιτυχίες και λάθη, αυτοδικαίως έχουν ρόλο στην δημόσια σφαίρα ως έγκυροι συνομιλητές και τον διεκδικούν εξ’ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος. Διατρέχουν όμως τον κίνδυνο να παραμείνουν στην διάγνωση των συμπτωμάτων της θεσμικής δυσλειτουργίας χωρίς προτάσεις υπέρβασής της και να καταλήξει ο λόγος τους συμβολική νομιμοποίηση της στρεβλής λειτουργίας της δημόσιας σφαίρας. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μίλησε αορίστως για την ανάγκη να συναφθεί νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται ότι θα αναλάβει ευρύτερη πολιτική πρωτοβουλία.

Η μελέτη των δύο περιπτώσεων, της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης και του επιτελικού κράτους, υποδεικνύει ότι το ενιαίο προσοδοθηρικό σύστημα διαθέτει αντοχές και δυνατότητες αντιμεταρρύθμισης ώστε να οδηγεί τις μέχρι τώρα απόπειρες μεταβολής του σε συσσωμάτωση, εκλογίκευση, εξιδανίκευση και ενίσχυση των χαρακτηριστικών και της παθογένειάς του. Επομένως η αναθεώρηση του συντάγματος δεν δυσχεραίνεται από συσχετισμούς ψήφων στην αναθεωρητική Βουλή, αλλά κυρίως από την έλλειψη των κοινωνικών ικανοτήτων του Αbramovitch.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως μια ακόμη άσκηση θεσμικής μηχανικής ούτε ως ευκαιρία περιστασιακών πολιτικών συμβιβασμών. Οφείλει να αποτελέσει την αφετηρία για την μετάβαση από το προσοδοθηρικό μοντέλο, που επί διακόσια χρόνια διαμόρφωσε την πολιτική και οικονομική οργάνωση της χώρας, σε νέο πρότυπο διακυβέρνησης. Αυτό θα στηρίζεται στη διάχυση της εξουσίας, στη λογοδοσία, στην αποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά και στην αυτοδύναμη ικανότητα της κοινωνίας για παραγωγή αξίας. Η αποκατάσταση των θεσμικών αντιβάρων, η επαναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας στον συνταγματικό του ρόλο ως ουσιαστικού ρυθμιστή του πολιτεύματος, ο περιορισμός της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, η κατάργηση του άρθρου 106 που διατηρεί τη λογική του κρατικού κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και η πραγματική διοικητική και κυρίως οικονομική αυτονόμηση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της δημόσιας σφαίρας.

Η επιτυχία όμως της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί μόνο από το νέο συνταγματικό κείμενο. Θα εξαρτηθεί κυρίως από την επιλογή του πεδίου όπου θα διακυβευθεί και της κοινωνικής δύναμης που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην μετάβαση. Το πεδίο ορίζεται από τα μετέωρα μεταρρυθμιστικά βήματα που αναλήφθηκαν μέχρι στιγμής, την ψηφιοποίηση και το επιτελικό κράτος. Αυτά πρέπει να ολοκληρωθούν. Η κοινωνική δύναμη που θα συμβάλει στην ολοκλήρωσή τους είναι από την θέση της η δημόσια υπαλληλία. Αντί να συζητείται ο άμεσος ή έμμεσος τρόπος για να καταργηθούν οι εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δημοσίων υπαλλήλων, θα ήταν ωφέλιμο να αναγνωριστεί ο στρατηγικός τους ρόλος σε μεταρρυθμιστικό έργο που αφορά το κράτος.

 Η μόνιμη δημόσια υπαλληλία απαλλαγμένη από τις κομματικές παρεμβάσεις μπορεί να αποτελέσει τον σταθερό φορέα της μεταρρύθμισης και τον βασικό μηχανισμό πρόσληψης των νέων προτύπων διακυβέρνησης. Η κατάργηση της περιττής γραφειοκρατίας, η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και η δημιουργία  αποτελεσματικής διοίκησης που υπηρετεί τον πολίτη και όχι την διανομή προσόδου  αποτελούν το αναγκαίο συμπλήρωμα της συνταγματικής αναθεώρησης. Με τις προϋποθέσεις αυτές η ελληνική κοινωνία θα αποκτήσει την ικανότητα να παράγει αξία, οι δε ‘Ελληνες την ικανότητα να διαμορφώνουν συλλογικά το μέλλον τους.