Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Διατυπώνεται πλέον όλο και συχνότερα μια κριτική περί αποτυχίας του Υπ. Παιδείας στο ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων. Mπορεί να υποστηριχθεί ότι το Υπουργείο Παιδείας εμφανίζει σημαντική βραδύτητα στην ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης των μη κρατικών πανεπιστημίων. Η καθυστέρηση δημιουργεί αβεβαιότητα για τα ιδρύματα που έχουν υποβάλει φακέλους, δυσχεραίνει τον προγραμματισμό των υποψήφιων φοιτητών, δυσκολεύει τις συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια και μεταθέτει χρονικά την υλοποίηση μιας από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διαδικασία πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρή, καθώς πρόκειται για την πρώτη εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου. Επικαλείται την ανάγκη να ολοκληρωθούν οι αξιολογήσεις της ΕΘΑΑΕ (για πόσο χρόνο;) και οι απαραίτητοι νομικοί έλεγχοι, ώστε να μη δημιουργηθούν προβλήματα νομιμότητας ή ποιότητας.
Συνεπώς, υπάρχουν δύο διαφορετικές αναγνώσεις. Η κριτική άποψη είναι πως η καθυστέρηση συνιστά διοικητική αδράνεια που αποδυναμώνει την αξιοπιστία των κυβερνητικών δεσμεύσεων.Η κυβερνητική άποψη απο την αλλη υποστηρίζει πως η καθυστέρηση είναι το αναγκαίο τίμημα μιας αξιόπιστης και αυστηρής διαδικασίας αδειοδότησης.
Με δεδομένο ότι βρισκόμαστε ήδη στα μέσα του 2026, όσο περισσότερο παρατείνεται η εκκρεμότητα τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι η μεταρρύθμιση δεν προχωρά με τον ρυθμό που είχε αρχικά εξαγγελθεί. Αυτό αποτελεί εύλογο αντικείμενο πολιτικής κριτικής, ανεξάρτητα από το αν τελικά οι άδειες εγκριθούν ή όχι. Και λειτουργεί αρνητικα πανω στην αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του Υπ. Παιδείας, που δείχνει αδύναμο να δώσει λύσεις σε σχετικά απλά προβλήματα που το ίδιο, με τις επιλογές του, έχει δημιουργήσει.



