Δημοκρατία + Γραφειοκρατία= Ηλιθιοκρατία

37

Άρθρο του Joshua Mawhorter

«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν πιο ανόητο ή πιο επικίνδυνο τρόπο λήψης αποφάσεων από το να αναθέτουμε αυτές τις αποφάσεις στα χέρια ανθρώπων που δεν πληρώνουν κανένα τίμημα για τα λάθη τους.» – Thomas Sowell

Thomas Sowell Warns About Decisions Without Consequences - Commonplace Fun Facts

Έχει συχνά επισημανθεί πως είναι καλό το ότι οι πιλότοι κάθονται στο μπροστινό μέρος του αεροπλάνου, επειδή αν κάνουν ένα καταστροφικό λάθος, θα είναι οι πρώτοι που θα χτυπήσουν το βουνό. Μολονότι αυτό σίγουρα δεν αποτρέπει όλα τα αεροπορικά δυστυχήματα, απλώς καταδεικνύει μια βασική αλήθεια: όταν οι άνθρωποι επωμίζονται προσωπικά, άμεσα και ευθέως το κόστος των πράξεων και των αποφάσεών τους, αυτό τους δίνει ένα ισχυρό κίνητρο να είναι προσεκτικοί σχετικά με το αν οι πεποιθήσεις τους είναι αληθείς ή ψευδείς.

Η παρατήρηση του Sowell αποτυπώνει ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του σύγχρονου κράτους, ιδίως τη γραφειοκρατίαΌταν οι υπεύθυνοι για την λήψη αποφάσεων είναι απομονωμένοι από το κόστος των αποφάσεών τους, απομονώνονται ολοένα και περισσότερο από πτυχές της ίδιας της πραγματικότητας. Αλλά η ίδια θεσμική λογική επεκτείνεται και στην κοινωνία γενικότερα. Η μαζική δημοκρατία, ενισχυμένη από τη γραφειοκρατία, τον πληθωρισμό και τις μεταβιβαστικες πληρωμές (την «αναδιανομή») δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι πολίτες ενθαρρύνονται να ασπαστούν πολιτικές πεποιθήσεις που σε διαφορετική περίπτωση θα πειθαρχούσαν στην συνηθισμένη οικονομική και κοινωνική ανατροφοδότηση. Με τη σειρά της, αναδύεται μια πνευματική αγορά για να ικανοποιήσει αυτή τη ζήτηση, ανταμείβοντας πολιτικούς, δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, ακτιβιστές και άλλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης που παρέχουν συναισθηματικά ικανοποιητικές αφηγήσεις και εκλογικεύσεις αντί για άβολες αλήθειες.

Σε προηγούμενα άρθρα, έχω διερευνήσει το φαινόμενο της νηπιοποίησης του πολιτισμού. Σε παρόμοιο πνεύμα, αυτό το άρθρο υποστηρίζει ότι ορισμένα θεσμικά κίνητρα στη μαζική δημοκρατία, καθώς και η φύση της γραφειοκρατίας και οι οικονομικές μη ρεαλιστικές καταστάσεις που δημιουργούνται από τον πληθωρισμό και τις μεταβιβαστικές πληρωμές, αποδυναμώνουν συστηματικά τους κανονικούς μηχανισμούς ανάδρασης που πειθαρχούν τις πεποιθήσεις.

Με απλά λόγια, η σύγχρονη δημοκρατία σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία ενθαρρύνει τις μη ρεαλιστικές πεποιθήσεις. Σε αυτό το πνεύμα, ο Mises προειδοποίησε:

«Όπου η λογική παύει να λειτουργεί, ο δρόμος προς τον ρομαντισμό είναι ανοιχτός». Μιλά επίσης για τον ρόλο της απεριόριστης φαντασίας: «Ο ρομαντικός είναι ονειροπόλος. Καταφέρνει εύκολα στη φαντασία του να αγνοήσει τους νόμους της λογικής και της φύσης».

Αντί να ανατρέξει σε προηγούμενο θέμα, το παρόν άρθρο επιδιώκει να διερευνήσει γιατί και πώς η δημοκρατία και η γραφειοκρατία δημιουργούν με μοναδικό τρόπο ιδιαίτερα ισχυρά κίνητρα για πολιτική μη πραγματικότητα.

Το κράτος, η δημοκρατία και η ανεπάρκεια

Εντός των δημοκρατιών, το παράδοξο της ψήφου συνεπάγεται ότι οι ατομικές ψήφοι έχουν σχεδόν αμελητέα πιθανότητα να καθορίσουν τα εκλογικά αποτελέσματα, εγείροντας το ερώτημα γιατί να ψηφίζουν τα ορθολογικά άτομα, πόσο μάλλον γιατί να καταβάλλουν την επίπονη προσπάθεια για να ενημερωθούν. Αυτό ενθαρρύνει την ορθολογική άγνοια. Οι ψηφοφόροι έχουν ελάχιστα κίνητρα να αποκτήσουν δαπανηρές (σε χρόνο και ενέργεια) πληροφορίες σχετικά με την πολιτική, επειδή η ατομική τους ψήφος δεν θα είναι καθοριστική.

 

Όσο μεγαλύτερο είναι το εκλογικό σώμα, τόσο πιο αδύναμο κίνητρο έχει κάθε μεμονωμένος ψηφοφόρος για να ενημερωθεί, και τόσο μεγαλύτερο τμήμα της διακυβέρνησης πρέπει να ανατεθεί σε μόνιμους «ειδικούς». Όταν οι ατομικές ψήφοι έχουν ουσιαστικά μηδενικό αντίκτυπο, η λειτουργία της ψήφου μετατοπίζεται από την γνήσια έκφραση προτίμησης σε ένα τελετουργικό νομιμοποίησης, παρέχοντας δημοκρατική κάλυψη για την διακυβέρνηση, που στην πραγματικότητα διεξάγεται από τον μόνιμο διοικητικό μηχανισμό.

Λόγω της αποσύνδεσης μεταξύ της ψηφοφορίας και του αποτελέσματος, το προσωπικό κόστος της ύπαρξης λανθασμένων πεποιθήσεων σχετικά με την πολιτική είναι ουσιαστικά μηδενικό, επομένως, η ύπαρξη λανθασμένων ή επιβλαβών πεποιθήσεων αποτελεί κίνητρο. Δεδομένου ότι οι λανθασμένες πολιτικές πεποιθήσεις δεν κοστίζουν τίποτα προσωπικά, αλλά παρέχουν ψυχολογικές ανταμοιβές, οι ορθολογικοί δρώντες θα ενδίδουν συστηματικά σε γνωστικές προκαταλήψεις στην πολιτική τους σκέψη. Η έλλειψη βαρύτητας των ατομικών ψήφων δεν παράγει απλώς αδαείς ψηφοφόρους, αλλά δημιουργεί δομικά κίνητρα για τον σχηματισμό παράλογων πεποιθήσεων σε ολόκληρο το δημοκρατικό εκλογικό σώμα.

Οι πολιτικοί —ειδικά στις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες— ανταγωνίζονται μεταξύ τους για ψήφους, υποσχόμενοι να χρησιμοποιήσουν την καταναγκαστική ισχύ του κράτους για να παρέχουν οφέλη που οι υποστηρικτές τους δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν σε διαφορετική περίπτωση, μέσω εθελούσιων συναλλαγών. Επειδή το κόστος αυτών των υποσχέσεων διασκορπίζεται, καθυστερεί ή μετακυλίεται σε άλλους, τόσο οι πολιτικοί όσο και οι ψηφοφόροι μπορούν να εντρυφήσουν στην ψευδαίσθηση ότι το κράτος μπορεί συνεχώς να παρέχει περισσότερα από όσα έχει παραγάγει αρχικά η κοινωνία. Αυτό επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν υπό την επήρεια αυτού που ο Φρεντερίκ Μπαστιά ονόμασε «το μεγάλο φαντασιοκόπημα».

Η κυβέρνηση είναι αυτό το μεγάλο φαντασιοκόπημα, μέσω του οποίου όλοι προσπαθούν να ζήσουν εις βάρος όλων των άλλων.

Ο πληθωρισμός και η κουλτούρα της «αναδιανομής» ενισχύουν αυτή την πλασματική θεωρία διαχωρίζοντας περαιτέρω την κατανάλωση από την παραγωγή. Ο πληθωρισμός συσκοτίζει το κόστος του κράτους μέσω της νομισματικής υποτίμησης, ενώ η αναδιανομή αποσυνδέει τα οφέλη από την παραγωγική δραστηριότητα η οποία απαιτείται για τη διατήρησή τους. Και στις δύο περιπτώσεις, το κόστος μετατοπίζεται, καθυστερεί ή διαχέεται, επιτρέποντας στις πολιτικές ελίτ, στα ευνοούμενα συμφέροντα και στους ψηφοφόρους να διατηρούν πεποιθήσεις που θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να διατηρηθούν υπό την άμεση πειθαρχία της αγοράς.

Καθώς τόσο οι ψηφοφόροι όσο και οι πολιτικοί εκπρόσωποι απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τις άμεσες συνέπειες των πολιτικών τους αποφάσεων, ο καθένας γίνεται προμηθευτής και καταναλωτής των ψευδαισθήσεων του άλλου. Επιπλέον, δημιουργείται και συντηρείται μια αγορά για να προσφέρει εκλογικεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια συμβιωτική σχέση αποξένωσης από την πραγματικότητα.

Στο βιβλίο του «Για μια Νέα Ελευθερία», ο Ρόθμπαρντ μίλησε για τη φύση της προπαγάνδας σε μια δημοκρατία,

…η μόνη πραγματική διαφορά μεταξύ μιας δημοκρατίας και μιας δικτατορίας όσον αφορά την διεξαγωγή πολέμου είναι ότι στην πρώτη πρέπει να εκπέμπεται περισσότερη προπαγάνδα στους υπηκόους για να επιτευχθεί η έγκρισή τους. Η εντατική προπαγάνδα είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση – όπως μπορούμε να δούμε από τον ενθουσιώδη τρόπο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης όλων των σύγχρονων εμπόλεμων κρατών. Όμως το δημοκρατικό κράτος πρέπει να εργάζεται σκληρότερα και ταχύτερα. Και επίσης, το δημοκρατικό κράτος πρέπει να είναι πιο υποκριτικό στη χρήση της ρητορικής που έχει σχεδιαστεί για να απευθύνεται στις αξίες των μαζών: δικαιοσύνη, ελευθερία, εθνικό συμφέρον, πατριωτισμός, παγκόσμια ειρήνη κ.λπ. Έτσι, στα δημοκρατικά κράτη, η τέχνη της προπαγάνδας επί των υπηκόων τους πρέπει να είναι λίγο πιο εκλεπτυσμένη και διακριτική. Αλλά αυτό, όπως είδαμε, ισχύει για όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις, όχι μόνο για τον πόλεμο ή την ειρήνη. Διότι όλες οι κυβερνήσεις -αλλά ιδιαίτερα οι δημοκρατικές κυβερνήσεις- πρέπει να εργάζονται σκληρά για να πείσουν τους υπηκόους τους ότι όλες οι καταπιεστικές τους πράξεις είναι πραγματικά προς το συμφέρον των υπηκόων τους.
η έμφαση στο πρωτότυπο)

Η σύγχρονη μαζική δημοκρατία μετατρέπει την προπαγάνδα από μια άνωθεν δραστηριότητα σε μια συμμετοχική διαδικασία της αγοράς. Δεδομένου ότι τα δημοκρατικά κράτη ισχυρίζονται ότι, μέσω της συμμετοχής του λαού, το κράτος είναι εξουσιοδοτημένο και νόμιμο, οι πολίτες πρέπει να πειστούν με πιο διακριτικό τρόπο. Αυτό απαιτεί μια πιο υποδόρια και εκλεπτυσμένη μορφή προπαγάνδας από ό,τι σε μια ωμή δικτατορία. Η σύγχρονη μαζική δημοκρατία δημιουργεί επομένως συνθήκες στις οποίες οι πολιτικοί μύθοι δεν επιβάλλονται απλώς από τα πάνω, αλλά υιοθετούνται, τυγχάνουν υπεράσπισης και αναπαράγονται ενεργά από τον ίδιο τον πληθυσμό. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική κουλτούρα στην οποία η μη πραγματικότητα γίνεται αυτο-ενισχυόμενη.

Γραφειοκρατία και ανεπάρκεια

Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι παρόλο που η ψηφοφορία λαμβάνει χώρα, λαμβάνει χώρα εντός ενός κρατικού συστήματος. Σε ένα καταπιεστικό, εδαφικό μονοπωλιακό κράτος, οποιαδήποτε ψηφοφορία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους όρους του κράτους και σύμφωνα με τις επιτρεπόμενες επιλογές του κράτους. Για παράδειγμα, ο λαός δεν μπορεί να ψηφίσει για τη διάλυση του κρατικού συστήματος.

Επιπλέον, η πραγματικότητα είναι ότι, όποιες μορφές ή δομές κι αν υιοθετήσουν τα κράτη, είναι πάντα αριστοκρατίες ή ολιγαρχίες τελικά – η κυριαρχία των λίγων. Υπάρχει μια τάση στις δημοκρατίες -ανεξάρτητα από την ψήφο- οι πολιτικές ελίτ εντός του κράτους να δημιουργούν και να επεκτείνουν τον μόνιμο, μη εκλόγιμο τομέα της κυβέρνησης που ονομάζεται γραφειοκρατία. Αυτή είναι ακριβώς η ιστορία της σύγχρονης Δύσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι ώστε η «δημοκρατία», όταν χρησιμοποιείται από πολλές ελίτ, να έχει καταλήξει να σημαίνει όχι κυριαρχία από τον λαό ή τη λαϊκή βούληση, αλλά διατήρηση του status quo του κρατικού μηχανισμού χωρίς διακοπή.

Με την πάροδο του χρόνου, και εν μέρει λόγω της αυξημένης γραφειοκρατικοποίησης του κράτους — «της αφαίρεσης της πολιτικής από την κυβέρνηση» — το δικαίωμα ψήφου επεκτείνεται, αλλά περισσότεροι ψηφοφόροι εισέρχονται στην πολιτική ακριβώς τη στιγμή που περισσότερες λειτουργίες αφαιρούνται από τον εκλογικό έλεγχο. Αυτό ήταν μέρος της ιστορίας της Προοδευτικής Εποχής στις Ηνωμένες Πολιτείες. […]

Η Προοδευτική Εποχή δεν επέκτεινε απλώς το δικαίωμα ψήφου, ενώ παράλληλα επέκτεινε και τη γραφειοκρατία, αλλά μετέφερε ολοένα και περισσότερο τη λήψη αποφάσεων από τα νομοθετικά σώματα και τις τοπικές αυτοδιοικήσεις σε απομονωμένους διοικητικούς, δικαστικούς, οικονομικούς και τεχνοκρατικούς θεσμούς. Με άλλα λόγια, η δημοκρατική συμμετοχή επεκτάθηκε επίσημα, ενώ η ουσιαστική διακυβέρνηση έγινε ολοένα και πιο έμμεση, καθοδηγούμενη από ειδικούς και συγκεντρωτική. Έτσι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, γινόμαστε μάρτυρες της ταυτόχρονης επέκτασης της επίσημης πολιτικής συμμετοχής και της συρρίκνωσης του ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου. Αυτή η διαδικασία αποσυνδέει περαιτέρω τόσο τους ψηφοφόρους όσο και τους γραφειοκράτες από τις συνέπειες των πολιτικών τους.

Φυσικά, οι πολιτικές ελίτ εντός του επιτελικού κράτους είναι σε μεγάλο βαθμό απομονωμένες τόσο από την πειθαρχία της αγοράς όσο και από την ουσιαστική δημοκρατική λογοδοσία. Ως αποτέλεσμα, λειτουργούν υπό πολύ ασθενέστερους μηχανισμούς ανατροφοδότησης από τους επιχειρηματίες ή τους απλούς συμμετέχοντες στην αγορά. Οι πολιτικά ευνοημένοι πελάτες ή κάστες τους -αυτοί που είναι καθαροί ωφελούμενοι από τη φορολογία και τον «αναδιανεμητικό» μηχανισμό- ενθαρρύνονται επίσης να σκέφτονται και να ενεργούν με τρόπους που αποστασιοποιούνται ολοένα και περισσότερο από τους κλάδους της παραγωγής, της ανταλλαγής και της οικονομικής πραγματικότητας.

Καθώς το μόνιμο επιτελικό κράτος επεκτείνεται και περισσότερες αποφάσεις ανατίθενται σε μη εκλεγμένες γραφειοκρατίες, η σύνδεση μεταξύ της κοινής γνώμης και της δημόσιας πολιτικής εξασθενεί. Συνεπώς, οι ψηφοφόροι έχουν μειούμενα κίνητρα να διαμορφώνουν προσεκτικές, περιορισμένες από την πραγματικότητα πολιτικές κρίσεις, καθώς ένα ολοένα και μικρότερο μέρος της κυβέρνησης υπόκειται πραγματικά σε δημοκρατικό έλεγχο.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ψήφος και η πολιτική έκφραση γίνονται ολοένα και πιο εκφραστικές ή συμβολισμοί «αρετής». Τα άτομα συσσωρεύουν κοινωνικό και ηθικό κεφάλαιο επιβεβαιώνοντας τις πεποιθήσεις, τις αξίες και τις φιλοδοξίες της προτιμώμενης εσωτερικής (πολιτικής) ομάδας τους, σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από το αν αυτές οι πεποιθήσεις περιγράφουν με ακρίβεια την πραγματικότητα. Η ζήτηση για πεποιθήσεις που επιβεβαιώνουν την ταυτότητα, με τη σειρά της, δημιουργεί μια αγορά για πολιτικούς, δημοσιογράφους, ακαδημαϊκούς, ακτιβιστές και άλλους επιχειρηματίες γνώμης που ανταγωνίζονται για να παρέχουν ικανοποιητικές ορθολογικές εξηγήσεις. Έτσι, ο ηθικός χαρακτήρας κάποιου ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τη λίστα των πολιτικών επιθυμιών ή απαιτήσεων του. Το να είσαι «καλός άνθρωπος» σημαίνει να απαιτείς τις σωστές πολιτικές, ανεξάρτητα από το αν αυτές οι πολιτικές βασίζονται στην πραγματικότητα ή παράγουν καλά αποτελέσματα.

Πορτογαλία: Οι ψηφοφόροι καλούνται σήμερα να εκλέξουν τους βουλευτές τους, με τη δεξιά να ελπίζει ότι θα ενισχύσει τη δύναμή της – Αθήνα 9,84

Σύνοψη

Η προϋπάρχουσα καπιταλιστική παραγωγή και οι κεφαλαιακές επενδύσεις του καπιταλισμού της αγοράς, καθώς και ο θεσμός του κράτους και οι συνθήκες που περιγράφτηκαν παραπάνω, επιτρέπουν στις κρατικές ελίτ, στους πελάτες του κράτους και σε πολλούς υπηκόους του να ζουν με μια αίσθηση μη πραγματικότητας για ένα ακαθόριστο χρονικό διάστημα. Η πραγματικότητα τελικά πειθαρχεί τις κοινωνίες. Ο πληθωρισμός, οι κρίσεις χρέους, οι ελλείψεις ή οι αποτυχημένοι πόλεμοι, για παράδειγμα, τελικά επιβάλλουν κόστος, αλλά κάνουν λιγότερο καλή δουλειά στο να πειθαρχούν τις ατομικές πολιτικές πεποιθήσεις, είτε πρόκειται για πολίτες είτε για γραφειοκράτες.
 

Η σύγχρονη δημοκρατία και η γραφειοκρατία διαχωρίζουν προοδευτικά τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων από το κόστος και την ανατροφοδότηση που δημιουργείται από τις αποφάσεις τους. Η δημοκρατία διαχωρίζει τους ψηφοφόρους από την αποφασιστική ευθύνη, η γραφειοκρατία διαχωρίζει τους διαχειριστές από τα κέρδη και τις ζημίες, ο πληθωρισμός διαχωρίζει τις δαπάνες από την ορατή φορολογία, ο μεταβιβαστικός μηχανισμός («αναδιανομή») διαχωρίζει την κατανάλωση από την παραγωγή και τα μέσα ενημέρωσης και οι διανοούμενοι διαχωρίζουν τις αφηγήσεις από την εμπειρική λογοδοσία. Όλα αυτά τείνουν και ενθαρρύνουν το να ζει κανείς αποξενωμένος από την πραγματικότητα, κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί ψυχικός ηθικός κίνδυνος (moral hazard).

[Πηγή άρθρου: Democracy + Bureaucracy = Idiocracy]

Πηγή: xpressing.substack.com