Ο παραπαίων από το 2009 δικομματισμός, είναι και θα είναι πηγή κυβερνητικής αστάθειας, εκτός και αν τα μεγάλα κόμματα, ξεφύγουν από τη γοητεία των πελατειακών σχέσεων.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Από το 1977 έως και το 2012 στην Ελλάδα ήταν κυρίαρχο το δικομματικό σύστημα, ο οποίο απορροφούσε και το 85% των ψήφων στις εκάστοτε βουλευτικές εκλογές. Το σύστημα αυτό, για λόγους κόπωσης των ψηφοφόρων αλλά και της οικονομικής πτώχευσης της χώρας το 2010, έχασε την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων, οι οποίοι άρχισαν να αναζητούν άλλες πολιτικές λύσεις.
Φθάσαμε έτσι στη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ την περίοδο 2012-2015 και σε αυτήν ΣΥΡΙΖΑ-Π.Καμένου από το 2015 έως τα μέσα του 2019. Στο διάστημα αυτό η Ελλάδα απέφυγε μια εκκωφαντική πτώχευση, υπέστη όμως και δραματική αποδυνάμωση του βιοτικού της επιπέδου, χάνοντας τις πλασματικές εισοδηματικές αυξήσεις που είχαν παρατηρηθεί την περίοδο 1974-2010. Στην ουσία έτσι, η επιτυχία της χώρας να ενταχθεί στην ΕΟΚ το 1981 και στην ευρωζώνη το 2002, πήγαινε περίπατο αφήνοντας όμως πίσω της κάποιες δομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ίσως ποτέ να μην είχαν γίνει.
Δυσάρεστες συνέπειες της περιόδου της κρίσης και των μνημονίων που συνέβαλαν στη μη επίσημη χρεωκοπία της χώρας, υπήρξαν η άνοδος του λαϊκισμού και ο κλονισμός της λαϊκής εμπιστοσύνης στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα.
Η κατάσταση αυτή έδειξε να παρουσιάζει κάποια βελτίωση μετά τη διακυβέρνηση της χώρας από το δίδυμο Τσίπρα-Καμένου και την κατάλυση κάποιων μύθων, περί «αριστερής» πολιτικής και άλλα παρόμοια.
Έτσι, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εκλογικές νίκες της Ν.Δ. το 2019 και το 2023, ήταν μια χρυσή ευκαιρία να γίνουν στη χώρα ουσιαστικής θεσμικές και δομικές μεταρρυθμίσεις, ικανές να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Και από την άποψη αυτή, πρέπει να ομολογηθεί ότι σε πρώτη φάση η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη δεν τα πήγε άσχημα. Αντιμετώπισε με επιτυχία την σοβαρή κρίση του Covid 19, πραγματοποίησε σοβαρές ψηφιακές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση και σε εξωτερικό επίπεδο ανέβασε πολύ το κύρος της χώρας, που είχε κλονιστεί σε επικίνδυνο βαθμό.
Αυτή η πετυχημένη πρώτη θητεία της κυβέρνησης Κυρ. Μητσοτάκη επιβραβεύτηκε στις βουλευτικές εκλογές του 2023, με τη Ν.Δ. να ξεπερνά το 40% των ψήφων και στην ουσία να περιθωριοποιεί την αξιωματική αντιπολίτευση. Όλα έδειχναν ότι η νέα θητεία της Κυβέρνησης θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρή σε μεταρρυθμίσεις ουσίας και όχι σε .άνευ σημασίας θεσμικά θέματα.
Για παράδειγμα, ο χρόνος απονομής δικαιοσύνης, είναι πολύ πιο σοβαρό θέμα για την οικονομία και την κοινωνία, από το γάμο ομοφύλων ζευγαριών.
Δυστυχώς όμως, στο επίπεδο αυτό, η κυβέρνηση, ενεπλάκη σε εσωτερικές κομματικές έριδες και φιλοδοξίες παιχνιδιών εξουσίας, παράλληλα δε παγιδεύτηκε από μια θλιβερή και ανίκανη να προτείνει λύσεις σε προβλήματα της πραγματικότητας αντιπολίτευση. Με την τελευταία να κατεβάζει το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου στο χαμηλότερο δυνατό σημείο.
Σε μέγα εθνικό θέμα αναδείχτηκε έτσι το τραγικό ατύχημα των Τεμπών, που έγινε εφαλτήριο για να μπει στην πολιτική σκηνή μια μητέρα που είχε χάσει το παιδί της.
Την ίδια περίοδο, ο υποβιβασμός της πολιτικής σε επίπεδο ποδοσφαιρικού αγώνα, προσέφερε και προσφέρει στο σύνολο του πολιτικού συστήματος την ευκαιρία να μεταθέτει συνεχώς σοβαρά θέματα αλλαγών που αφορούν το μέλλον. Και από την άποψη αυτή είναι γελοίο να βλέπει κανείς νέους ανθρώπους να προτείνουν ως λύσεις για το αύριο τους την επιστροφή στο… προχθές.
Αυτή είναι μια απολύτως βολική τάση για τους καιροσκόπους της πολιτικής, για τους οποίους η πολιτική ακινησία αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα. Ένα «συγκριτικό πλεονέκτημα» που στην παρούσα φάση μετασχηματισμών παγκοσμίως, είναι ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της χώρας. Πιθανότατα δε, να έχει υψηλό και απρόσμενο κόστος σε περιόδους που θα απαιτούν γνώση και ευθυκρισία, σε μια εποχή υψηλών γνωστικών απαιτήσεων και ταχύτατα μεταβαλλόμενης τεχνολογίας.


