ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΣΕΒΙΤ ΣΤΟ ΜΟΝΤΡΕ ΤΟ 1978 – Εκτενής περίληψη του πρακτικού της συνάντησης

40

Ενδιαφέρουσα εργασία του Σταύρου Θεοδωράκη (απλή συνωνυμία με τον γνωστό δημοσιογράφο-πολιτικό), από ανάρτησή του στό FB.

“Στις 10 και 11 Μαρτίου 1978, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρωθυπουργός της Ελλάδας, και ο Μπουλέντ Ετσεβίτ, πρωθυπουργός της Τουρκίας, συναντήθηκαν στο Μοντρέ της Ελβετίας και συζήτησαν τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Η συνάντηση γινόταν τέσσερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Οι δύο άνθρωποι που κάθονταν απέναντι ο ένας στον άλλον, γνώριζαν ήδη, από θέσεις κορυφαίας πολιτικής ευθύνης, τι μπορεί να σημαίνει μια ελληνοτουρκική σύγκρουση.

Ο Ετσεβίτ ήταν πρωθυπουργός της Τουρκίας όταν έγινε η εισβολή. Ο Καραμανλής επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε την πρωθυπουργία λίγες ημέρες αργότερα, ενώ η κρίση βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη.

Έχουμε το πρακτικό της συζήτησής τους.

Το μελέτησα, και αντί να γράψω τι κατάλαβα εγώ από αυτό, προτίμησα να φτιάξω μια όσο γίνεται πιστή, εκτενή περίληψη και να την αφήσω στη διάθεση όποιου θέλει να τη διαβάσει.

Δεν είναι εύκολο κείμενο, αλλά αξίζει τον κόπο. Ούτε το αυθεντικό πρακτικό είναι εύκολο κείμενο. Αλλά αυτό κι αν αξίζει τον κόπο.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που, διαβάζοντάς τα σήμερα, μας ξενίζουν.

Ο Καραμανλής μιλά για «τουρκική μειονότητα» και «τουρκικά σχολεία» και λέει ότι «το Αιγαίο δεν είναι βέβαια ελληνική λίμνη».

Ο Ετσεβίτ δηλώνει ότι η Τουρκία δεν αμφισβητεί την κυριότητα των ελληνικών νησιών και ανησυχεί ότι όσο καθυστερεί η επίλυση του Κυπριακού τόσο δυσκολότερη θα γίνεται.

Γιατί μας ξενίζουν αυτές οι φράσεις σήμερα?

Αξίζει τον κόπο και για έναν ακόμη λόγο.

Γιατί, διαβάζοντας την περιγραφή των διαφορών που συζητούν οι δύο ηγέτες, γεννιούνται ερωτήματα.

Πόσο έχουν αλλάξει αυτές οι διαφορές στα σχεδόν πενήντα χρόνια που πέρασαν? Και τι είναι αυτό που εμπόδισε την επίλυσή τους τόσα χρόνια?

Τι είναι αυτό που επιτρέπει στους θιασώτες της έντασης, και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, να μας πείθουν κάθε τόσο ότι γι’ αυτές τις διαφορές μπορεί να χρειαστεί ακόμη και να πολεμήσουμε?

Είναι αυτές διαφορές που «δικαιολογούν» έναν πόλεμο? Είναι διαφορές για τις οποίες αξίζει να χάσουν τη ζωή τους άνθρωποι?

Τι άλλαξε? Οι διαφορές? Οι θέσεις των δύο χωρών? Ο δημόσιος λόγος? Εμείς?

Δεν ξέρω αν έχω τις απαντήσεις. Ούτε αν ενδιαφέρεται κανείς για τις δικές μου.

Ξέρω όμως ότι θα ήθελα να τις αναζητήσουμε πάνω στα ίδια πραγματικά δεδομένα.

Έχω μια εμμονή: πριν διαφωνήσουμε για τις απαντήσεις, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στην πραγματικότητα πάνω στην οποία θα διαφωνήσουμε.

Και γι’ αυτό επιμένω στις πρωτογενείς πηγές.

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί υπάρχει η εκτενής περίληψη του πρακτικού και, για όποιον θέλει να πάει ακόμη πιο πίσω στην πηγή, σύνδεσμος για το ίδιο το πρακτικό. Όπου είναι αναγκαίο για την κατανόηση όσων λέγονται, προσθέτω σύντομες επεξηγήσεις, οι οποίες διακρίνονται καθαρά από την περίληψη και συνοδεύονται από τις πηγές τους.”

Εκτενή περίληψη του πρακτικού