Προπαγάνδα, Αλήθεια και Μνήμη… Του Διονύση Κ. Καραχάλιου

34

Του Διονύση Κ. Καραχάλιου

Καίρια υπήρξε, με αφορμή την συμπλήρωση 77 ετών από την λήξη της κομμουνιστικής ανταρσίας,  η υπενθύμιση, από τον υπουργό Υγείας Αδ. Γεωργιάδη, της ομιλίας του Γεωργίου Παπανδρέου στην Πάτρα, στις 14 Αυγούστου 1949, δηλαδή λίγες μόνον ημέρες πριν από την λήξη των νικηφόρων μαχών του Εθνικού μας Στρατού στο Γράμμο και στο Βίτσι.

Το πνεύμα της Μεταπολίτευσης, με την ανοχή των απογόνων των νικητών της εποχής εκείνης, επέτρεψε στην Αριστερά να «ξαναγράψει» την ιστορία και να εμφανίζει  τους ηττημένους ως «δικαιωμένους» για τον αγώνα τους και την χώρα περίπου ως άτυχη (!) που δεν γνώρισε την λαϊκή δημοκρατία, την οποία θέλησαν να επιβάλλουν με την βία ο Ζαχαριάδης, ο Βαφειάδης και τα «παλικάρια» τους!…

Ο «συμμοριτοπόλεμος», όπως τον αποκαλούσε ακόμη και το 1962 ο Ανδρέας Παπανδρέου (βλ. το βιβλίο του, Στρατηγική οικονομικής αναπτύξεως της Ελλάδος, έκδοση του Κέντρο Οικονομικών Ερευνών, Αθήνα 1962), ήταν, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ομιλία του πατέρα του, Γεωργίου Παπανδρέου, «ο σκληρότατος Αγών, τον οποίον εξαπέλυσαν εναντίον μας οι κληρονομικοί εχθροί της πατρίδος χρησιμοποιούντες την προδοσίαν της Πέμπτης Φάλαγγος, του Κομμουνιστικού Κόμματος […] Ο συρφετός των προδοτών, ο οποίος είχε συγκεντρωθεί εις τον Γράμμον και το Βίτσι, αριθμείται πλέον εις νεκρούς, εις αιχμαλώτους και εις φυγάδας. Δόξα και τιμή εις τας ενόπλους δυνάμεις της χώρας. Ζήτω ο εθνικός μας Στρατός. Από τα βάθη της ψυχής του το έθνος απευθύνει υπερήφανον και ευγνώμονα χαιρετισμόν προς τας Ενόπλους Δυνάμεις, αι οποίαι με τον ηρωισμόν και την αυτοθυσίαν των, ακόμη μίαν φοράν εξασφαλίζουν την ανεξαρτησίαν και την αιωνιότητα τής Ελλάδος. Και το Έθνος ολόκληρον υποκλίνεται ευλαβώς ενώπιον της Ιεράς Μνήμης των αθανάτων Νεκρών μας. Εις την συνείδησιν των επερχομένων ελληνικών γενεών αιωνία θα είναι η μνήμη των»…

Όμως, χάρη στην αδικαιολόγητη ανοχή και απάθεια του αστικού χώρου, το ΚΚΕ, με την δύναμη της προπαγάνδας, που απλώθηκε, μεθοδικά, επίμονα και με «ιεραποστολική» αφοσίωση, στην διανόηση, στην τέχνη, στα πανεπιστήμια και στον τύπο, πέτυχε να ενσταλάξει στους απογόνους των νικητών του ένα ακατανόητο, όσο και δυσβάστακτο πλέγμα ενοχής για την νίκη των εθνικών δυνάμεων, σε βαθμό που πολλοί εξ αυτών να ντρέπονται για τον αγώνα και την θυσία των προγόνων τους… Και, παράλληλα, πέτυχε, να αναπτύξει στην συνείδηση των οπαδών του, αλλά και σε σημαντική μερίδα του πληθυσμού, της οποίας εκμεταλλεύθηκε, την άγνοια, την αδιαφορία, την αφέλεια ή και την παραίτηση από τον ιδεολογικοπολιτικό διάλογο,  την αίσθηση ενός μεγαλειώδους και δίκαιου αγώνα αγνών και άδολων ιδεαλιστών, που μόχθησαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από την τυραννία του φασισμού, οραματιζόμενοι την «λαϊκή εξουσία» και την «πλέρια δημοκρατία», καθιστώντας, με την ψυχική τους υπεροχή και την ασύγκριτη γενναιοφροσύνη τους,  το ιερό «μαρτυρολόγιο» της Αριστεράς, τουλάχιστον ισάξιο με αυτό των ηρώων του ΄21…  

Έτσι, έχουμε καταλήξει σήμερα, με ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας να αποδέχεται ή, έστω να ανέχεται, χωρίς διάθεση αντίδρασης, την λογική του «Ριζοσπάστη»: «Αν βρίσκεσαι στην πλευρά των ηττημένων, μπορείς να θυμάσαι με νοσταλγία (!) την ήττα σου, να στήνεις  σταλινικής έμπνευσης μνημεία σε όλη την Επικράτεια, να τιμάς τους νεκρούς της παράταξής σου, να περπατάς, βαθύτατα συγκινημένος, στο Γράμμο και στο Βίτσι και να ονειρεύεσαι την ημέρα που οι συνθήκες θα το επιτρέψουν, για να επαναλάβεις την βίαιη απόπειρα για την εξόντωση του «ταξικού εχθρού» και την κατάληψη της εξουσίας…   Αν όμως βρίσκεσαι στην πλευρά των νικητών, αν τολμήσεις να θυμίσεις την θυσία των παλικαριών, που κράτησαν την Ελλάδα ελεύθερη και της επέτρεψαν να γίνει δημοκρατική χώρα, αποφεύγοντας τον εφιάλτη που έζησαν οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τότε, αυτομάτως, γίνεσαι «αντιδραστικός», «διχαστικός», «εμφυλιοπολεμικός», «ακροδεξιός» και «αντικομμουνιστής», που πρέπει να ντρέπεσαι  για το «κατάντημά» σου, αλλά και για τους προγόνους σου!…

Έναν και πλέον αιώνα μετά την ίδρυση του ΚΚΕ, οκτώ, περίπου, δεκαετίες μετά την λήξη μιας ανείπωτης ελληνικής τραγωδίας, την οποία προκάλεσε η απόπειρά του να μετατρέψει την Ελλάδα σε «παράδεισο του υπαρκτού σοσιαλισμού» και υποζύγιο της Σοβιετικής Ένωσης και 35 και πλέον χρόνια μετά την παταγώδη κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και την αμετάκλητη απομυθοποίηση της «πατρίδας των λαών» και των «δορυφόρων» της, οι Έλληνες κομμουνιστές παραμένουν αμετακίνητοι  στην ιδεολογική μέγγενη που τους έχει κληροδοτήσει ο αποθανών μαρξισμός-λενινισμός, με το ανώτερο στάδιό του, τον σταλινισμό. Η ιδεολογία που, με την εφαρμογή της στην πράξη, κατέληξε στην πλέον αδίστακτη και απάνθρωπη εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, παραμένει, στα μάτια των Ελλήνων κομμουνιστών, η θαυματοποιός δύναμη, η οποία ΘΑ καταργήσει την ωμή πραγματικότητα, που, εν τούτοις, απετέλεσε το κύριο χαρακτηριστικό στις κοινωνίες όπου κυριάρχησε: την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο! Και, ταυτόχρονα, προβάλλεται το τρίπτυχο, ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας – σοσιαλιστική επανάσταση – οικοδόμηση και  εδραίωση της σοσιαλιστικής εξουσίας, ως αμετακίνητος στόχος και οραματική επιδίωξη του κόμματος, που, ενώ αιματοκύλησε την (βασανισμένη ήδη από την τριπλή ξενική κατοχή) χώρα και  έθεσε σε κίνδυνο ακόμη και την εδαφική της ακεραιότητα (με την προσπάθεια απόσπασης της Μακεδονίας και της Θράκης από τον εθνικό κορμό), εξακολουθεί να διαλαλεί τις ολοκληρωτικές του καταβολές και την πρόθεσή του να καταργήσει την κοινοβουλευτική δημοκρατία…

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, αυτή η ιδεολογική παράλυση, που εμποδίζει το ΚΚΕ να δει την πραγματικότητα και το κρατά δέσμιο ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και συμπλεγμάτων, συνιστά μια γραφικότητα ανάξια ενδιαφέροντος μεγαλύτερου από αυτό που προκαλεί μια χονδροκομμένη ανορθογραφία, κυριολεκτική ή μεταφορική.

Όμως, είναι γεγονός ότι, στην ελληνική κοινωνία, ο πυρήνας της μαρξιστικής – λενινιστικής ιδεολογίας, τα «επιτεύγματα» των σοσιαλιστικών «παραδείσων» και το όραμα της «λαϊκής εξουσίας», διατηρούν μια γοητεία αντιστρόφως ανάλογη προς την περιφρόνηση και την χλεύη με την οποία αντιμετωπίζονται πλέον στον υπόλοιπο κόσμο (πλην Κίνας, Βόρειας Κορέας, Κούβας και κάποιων αφρικανικών δικτατοριών), με αποτέλεσμα να επηρεάζουν συμπεριφορές και νοοτροπίες ακόμη και ανθρώπων που δεν διανοούνται να καταχωρηθούν στον χώρο της Αριστεράς. Αυτή η πραγματικότητα, η οποία ενισχύεται από τον κινηματικό χαρακτήρα, την ακτιβιστική διάθεση και τον «αγωνιστικό» ενθουσιασμό, που χαρακτηρίζουν τις ποικιλώνυμες συσσωματώσεις και τα «γκρουπούσκουλα» της Αριστεράς,  σε συνδυασμό με  την αμείωτη προπαγανδιστική λειτουργία τους, διαμορφώνει κοινωνικές αντιστάσεις και αναστολές σε κάθε μεταρρυθμιστική, αναπτυξιακή και, εν τέλει, πράγματι προοδευτική προσπάθεια, με αποτέλεσμα μια κοινωνία, υποτίθεται δημοκρατική και φιλελεύθερη, να υποτάσσεται συχνά στις αξιώσεις και τις δεσμεύσεις, που επιβάλλουν η δράση και οι πρακτικές μειοψηφιών, ιδεολογικά αγκυλωμένων στο παρελθόν.  

Υπό την έννοια αυτή, η υπενθύμιση της ιστορικής αλήθειας είναι κάτι περισσότερο από υποχρέωση μνήμης, τιμής και σεβασμού για Εκείνους που νίκησαν τότε και μας κράτησαν ελεύθερους. Είναι ανάγκη για την υπέρβαση αναχρονιστικών ψευδαισθήσεων και ιδεοληπτικών εμμονών, που υπονομεύουν και δυναμιτίζουν το μέλλον της χώρας.-