Ο Ερντογάν οραματίζεται τον «αιώνα της Τουρκίας» πάσχοντας συγχρόνως από το «σύνδρομο της περικύκλωσης»
Σύμφωνα με τη στοχευμένη διαρροή στον τουρκικό Τύπο, ο Ιμπραήμ Καλίν μετέφερε στην Αθήνα μήνυμα για το Αιγαίο: «Οχι τετελεσμένα, όχι διατάραξη του status quo, όχι στρατιωτικοποίηση».
Οι προειδοποιήσεις του επικεφαλής της ΜΙΤ και στενού συνεργάτη του Ταγίπ Ερντογάν ήταν ακόμα ένας κρίκος στην αλυσίδα μιας σειράς ενεργειών που υποδεικνύουν ότι η Αγκυρα, χωρίς να αφήνει στην άκρη την επίμονη προσπάθεια επιβολής στην Ανατολική Μεσόγειο, στρέφεται ξανά τις τελευταίες εβδομάδες εκεί απ’ όπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά οι διεκδικήσεις της: στο Αιγαίο Πέλαγος.
Η επιθετική επαναφορά της Τουρκίας στην περιοχή προβληματίζει, προφανώς, την Αθήνα, ενώ ως «πυροκροτητής» προσλαμβάνεται η ανακήρυξη του θαλάσσιου πάρκου στις Νότιες Κυκλάδες, καθώς διά της συμπερίληψης του συμπλέγματος Κινάρου-Λεβίθων, του οποίου η Αγκυρα αμφισβητεί την κυριαρχία, καταρρίπτεται επί χάρτου η ανυπόστατη τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Εκείνες τις ημέρες, η Τουρκία διαμήνυσε ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί την εργαλειοποίηση περιβαλλοντικών ζητημάτων, καθώς υποκρύπτει στρατηγική αλλαγής του καθεστώτος στο Αιγαίο.
Εκτοτε έως και σήμερα, με αποκορύφωμα την παράνομη χάραξη του θαλάσσιου πάρκου μεταξύ Σαμοθράκης και Λήμνου, η Αγκυρα επαναφέρει σε κάθε ευκαιρία τα συνδεδεμένα – κατά την ίδια – ζητήματα της κυριαρχίας και της αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών, ανεβάζοντας επικίνδυνα τη θερμοκρασία στις διμερείς σχέσεις.
Στο Αιγαίο ξανά η ένταση
Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών, η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου, ήταν αποτέλεσμα της απόφασης του ΚΥΣΕΑ (Μάρτιος 2026) να αποσταλούν οι πύραυλοι Patriot στην Κάρπαθο και τα επιπλέον F-16 στη Λήμνο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Κύπρο.
Ο παράγων «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Πέντε μήνες μετά, η συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ για τη δημιουργία της «Ασπίδας του Αχιλλέα», η υλοποίηση της οποίας προϋποθέτει εγκατάσταση οπλικών συστημάτων στα νησιά του Αιγαίου, λειτούργησε ως το πλέον πρόσφορο έδαφος προκειμένου να καλλιεργηθεί έτι περαιτέρω το «σύνδρομο της περικύκλωσης», το οποίο εδώ και δεκαετίες κατατρύχει την τουρκική δημόσια σφαίρα: για όσους επιβουλεύονται την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας, τα ελληνικά νησιά δύνανται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά ως επιθετικές πλατφόρμες. Κι αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να γίνει ανεκτό στην Αγκυρα.
«Ο αιώνας της Τουρκίας»

Η απάντηση της Αθήνας, ότι «η αμυντική διάταξη και οι στρατηγικές συμμαχίες της χώρας δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ούτε απειλούν τρίτους», δεν έφερε την επιθυμητή αποσυμπίεση, κι αυτό αποδεικνύεται με μια σύντομη ματιά σε όσα γράφονται και κυρίως όσα λέγονται δημοσίως, με το Αιγαίο να κυριαρχεί ξανά στα τηλεοπτικά πάνελ των τουρκικών τηλεοπτικών σταθμών. Πράγματι, το αφήγημα ότι η Ελλάδα δίνει ζωτικό χώρο στο Ισραήλ ώστε από κοινού, ως «κακοί ξένοι», να περικυκλώσουν και εν τέλει να επιτεθούν στη χώρα «πουλάει» κατά κόρον, ειδικά στο κοινό που ακολουθώντας τον πρόεδρο Ερντογάν οραματίζεται τον «Αιώνα της Τουρκίας» ως την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της στην ευρύτερη περιοχή.
Πέραν, όμως, της επικοινωνιακής διάστασης, στην Αγκυρα εκτιμούν ότι τόσο η ελληνοϊσραηλινή συμμαχία, όσο κυρίως το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών αποτελούν την αχίλλειο πτέρνα της Αθήνας.
Οσον αφορά τη σχέση με το Τελ Αβίβ, η τουρκική προσέγγιση είναι ότι η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί, όπως καμία άλλη ευρωπαϊκή δύναμη, στη σχέση της με «τον απομονωμένο διεθνώς, επιθετικό και φιλοπόλεμο Νετανιάχου», ενώ μάλιστα ουδείς γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Βεβαίως, το γεγονός ότι μόλις την περασμένη Πέμπτη το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαιρέτισε τη συμφωνία για τον αντιπυραυλικό θόλο αποδεικνύει τη σημασία αυτού του είδους συνεργειών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το αγκάθι της αποστρατιωτικοποίησης
Αναφορικά με την αποστρατιωτικοποίηση, στην τουρκική ηγεσία είναι πλέον εμπεδωμένο ότι η θέση περί παραβίασης των Συνθηκών Λωζάννης (1923) και Παρισίων (1947) – διά των οποίων παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η κυριαρχία του Βορείου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων – βρίσκει όλο και περισσότερα ευήκοα ώτα στη διεθνή κοινότητα, καθώς, αν μη τι άλλο, βασίζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις που καταγράφονται σε αυτά τα θεμελιώδη κείμενα. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα επιχειρήματα της Αθήνας υπέρ της ανάπτυξης στρατιωτικής άμυνας στα νησιά είναι αστήρικτα και απαρχαιωμένα.
Υπενθυμίζεται ότι διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις αναδεικνύουν, πρώτον, το γεγονός ότι το καλοκαίρι του 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, δεύτερον, το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ως προς το δικαίωμα αυτοάμυνας, τρίτον, τη διατήρηση της τουρκικής Στρατιάς του Αιγαίου, η οποία διαθέτει αποβατικές δυνάμεις και, τέταρτον, τη διακηρυγμένη απειλή πολέμου (casus belli, 1995).
Η Aγκυρα σε αντίστιξη διατείνεται ότι ουδέποτε έχει επιτεθεί εναντίον ελληνικού εδάφους, ενώ ακόμα και αν η Ελλάδα έκρινε ότι όφειλε να εξοπλίσει τα νησιά, θα έπρεπε να λάβει την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί, ως ενδεικτικό της δυναμικής που υποκρύπτεται στο εν λόγω ζήτημα, ότι με την απάντησή της τον Απρίλιο του 2022 στον ΟΗΕ έναντι των τουρκικών αιτιάσεων σύνδεσης της αποστρατιωτικοποίησης του Αιγαίου με την κυριαρχία των νησιών, η Αθήνα ανέδειξε ένα επιπλέον επιχείρημα: η εδαφική διευθέτηση (όπως αυτές του 1923 και του 1947) αποτελεί κατά μόνας «πραγματικό γεγονός», το οποίο πλέον δεν εξαρτάται από τις Συνθήκες και κυρίως από μια πιθανή αλλαγή ορισμένων εκ των όρων τους.
Η υφαλοκρηπίδα και τα χωρικά ύδατα
Το Αιγαίο, όμως, χρησιμοποιείται εδώ και πέντε δεκαετίες από την Αγκυρα ως το κύριο πεδίο αμφισβήτησης και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, με βασική θέση της Αγκυρας ότι η τουρκική υφαλοκρηπίδα τέμνει το Πέλαγος στη μέση, καθώς τα νησιά διαθέτουν αποκλειστικά και μόνο χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων. Πλέον αυτής της δομικής αντιπαράθεσης, η Τουρκία μιλά διαχρονικά για «αλληλένδετα ζητήματα», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα αποφεύγει τις ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, «κρυπτόμενη» διεθνώς πίσω από τη θέση τής «μόνο μίας διαφοράς», δηλαδή την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Επιπλέον, για την Αγκυρα οι προβλέψεις του Δικαίου της Θάλασσας δεν εφαρμόζονται στο Αιγαίο, καθότι πρόκειται για «κλειστή θάλασσα», στην οποία ισχύουν οι περίφημες «ειδικές περιστάσεις».
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτηριστικά δίνης έχει λάβει στην Τουρκία η συζήτηση – ως αποτέλεσμα εν πρώτοις μιας άλλης στοχευμένης διαρροής και εν συνεχεία της απάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ – περί πιθανής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, ενός κατά τα άλλα αναφαίρετου δικαιώματος, το οποίο ως είθισται να λέγεται θα ασκηθεί «όταν αυτό κριθεί σκόπιμο». Ανεξαρτήτως αν η επέκταση αφορά το Αιγαίο ή όχι, οι δημοσιολογούντες στη γείτονα – και μάλιστα αυτοί απηχούν τις απόψεις του Προεδρικού Μεγάρου – μιλούν ανοικτά για «αιτία πολέμου» ακόμα κι αν η Ελλάδα προχωρήσει «έστω κι ένα μέτρο», καθώς πράγματι η Τουρκία θίγεται πολλαπλώς: η επέκταση θα καθιστούσε το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας ήσσονος σημασίας, διότι η Ελλάδα θα είχε υπό την κυριαρχία της περισσότερο από το 70% του Αιγαίου, περιορίζοντας κατά κόρον τον ζωτικό χώρο της Αγκυρας, ενώ παραλλήλως θα ματαιώνονταν οι περισσότερες τουρκικές διεκδικήσεις.
Αυτά, βεβαίως, δεν ισχύουν στην περίπτωση επέκτασης ανατολικά της Κρήτης, όπου όμως δεσπόζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο, πολλώ δε μάλλον στα νότια και δυτικά του νησιού. Σε κάθε περίπτωση, μια απλώς και μόνο θεωρητική συζήτηση περί επέκτασης των εθνικών χωρικών υδάτων είναι κατά γενική ομολογία ατελέσφορη και αναποτελεσματική, ανεξαρτήτως του επιθυμητού στόχου.
Πηγή: tovima.gr



