Του Ηλία Καραβόλια
Με αφορμή τις τελευταίες μέρες, που τόσος κόσμος μαζεύτηκε και θρήνησε τον Γιώργο Μαζωνάκη, και τόσοι άνθρωποι στα αμάξια ακούνε τα τραγούδια του, δημοσιεύτηκαν αρκετές αναλύσεις και απόψεις – μερικές κάπως υπερφιλοσοφημένες και κοινωνιολογικές, και μερικές απλά «ανθρώπινες».
Όμως για κάποια φαινόμενα, όπως το αυθόρμητο λαϊκό συναίσθημα, καλό είναι να πετάμε τις τηβέννους του κοινωνικού κατήγορου, και την ψευτοκουλτούρα του ποιοτικού από πάνω μας, και απλά να σιωπούμε, να σκεφτόμαστε, και κυρίως να νιώθουμε.
Να νιώθουμε πρώτα απ όλα τους πολλούς. Και να σκεφτόμαστε γιατί άραγε ταυτίζονται σε επιλογές, βιώματα , ανάγκες, συναισθήματα.
Και δεν βλάπτει να ψάχνουμε την μεγάλη εικόνα, να θυμόμαστε Χρήσιμο βιβλίο που μας θυμίζει κυρίως ότι στο Μπουρνάζι, στη Νίκαια, στο Αιγάλεω, και στην δυτική Αττική γενικότερα, υπάρχει και η άλλη Ελλάδα : όχι των celebrities και των bistro ή των πολυτελών clubs των νότιων και των βόρειων προαστίων.
Συστήνω λοιπόν ένα βιβλίο γραμμένο από την Ναταλία Κουτσογέρα, κοινωνική ανθρωπολόγος στο Πάντειο, που προ δύο ετών έγραψε για την πολιτισμική και «αισθητική» συμπεριφορά, και κυρίως τις επιτελέσεις του λαϊκού στις υποκειμενικότητες, κάτι που αφορά αυτούς ακριβώς «τους πολλούς» στην νεοελληνική κοινωνία.
Αξίζει να το μελετήσουμε ώστε να γειωθούμε με την πραγματικότητα – να αναρωτηθούμε και να καταλάβουμε πχ γιατί το λαϊκό τραγούδι άλλαξε, γιατί το πολιτισμικό στοιχείο είναι αποτυπωμένο σε κάθε εποχή με διαφορετικό τρόπο – από αυτόν που σχολιάζουν στήλες «ποιοτικών» και «καλλιτεχνικών» κριτικών ή αναρτήσεις στα social άλλου ύφους, άλλης αισθητικής.
Η συγγραφέας ξεκινάει ψάχνοντας το διασκεδαστικό ίχνος στην νεολαία – και όχι μόνο – της Δυτικής Αττικής, εκεί που ζει ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Αφού επισκεφθεί έννοιες αναγκαίες και επιστημολογικούς προσανατολισμούς, ως ανθρωπολόγος ερευνήτρια εξετάζει πώς λειτουργούν τα μουσικά και καλλιτεχνικά μοτίβα στους «λαϊκούς» νεανικούς πληθυσμούς.
Ουσιαστικά μας ξεναγεί στο τι σημαίνει σήμερα, στην ψηφιακή εποχή – όπου οι τάξεις και η αισθητική αναμιγνύονται -«νεανικοί πολιτισμοί»
Πώς βιώνει στην πραγματικότητα την νύχτα και την διασκέδαση ο ντελιβεράς, η σερβιτόρα, ο φοιτητής που κάνει και μεροκάματο, το παιδί που δεν σπουδάζει αλλά επιβιώνει με μια τέχνη ή μια ειδικότητα χειρωνακτικής εργασίας.
Το βιβλίο μας δείχνει γιατί πχ το τραπ κατέλαβε τον κόσμο των νέων – κυρίως στις δυτικές συνοικίες- γιατί το pop ελαφρολαϊκό τραγούδι κυριαρχεί ξανά στην νυχτερινή λαϊκή διασκέδαση.
Η Κουτσογερα επεξεργάζεται ως επιστήμονας τις χωροχρονικές οριοθετήσεις, τις μεθοδολογικές διαδρομές ώστε να κατανοήσει ( και να μας κάνει να προβληματιστούμε) αυτήν την ζήτηση για «τρέλα», για εκκεντρικότητα : αυτή την σχέση πχ ακόμα και ναρκωτικών ουσιών και μουσικών ακουσμάτων, που δίνει ενδεχομένως ψευδαισθητικές διεξόδους σε φτωχά λαϊκά παιδιά, που καταναλώνουν ποτό και χρόνο μαζί, χαμένα μερικά μέσα σε μη προσδιορισμένες έμφυλες ταυτότητες, με ευνουχισμένα όνειρα ενίοτε, ή με ροπή να βγουν έξω από την «δύσκολη» σκηνή της οικογένειας, της γενεαλογίας, της εθνογραφικής βιοπάλης.
Κάνει ανάλυση του στιχουργικού και οπτικο-ακουστικού περιεχομένου των μουσικών επιλογών, ώστε να δείξει πώς πχ η εμπορική χιπ χοπ μουσική (ραπ και τραπ) διασταυρώνονται με τα λαϊκά παλιά τραγούδια για να παραγάγουν ροές νοημάτων και ανάμεικτα συναισθήματα.
Παρατηρεί και καταγράφει την απλωμένη «ψυχική ευφορία» και το πως υποχώρησε η ξενομανία πχ των νεολαίων από τα ‘80s και τα ‘90s στις σημερινές επιλογές : στις «συναισθαντικές επιτελέσεις στο ελληνάδικο, στη λαϊκή και τραπ μουσική»
Η συγγραφέας βλέπει το συμβολικό κεφάλαιο πίσω από την λαϊκότητα και την πολιτισμική επιλογή των νέων, και εξηγεί αυτή την «αναπαραστατική οριακότητα» που επικρατεί (πχ το παράδειγμα των επικίνδυνων πως «εκφράζεται», το φύλο με την μουσική, γιατί κυριαρχεί η αισθητική των θηλυκοτήτων αλλά και γιατί ταυτόχρονα μπορεί να έχουμε σε νέα αγόρια αρρενωπές «επιτελέσεις της κοινωνικής οδύνης, του ερωτικού πόνου και της αλητείας»
Το βιβλίο ουσιαστικά εξηγεί την κοινωνιολογική διάσταση του «ελληνάδικου» που περιλαμβάνει μαζί λαϊκή και τραπ μουσική, μια αναπαραστατική μίξη από αποδομημένες ταυτότητες, και μας δείχνει πώς δομείται το φαίνεσθαι του εαυτού (μια ενδεχομένως “άλλη” δήλωση ταυτότητας) σε αγόρια, κορίτσια, gay, bisexuals, μέσω της μουσικής έκφρασης και της μαζικής εκδοχής, της λαϊκότητας ….



