Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Ο ρωσικός “σκιώδης στολος” δεν είναι ένας ενιαίος, επίσημος στόλος με κοινή σημαία ή διοίκηση. Η ΕΕ έχει πλέον θέσει πάνω από 670 πλοία, που φέρονται να εξυπηρετούν ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές σε καθεστώς κυρώσεων και απαγόρευσης πρόσβασης σε ευρωπαϊκά λιμάνια/υπηρεσίες, ενώ αναγνωρίζει ότι το shadow fleet δημιουργεί κινδύνους και για την θαλάσσια ασφάλεια, περιβάλλον και κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ΕΕ επέκτεινε τον Ιούλιο 2026 τα μέτρα κατά του shadow fleet σε ακόμη 41 πλοία και, για πρώτη φορά, σε πλοία που παρέχουν υπηρεσίες στα ήδη στοχοποιημένα δεξαμενόπλοια.
Η Ελλάδα έχει μια ιδιαιτερότητα διότι είναι ταυτόχρονα ναυτιλιακή δύναμη και κράτος-μέλος της ΕΕ και του NATO.
Άρα βρίσκεται στο σημείο όπου τέμνονται το Ρωσικό ενεργειακό εμπόριο, η ελληνική ναυτιλία, οι ευρωπαικές κυρώσεις και η αμερικανο-ρωσική στρατηγικη αντιπαράθεση. Αυτό δημιουργεί ένα κλασικό γεωπολιτικό δίλημμα ρίσκου. Η ελληνική ναυτιλία έχει οικονομικό συμφέρον από την ελεύθερη λειτουργία της παγκόσμιας ναυλαγοράς, ενώ η ελληνική πολιτεία έχει υποχρέωση να εφαρμόζει το ευρωπαϊκό καθεστώς κυρώσεων. Δεν είναι λοιπόν απλώς θέμα «Ρωσία–Ουκρανία». Η Ελλάδα μπορεί δηλαδή να βρεθεί εκτεθειμένη σε συνέπειες ενός πολέμου στον οποίο δεν είναι εμπόλεμο μέρος. Το στρατηγικό ρίσκο που προκαλείται θα μπορούσε να αποκληθεί «The Shadow Fleet Trap».
Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις στρατηγικοί κίνδυνοι.Όσο περισσότερα πλοία που συνδέονται με τη ρωσική ενεργειακή οικονομία κινούνται στη Μεσόγειο, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ένα επεισόδιο Ρωσίας–Ουκρανίας να αποκτήσει ελληνική γεωγραφική διάσταση. Επίσης, δεύτερον, μιά επίθεση, σύγκρουση, φωτιά η περιβαλλοντικό επεισόδιο μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από την αρχική στρατιωτική ενέργεια. Καί, τρίτον, το shadow fleet δεν αφορά μόνο πετρέλαιο. Η ΕΕ τον συνδέει πλέον ρητά με κινδύνους για υποθαλάσσια καλώδια και άλλες κρίσιμες υποδομές. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Ελλάδα λόγω υποθαλάσσιων καλωδίων, ενεργειακών διασυνδέσεων, τηλεπικοινωνιών, λιμένων, κι ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Εάν ένα ρωσικό ή συνδεδεμένο με τη Ρωσία πλοίο δεχθεί επίθεση σε ελληνική θαλάσσια περιοχή, δημιουργείται ένα πολύ δύσκολο ερώτημα: Πού τελειώνει ο πόλεμος της Ουκρανίας και πού αρχίζει η ελληνική ασφάλεια; Εδώ το θέμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο διότι η Ελλάδα είναι μεγάλη ναυτιλιακή χώρα. Αρα,με τις κυρώσεις μειώνονται τα διαθέσιμα πλοία, αυξάνονται τα freight rates, αυξάνεται το ασφαλιστικό ρίσκο, αυξάνεται το κόστος μεταφοράς, δημιουργούνται νέες ευκαιρίες αλλά και ρίσκα συμμόρφωσης για ελληνικές ναυτ. εταιρίες. Ταυτόχρονα, η αυστηροποίηση των κυρώσεων μπορεί να δημιουργήσει αλλοιώσεις της αγοράς.
Η περίπτωση του ρωσικού LNG είναι χαρακτηριστική: η ΕΕ το 2026 διατήρησε προσωρινή εξαίρεση που επιτρέπει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις τη μεταφορά ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες βάσει παλαιότερων μακροχρόνιων συμβάσεων. Αρα, το συμπέρασμα είναι πως η πολιτική των κυρώσεων καθίσταται πηγή ρίσκου της αγοράς.
Πώς λοιπόν ένα γεγονός γεωπολιτικής ισχύος – ο ρωσικός “σκιώδης στόλος” – μετατρέπεται σε ρίσκο για ένα κράτος;
Στον σύγχρονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ο κίνδυνος δεν ταξιδεύει πλέον μόνο με πολεμικά πλοία. Ταξιδεύει με εμπορικά πλοία, ασφαλιστήρια συμβόλαια, ενεργειακές ροές, λιμάνια, καλώδια και χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Η γεωπολιτική λοιπόν δεν είναι ιστορία πολέμων και διπλωματίας, αλλά και σύστημα μετάδοσης κινδύνου από το διεθνές επίπεδο μέχρι την ελληνική οικονομία και την εθνική ασφάλεια. Το πολιτικό ρίσκο για την Ελλάδα εμφανιζεται σαν δίλημμα πολιτικής. Η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ πρέπει να εφαρμόζει τις κυρώσεις. Σαν ναυτιλιακή δύναμη πάλι έχει συμφέρον να προστατεύσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ναυτιλίας της. Και σαν μέλος του NATO έχει συμφέρον να περιορίζει τις ρωσικές δυνατότητες. Σαν Μεσογειακό κράτος, τέλος, έχει συμφέρον να αποφύγει την επέκταση του πολέμου στην περιοχή. Άρα, η Ελλάδα μπορεί να έχει τέσσερα ταυτόχρονα συμφέροντα που δεν ταυτίζονται απολύτως.
Αυτό είναι “πολιτικό ρίσκο”.



