Πόσο σκόπιμη είναι η επιδότηση της τιμής των καυσίμων;
Του Τάσου Αβραντίνη*
Ας υποθέσουμε ότι εξαιτίας μιας κακής σοδειάς τα πορτοκάλια λιγοστεύουν και η τιμή τους διπλασιάζεται. Οι καταναλωτές αντιδρούν με τον συνηθισμένο τρόπο: αγοράζουν λιγότερα πορτοκάλια, περισσότερα μήλα και περιμένουν καλύτερες ημέρες. Κανείς δεν χαίρεται ιδιαιτέρως, αλλά η ζωή συνεχίζεται.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι η κυβέρνηση αποφασίζει να προστατεύσει τους πολίτες από την «ακρίβεια των πορτοκαλιών» επιδοτώντας την αγορά τους ώστε να συνεχίσουν να κοστίζουν όσο πριν. Οι καταναλωτές δεν έχουν πλέον λόγο να αγοράζουν λιγότερα. Η ζήτηση παραμένει υψηλή, μολονότι τα πορτοκάλια είναι λιγότερα. Ύστερα από λίγο η κυβέρνηση θα αναρωτιέται, πιθανότατα με ειλικρινή απορία, γιατί η τιμή τους εξακολουθεί να ανεβαίνει.
Αυτό περίπου κάνουμε με τα καύσιμα. Οι πόλεμοι, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και οι διαταραχές στην προσφορά αυξάνουν το κόστος του πετρελαίου. Αυτό είναι ένα πραγματικό κόστος για όλους μας. Η οικονομία μας χρειάζεται ένα αγαθό που έγινε ακριβότερο. Καμία κυβέρνηση δεν διαθέτει κάποια μυστική αποθήκη φθηνού πετρελαίου στο υπόγειο του υπουργείου Οικονομικών.
Όταν λοιπόν το κράτος επιδοτεί την τιμή στην αντλία, δεν κάνει το πετρέλαιο φθηνότερο. Απλώς αποκρύπτει από τον καταναλωτή ένα μέρος του κόστους του και το στέλνει στον φορολογούμενο. Συγχρόνως του αφαιρεί το ισχυρότερο κίνητρο να καταναλώσει λιγότερο. Η τιμή όμως δεν είναι εχθρός. Είναι πληροφορία. Όταν ανεβαίνει, μας πληροφορεί ότι ένα αγαθό έγινε σπανιότερο. Μας παρακινεί να περιορίσουμε την κατανάλωσή του, να συνδυάσουμε δύο διαδρομές σε μία» να χρησιμοποιήσουμε περισσότερο τα μέσα μεταφοράς, να αγοράσουμε οικονομικότερο αυτοκίνητο, να αναζητήσουμε άλλες μορφές ενέργειας. Συγχρόνως παρακινεί χιλιάδες επιχειρήσεις να αναζητήσουν νέες πηγές προσφοράς και υποκατάστατα.
Εάν αποκρύψουμε αυτή την πληροφορία, δεν εξαφανίζουμε τη σπανιότητα. Απλώς καθυστερούμε την προσαρμογή σε αυτήν. Ακόμη χειρότερα, όταν πολλές χώρες επιδοτούν ταυτοχρόνως τα καύσιμα, διατηρούν τεχνητά υψηλότερη την παγκόσμια ζήτηση ακριβώς τη στιγμή που η προσφορά πιέζεται. Προσπαθούμε δηλαδή να θεραπεύσουμε την αύξηση της τιμής, επιδοτώντας έναν από τους λόγους για τους οποίους δεν υποχωρεί.
Υπάρχει και μια ωραία γεωπολιτική ειρωνεία. Οι δυτικές δημοκρατίες προσπαθούν με κυρώσεις και άλλες πολιτικές να περιορίσουν τα έσοδα αυταρχικών πετρελαιοπαραγωγών καθεστώτων. Ταυτοχρόνως επιδοτούν στο εσωτερικό τους την κατανάλωση καυσίμων, περιορίζοντας την πτώση της ζήτησης, που θα πίεζε τις διεθνείς τιμές προς τα κάτω. Με το ένα χέρι επιχειρούν να περιορίσουν τα έσοδα των καθεστώτων αυτών και με το άλλο επιδοτούν τη ζήτηση για το προϊόν που τα χρηματοδοτεί. Η εξωτερική πολιτική συναντά την οικονομική πολιτική στην αντλία – και δεν φαίνεται να έχουν συστηθεί.
Βεβαίως, μια απότομη ενεργειακή κρίση πλήττει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα. Εκεί υπάρχει χώρος για προσωρινή και στοχευμένη εισοδηματική ενίσχυση.
Είναι όμως διαφορετικό να βοηθάς έναν άνθρωπο να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ανάγκη και διαφορετικό να του λες ότι η βενζίνη εξακολουθεί να κοστίζει όσο χθες.
Η οικονομία έχει έναν ενοχλητικό τρόπο να επιμένει στην πραγματικότητα. Όταν κάτι σπανίζει, γίνεται ακριβότερο. Και όταν γίνεται ακριβότερο, πρέπει να κάνουμε οικονομία. Μπορούμε ασφαλώς να επιδοτήσουμε τη βενζίνη ώστε να μη βλέπουμε την πραγματική τιμή της. Μπορούμε επίσης, όταν ανάψει το λαμπάκι της βενζίνης, να το σκεπάσουμε με μονωτική ταινία. Στη δεύτερη περίπτωση, τουλάχιστον, δεν επιβαρύνεται ο κρατικός προϋπολογισμός.
*κ. Τάσος I. Αβραντίνης είναι νομικός και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ).



