Αν η Κοβέσι ήταν στην Ελλάδα, δεν θα υπήρχε Ευρωπαϊκή Εισαγγελία… Του Διαμαντή Σεϊτανίδη

125

Γράφει ο Διαμαντής Σεϊτανίδης

Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη, καθοριστική σε μια Δημοκρατία, γραμμή που χωρίζει την πολιτική κριτική από τη δημόσια διαπόμπευση. 

Στη σημερινή ελληνική συγκυρία, αυτή η γραμμή μοιάζει να έχει σβηστεί. 

Ονόματα πολιτικών της Νέας Δημοκρατίας που εμφανίζονται σε δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, παρουσιάζονται ήδη ως «ένοχοι», όι πριν καταδικαστούν, όχι πριν απαγγελθούν κατηγορίες, αλλά ακόμα και πριν καν ανοίξει η διαδικασία διερεύνησης. 

Η υποψία βαφτίζεται απόδειξη. 

Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε προαναγγελία καταδίκης.

Η πρακτική αυτή δεν είναι απλώς υπερβολική. 

Είναι επικίνδυνη για τη Δημοκρατία μας. 

Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η ίδια η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει ένα παράδειγμα που την αποδομεί εκ βάθρων: την περίπτωση της ίδια της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, Λάουρα Κοβέσι.

Το 2019, η Λάουρα Κοβέσι βρέθηκε αντιμέτωπη με βαριές κατηγορίες στη Ρουμανία. 

Δεν επρόκειτο για αόριστες αιχμές, αλλά για συγκεκριμένες ποινικές διώξεις: κατάχρηση εξουσίας, δωροληψία και ψευδή κατάθεση. 

Κατηγορήθηκε ότι είχε εμπλακεί σε υπόθεση έκδοσης καταζητούμενου επιχειρηματία, ότι είχε παραποιήσει στοιχεία και ότι είχε υπερβεί τα όρια της εξουσίας της ως επικεφαλής της αντικατασκοπείας κατά της διαφθοράς.

Οι κατηγορίες αυτές συνοδεύτηκαν από θεαματικά μέτρα: της επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, κλήθηκε επανειλημμένα ως ύποπτη και βρέθηκε στο επίκεντρο μιας έντονης δημόσιας και πολιτικής σύγκρουσης. 

Αν μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στον ελληνικό δημόσιο λόγο του σήμερα, το συμπέρασμα θα ήταν προδιαγεγραμμένο: «διεφθαρμένη εισαγγελέας», «σύστημα εξουσίας», «σκάνδαλο στην κορυφή της Δικαιοσύνης» και… «φταίει ο Μητσοτάκης»!!!

Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε δικαστικά. 

Καμία καταδίκη δεν προέκυψε. 

Αντίθετα, η μεταχείρισή της κρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, ενώ η ίδια αναδείχθηκε τελικά επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενός θεσμού που ακριβώς έχει ως αποστολή την καταπολέμηση της διαφθοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αν η Λάουρα Κοβέσι είχε «δικαστεί» με τους όρους της ελληνικής πολιτικής αντιπαράθεσης, η πορεία αυτή δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. 

Θα είχε ήδη καταδικαστεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης. 

Θα είχε μετατραπεί σε σύμβολο διαφθοράς, όχι λόγω απόφασης δικαστηρίου, αλλά λόγω της έντασης των κατηγοριών και της ευκολίας με την οποία αυτές μετατρέπονται σε πολιτικά συνθήματα.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος: η ίδια λογική εφαρμόζεται σήμερα σε Έλληνες πολιτικούς. 

Η απλή αναφορά ενός ονόματος σε μια δικογραφία αρκεί για να ενεργοποιήσει έναν μηχανισμό δημόσιας απαξίωσης. 

Δεν εξετάζεται αν υπάρχουν αποδείξεις, αν η υπόθεση θα ευδοκιμήσει, αν τελικά θα καταρρεύσει. 

Η «καταδίκη» έχει ήδη συντελεστεί, όχι στα δικαστήρια, αλλά στα τηλεοπτικά πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η υπεράσπιση της Νέας Δημοκρατίας σε αυτό το περιβάλλον δεν είναι ζήτημα κομματικής αλληλεγγύης. 

Είναι ζήτημα θεσμικής λογικής. 

Γιατί αν γίνει αποδεκτό ότι η κατηγορία ισοδυναμεί με ενοχή, τότε κανείς δεν είναι πραγματικά προστατευμένος από την αυθαιρεσία της δημόσιας κρίσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υποθέσεις δεν πρέπει να ελεγχθούν. 

Το αντίθετο: πρέπει να ελεγχθούν σε βάθος και χωρίς εκπτώσεις.

 

Αλλά η διερεύνηση είναι έργο της Δικαιοσύνης, όχι της πολιτικής αντιπαράθεσης. 

Και η ευθύνη αποδίδεται με αποδείξεις, όχι με εντυπώσεις.

Η περίπτωση της Λάουρα Κοβέσι λειτουργεί ως μια προειδοποίηση. 

Δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να κατασκευαστεί μια εικόνα ενοχής και πόσο δύσκολα αποκαθίσταται. 

Δείχνει επίσης ότι η θεσμική πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από τη δημόσια αφήγηση.

Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα δεν είναι αν κάποιος είναι υπεράνω ελέγχου, κανείς δεν είναι.

Το ερώτημα είναι αν μια αληθινή Δημοκρατία αντέχει να μετατρέπει την υποψία σε καταδίκη.

Γιατί αν η απάντηση είναι «ναι», τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο στους κατηγορούμενους.

Αφορά στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος δικαίου και σκέπτεται η κοινωνία.-

Πηγή: epopteia.com.gr