Από την προσοδοθηρία στην παραγωγή αξίας… Του Λεωνίδα-Φοίβου Κόσκου

45

Του Λεωνίδα-Φοίβου Κόσκου

Στο προηγούμενο κείμενό μου θέλησα να περιγράψω την ερήμωση της δημόσιας σφαίρας από τους φυσικούς θεσμικούς συνομιλητές και  κατέφυγα στην «έρημη χώρα» του T.S.Eliot και ειδικότερα στον στίχο “Ι had not thought death had undone so many”.

Πράγματι το επιτελικό κράτος και η αμήχανη αντιπολίτευση έχουν καταστήσει την δημόσια σφαίρα χώρα έρημη θεσμικού δια-Λόγου, άρα έρημη Λόγο-δοσίας και ευθύνης με μόνο ένοικο τον πρωθυπουργό και κυρίαρχο δόγμα «δεν υπάρχει άλλη επιλογή». Στην προκειμένη περίπτωση και με οπτική δανεισμένη από τον Jürgen Habermas προκύπτει κενό νομιμοποίησης των θεσμών ενώ η πολυπαινεμένη πολιτική ηγεμονία του πρωθυπουργού συνιστά μάλλον επιβολή ηγεμονίας.

Οι παρεμβάσεις των Κώστα Καραμανλή, Αντώνη Σαμαρά και Ευάγγελου Βενιζέλου,  παρά τις οργανωμένες προσπάθειες υποτίμησής τους, υποκαθιστούν το προαναφερθέν κενό και αποτελούν έμπρακτη αμφισβήτηση όχι του προσώπου, αλλά της θεσμικής ανωμαλίας που συνιστά στη δημόσια σφαίρα «η ενός πρωθυπουργού Αρχή» (Πάσχος Μανδραβέλης κατά παράφραση Θουκυδίδη).

Οι τρεις, λόγω των προηγουμένων ιδιοτήτων τους και του κεφαλαίου εμπειριών από επιτυχίες και λάθη, αυτοδικαίως έχουν ρόλο στην δημόσια σφαίρα ως έγκυροι συνομιλητές και τον διεκδικούν εξ’ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος. Διατρέχουν όμως τον κίνδυνο να παραμείνουν στην διάγνωση των συμπτωμάτων της θεσμικής δυσλειτουργίας χωρίς προτάσεις υπέρβασής της και να καταλήξει ο λόγος τους συμβολική νομιμοποίηση της στρεβλής λειτουργίας της δημόσιας σφαίρας. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μίλησε αορίστως για την ανάγκη να συναφθεί νέο κοινωνικό συμβόλαιο, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται ότι θα αναλάβει ευρύτερη πολιτική πρωτοβουλία.

Η μελέτη των δύο περιπτώσεων, της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης και του επιτελικού κράτους, υποδεικνύει ότι το ενιαίο προσοδοθηρικό σύστημα διαθέτει αντοχές και δυνατότητες αντιμεταρρύθμισης ώστε να οδηγεί τις μέχρι τώρα απόπειρες μεταβολής του σε συσσωμάτωση, εκλογίκευση, εξιδανίκευση και ενίσχυση των χαρακτηριστικών και της παθογένειάς του. Επομένως η αναθεώρηση του συντάγματος δεν δυσχεραίνεται από συσχετισμούς ψήφων στην αναθεωρητική Βουλή, αλλά κυρίως από την έλλειψη των κοινωνικών ικανοτήτων του Αbramovitch.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως μια ακόμη άσκηση θεσμικής μηχανικής ούτε ως ευκαιρία περιστασιακών πολιτικών συμβιβασμών. Οφείλει να αποτελέσει την αφετηρία για την μετάβαση από το προσοδοθηρικό μοντέλο, που επί διακόσια χρόνια διαμόρφωσε την πολιτική και οικονομική οργάνωση της χώρας, σε νέο πρότυπο διακυβέρνησης. Αυτό θα στηρίζεται στη διάχυση της εξουσίας, στη λογοδοσία, στην αποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά και στην αυτοδύναμη ικανότητα της κοινωνίας για παραγωγή αξίας. Η αποκατάσταση των θεσμικών αντιβάρων, η επαναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας στον συνταγματικό του ρόλο ως ουσιαστικού ρυθμιστή του πολιτεύματος, ο περιορισμός της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, η κατάργηση του άρθρου 106 του Συντάγματος που διατηρεί τη λογική του κρατικού κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και η πραγματική διοικητική και κυρίως οικονομική αυτονόμηση της περιφερειακής αυτοδιοίκησης, αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της δημόσιας σφαίρας.

Η επιτυχία όμως της μεταρρύθμισης δεν θα κριθεί μόνο από το νέο συνταγματικό κείμενο. Θα εξαρτηθεί κυρίως από την επιλογή του πεδίου όπου θα διακυβευθεί και της κοινωνικής δύναμης που θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην μετάβαση. Το πεδίο ορίζεται από τα μετέωρα μεταρρυθμιστικά βήματα που αναλήφθηκαν μέχρι στιγμής, την ψηφιοποίηση και το επιτελικό κράτος. Αυτά πρέπει να ολοκληρωθούν και να αναμορφωθούν. Η κοινωνική δύναμη που θα συμβάλει στην ολοκλήρωσή τους είναι από την θέση της η δημόσια υπαλληλία. Αντί να συζητείται ο άμεσος ή έμμεσος τρόπος για να καταργηθούν οι εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δημοσίων υπαλλήλων, θα ήταν ωφέλιμο να αναγνωριστεί ο στρατηγικός τους ρόλος σε μεταρρυθμιστικό έργο που αφορά το κράτος.

 Η μόνιμη δημόσια υπαλληλία απαλλαγμένη από τις κομματικές παρεμβάσεις μπορεί να αποτελέσει τον σταθερό φορέα της μεταρρύθμισης και τον βασικό μηχανισμό πρόσληψης των νέων προτύπων διακυβέρνησης. Η κατάργηση της περιττής γραφειοκρατίας, η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και η δημιουργία  αποτελεσματικής διοίκησης που υπηρετεί τον πολίτη και όχι την διανομή προσόδου  αποτελούν το αναγκαίο συμπλήρωμα της συνταγματικής αναθεώρησης. Με τις προϋποθέσεις αυτές η ελληνική κοινωνία θα αποκτήσει την ικανότητα να παράγει αξία, οι δε ‘Ελληνες την ικανότητα να διαμορφώνουν συλλογικά το μέλλον τους.