Του Νίκου Βέττα*
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει γενικά θετική πορεία, παρά τις έντονες αναταράξεις στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον της.
Έχει ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τους μέσους όρους της ευρωζώνης, συνοδευόμενους από μείωση της ανεργίας και από ρυθμό αύξησης πάγιων επενδύσεων που επίσης υπερβαίνει αυτόν των περισσότερων άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Αναπόφευκτα, η κρίση των τελευταίων μηνών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και συνακόλουθα σε πολλές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών έχει υποβιβάσει τις εκτιμήσεις για τη φετινή χρονιά: με τα δεδομένα της τελευταίας έκθεσης του ΙΟΒΕ, υπολογίζεται ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ περί το 1,8%, χαμηλότερα από τις προβλέψεις πριν από την τελευταία κρίση, και ετήσιο πληθωρισμό λίγο πάνω από 3,5%, δηλαδή σημαντικά υψηλότερο από τον αρχικό στόχο για το έτος.
Οι πολύ πρόσφατες εξελίξεις με την εκεχειρία και την προοπτική συμφωνίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, εφόσον δεν αποδειχτούν εύθραυστες, επιτρέπουν ενδεχομένως και μια θετικότερη επαναξιολόγηση των προοπτικών, το βασικό ερώτημα όμως είναι η μεσοπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και οι δυνατότητες που έχει, με δεδομένο ότι οι εξωτερικές κρίσεις δεν θα σταματήσουν, αλλά και ότι ακόμη έχει εγγενείς αδυναμίες.
Σε μια κεντρική εκτίμηση, η σημερινή τάση της οικονομίας μας αναμένεται να συνεχιστεί και κατά τους επόμενους πολλούς μήνες. Συνοπτικά, η ελληνική οικονομία διανύει μια περίοδο σταθερότητας, με αξιοπιστία του δημοσιονομικού ισοζυγίου και συστηματική εξομάλυνση του κόστους χρηματοδότησης. Επίσης, με βελτίωση των όρων απασχόλησης, σταδιακή μείωση της ανεργίας στα επίπεδα πριν από την κρίση χρέους και αύξηση των αμοιβών των περισσότερων εργαζομένων.
Την ίδια ώρα, όμως, οι επιδόσεις της οικονομίας μας ακόμη απέχουν από τις επιθυμητές. Με δεδομένη την ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων και ενίσχυσης των εξαγωγών, θα είναι κρίσιμης σημασίας οι εξωτερικές εξελίξεις.
Τα ουσιώδη ερωτήματα αναφορικά με τη μεσοπρόθεσμη ανθεκτικότητα είναι δύο. Πρώτον, αν η ιδιαίτερα αυξημένη αβεβαιότητα που εμπεδώθηκε στο παγκόσμιο πλαίσιο και που δεν θα υποχωρήσει εύκολα μπορεί να οδηγήσει στον ορατό ορίζοντα σε έντονες κρίσεις, όχι πλέον μόνο στον τομέα της ενέργειας αλλά και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Δεύτερον, ακόμη και εάν δεν προκληθούν τέτοιες έντονες κρίσεις, η αύξηση της αβεβαιότητας μπορεί σταδιακά να δυσχεράνει επενδυτικά σχέδια και προσέλκυση κεφαλαίων, ιδίως καθώς η οικονομία μας έχει ακόμη δομικές αδυναμίες σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές.
Οι προκλήσεις από το εξωτερικό περιβάλλον δεν είναι λίγες. Αν και με τα σημερινά δεδομένα η άνοδος του κόστους στις αγορές ενέργειας αναμένεται σταδιακά να αντιστραφεί, η εξομάλυνση δεν θα είναι απότομη και η επιβάρυνση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας θα καταγραφεί σημαντικά υψηλότερη από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως. Σε πολλές αλυσίδες εφοδιασμού υπάρχουν δυσχέρειες και μεταβολές κόστους που επιβάλλουν εναλλακτικές οδούς.
Στην Ευρώπη προτεραιότητα λαμβάνουν οι δαπάνες για άμυνα και αναπόφευκτα η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς άλλες περιοχές θα είναι σχετικά χαμηλότερη. Ενώ μόλις πριν από λίγες μέρες υπήρξε αύξηση του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως απόκριση στον υψηλότερο πληθωρισμό, ακόμη και αν αυτός έχει προκύψει πρωτίστως από την πλευρά του κόστους.
Με δεδομένη τη σταθεροποίηση της εγχώριας οικονομίας που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, η προσοχή στρέφεται σε περιοχές που πρέπει να βελτιωθούν ώστε να υπάρχει μελλοντικά ισχυρή ανάπτυξη.
Η μακροοικονομική έκφραση του ζητήματος είναι το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που επιμένει, μαζί με το επίπεδο και τη σύνθεση των επενδύσεων, που είναι χαμηλότερο αυτού των οικονομιών που θα θέλαμε να πλησιάσουμε. Αυτή είναι έκφραση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, που παραμένουν σχετικά ασθενείς.
Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό των νοικοκυριών. Παρά την αύξηση των αμοιβών, τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας, καθώς και τη μεγάλη άνοδο της αξίας των κατοικιών, της κύριας περιουσίας των ιδιωτών στη χώρα, πολλά νοικοκυριά έχουν πραγματικά εισοδήματα και αποταμίευση που ακόμη δεν διασφαλίζουν ευημερία. Κοιτώντας προς τα εμπρός, υπάρχουν τρεις κύριες περιοχές όπου κατάλληλες παρεμβάσεις μπορούν να αυξήσουν την ανθεκτικότητα και να βελτιώσουν τις προοπτικές μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης. Πρώτον, με δεδομένη την ανάγκη για δημοσιονομικά πλεονάσματα που θα υποστηρίζουν την εξυπηρέτηση του χρέους, είναι κρίσιμο το φορολογικό μείγμα να υποστηρίξει τη μεγέθυνση της οικονομίας, κυρίως με τη σημαντική, ακόμη και σταδιακή, ελάφρυνση της σχετικής επιβάρυνσης στη μισθωτή εργασία από τα μεσαία εισοδήματα. Αυτή είναι προϋπόθεση και για την προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού από το εξωτερικό και φυσικά και για τη διατήρηση του ανάλογου εγχώριου δυναμικού.
Δεύτερον, η ενθάρρυνση παραγωγικών επενδύσεων, μέσω φορολογικών κινήτρων καθώς και απλοποίησης του ρυθμιστικού πλαισίου, που θα ενισχύσουν τον παραγωγικό ιστό, ιδίως με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, όπως συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας που μπορεί να επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο, πέρα από την αύξηση των εισοδημάτων, θα συμβάλει και στην αυτονομία σε κρίσιμους τομείς ώστε να μην υπάρχει υπερβολική εξάρτηση από το εξωτερικό σε περίπτωση κρίσης.
Τρίτον, συστηματική ενίσχυση της νέας γενιάς, μέσα από ένα υψηλής ποιότητας σύστημα προσχολικής αγωγής και αναβάθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος ώστε να τονώνεται η δημιουργικότητα και να προσελκύονται παιδιά και νέοι και από το εξωτερικό. Εχει έτσι τη δυνατότητα να ενισχυθεί ως ένα κέντρο της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται συνολικά σε μια ενδιαφέρουσα και κρίσιμη καμπή, όπου υπό όρους μπορεί να ενισχύσει την αναπτυξιακή δυναμική της, χτίζοντας πάνω στη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Αυτό, όμως, δεν θα συμβεί αυτόματα και υπάρχει σημαντικός δρόμος μπροστά ώστε να καλυφθεί το κενό παραγωγικότητας και ευημερίας από τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Η επικείμενη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης δεν μπορεί να σημαίνει και λήξη της προσπάθειας για μεταρρύθμιση της χώρας, για προσέλκυση ανθρώπινων πόρων και κεφαλαίων ώστε να τεθεί η οικονομία σε υψηλότερη τροχιά, αλλά το ακριβώς αντίθετο.
*Ο κ. Νίκος Βέττας είναι γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή: ot.gr



