Του Σταύρου Χρ. Τσέτση*
Η ανάδειξη της Ακαδημίας του Πλάτωνα και η σύνδεσή της με το Λύκειο του Αριστοτέλη ως Υπόδειγμα
Οι συντελεστές των εξελίξεων
Το Αστικό Φαινόμενο, σε όλες τις κλίμακες έκφρασής του
-Χωροταξική/μακροχρόνια, μητροπολιτική, πολεοδομική, οικιστική, σχέση υπαίθρου/δομημένου χώρου- συνιστά μια ιδιαίτερα σύνθετη & πολύπλευρα διαρθρωμένη, πραγματικότητα. Η διερεύνηση του, δεν μπορεί παρά να έχει ως αφετηρία τον προσδιορισμό των κύριων εκείνων παραμέτρων που επενεργούν στο έδαφος του και το καθορίζουνˑ με κεντρικό στόχο τη συναρμογή τους στην μελλοντική εξέλιξη του Urbis, στη βάση των αρχών της βιωσιμότητας, τις οποίες ο σχεδιασμός καλείται να υπηρετήσει και να διασφαλίσει: άρθρωση με ευρύτερες ενότητες, χωρική τυπολογία, μορφή, ορθολογική συν-πλοκή των δραστηριοτήτων, λειτουργικότητα.
Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή και ειδικότερα η κοινοτική διάσταση και η Μεσογειακή, αποτελούν μια νευραλγική συνιστώσα των μητροπολιτικών εξελίξεων της Αττικήςˑ ωστόσο, οι συγκυρίες υπαγορεύουν μια σαφώς ευρύτερη γεωπολιτική προσέγγιση.
Το μέλλον της αστικής συνάθροισης της πρωτεύουσας, υπό την ανωτέρω οπτική, (εξακολουθεί να) συναρτάται άμεσα, από μια σειρά κρίσιμων συντελεστών στην κορυφή των οποίων βρίσκονται:
-Ο ρόλος, η βαρύτητα, η διαπλοκή της στο τρέχον και στο αναδυόμενο γεωπολιτικό γίγνεσθαι και η δυνατότητά της να αντλήσει από την οργανική της σύνδεση με το διεθνικό σύστημα ροών/δικτύων: (γεω)πολιτικών, οικονομικών, τεχνολογικών, κοινωνικών, πολιτισμικώνˑ
-Η συνολική επάρκεια & ικανότητα του συστήματος παραγωγής χώρου: χρήσεις γης/ κινητικότητας-υποδομών, ικανών να ανταποκριθούν στις τρέχουσες απαιτήσεις και να προκαταλάβουν τις επερχόμενεςˑ οι οποίοι δεν είναι ανεξάρτητοι από το ιδεολογικό υπόβαθρο που διέπει τις χωρικές παρεμβάσειςˑ και πρωτίστως από τον πολιτικό τάπητα και τις διακυμάνσεις του – την λήψη δηλαδή των αποφάσεων για τη χωροταξία, σε βάθος χρόνου.

Καθιστώντας αναγκαίο ένα «Χωροταξικό Υπόδειγμα» σε επίπεδο Επικράτειας – εδραίου θεσμικά, μακροχρόνιου, ικανού να προσανατολίσει και κυρίως να προϊδεάσει τις εξελίξεις και τις συνεπακόλουθες ρυθμίσεις σε μητροπολιτικό και αστικό επίπεδοˑ «εκτρέποντας», παράλληλα, ιδεοληπτικούς αφορισμούς και αβέβαιες πολιτικές & διοικητικές εναλλαγές.
Πρόκειται για σχεδιαστική βαθμίδα – οδηγός για τις υποκείμενες κλίμακες. Απαραίτητη. Ελλείψει αυτής, το ισχύον Ρυθμιστικό Σχέδιο και κάθε προγραμματισμός, υπολείπονται στον σαφή προσδιορισμό κρίσιμων μεγεθών: Υπάρχει σήμερα θεσμοθετημένη προγραμματική στόχευση μεσομακροπρόθεσμη για την πρωτεύουσα, πληθυσμιακή & δραστηριοτήτων; Συνολική, τομεακή και για τις επιμέρους χωρικές ενότητες;
Πως συνεπώς θα κατανεμηθεί η οικιστική δυναμική στο έδαφος της π.χ. στη Δυτική Αττική; Ή σε περίπτωση περιοχών, κεντρικών κυρίως που απαιτούν «από-συμπίεση» [λόγω τάσεων υπερτουρισμού], πως θα ποσοτικοποιηθεί η αποσυγκέντρωση;
Διότι τα παραπάνω, μεταφράζονται χωρικά και στο εύρος των επεκτάσεων ή και σε ενδεχόμενους περιορισμούς χρήσεων. Η εμπειρική αντιμετώπιση δεν επιτρέπει «στέρεες» τεχνικά λύσεις.
Επιτεύγματα, φαινόμενα κρίσης, ανοιχτά ζητήματα & αναφυόμενες προκλήσεις.
Ασφαλώς το πολεοδομικό συγκρότημα της Αττικής -παρόλες τις παθογένειες, έχει σημειώσει, αναντίρρητα, καίριες βελτιώσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον της
Χάρη στη Διαρθρωτική Ενωσιακή Πολιτική, πρωτίστως, αλλά και άλλων χρηματοδοτικών μέσων[συγχρηματοδοτούμενων και εργαλείων αυτοχρηματοδότησης], ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η πρωτεύουσα έχει αποκτήσει έναν ισχυρό πυρήνα Τεχνικών & Κοινωνικών Υποδομών: πιο ανάγλυφα στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, και γενικότερα στις οδικές, στις λιμενικές & αερολιμενικές υποδομές. Παράλληλα, μέσω της Περιβαλλοντικής στρατηγικής, βελτίωσε την ποιότητα του αέρα, των υδάτων και προστάτεψε & ανέδειξε, σε ένα κάποιο βαθμό, τον ιστορική και φυσικό της πλούτο.
Συνέβαλαν επίσης καθοριστικά στη συγκράτηση της αστυφιλίας από τον περιφερειακό χώρο προς την Αττική, τουλάχιστον έως τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, διαδραματίζοντας αποφασιστικό ρόλο στην μη περαιτέρω διόγκωσή της.
Οι παραπάνω δράσεις, που ενδυναμώνουν τη Συνοχή, προδήλως, καλύπτουν μέρος μόνον των αναγκώνˑ ενώ η Αθήνα, ως ζωντανός οργανισμός, συνεχίζει να αντιμετωπίζει σειρά ζωτικών χωροταξικών προβλημάτων και πολεοδομικών, ανισορροπιών, χρόνιων ή και συγκυριακών, ενώ νέα στοιχήματα αναφύονται:
Ο δημόσιος χώρος, συχνά υπολείπεται, όχι μόνον μορφολογικά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά σταθερότυπαˑ τα φαινόμενα κυκλοφοριακών συμφορήσεων, ιδίως στους άξονες των Νότιων και Δυτικών περιοχών της, αυξάνονται. Οι τάσεις κοινωνικών εξώσεων και περιθωριοποίησης, σε συνδυασμό με την οξυνόμενη στεγαστική κρίση, προκαλούν κοινωνική αναταραχή. Η προστασία και ανάδειξη των ανάγλυφων αποτυπωμάτων μιας μοναδικής πορείας, αδιάλειπτης στο χρόνο, έχουν ακόμη «δρόμο» να διανύσουν.
Η ομογενοποίηση μιας αδιάφορης αισθητικής και η ουσιαστικά περιορισμένη παρουσία της τέχνης στο Urbis, υποβαθμίζει το χώρο – δημόσιο και ιδιωτικό. Το αστικό συγκρότημα της πρωτεύουσας τίθεται μπροστά σε νέα πεδία – η εισαγωγή των νέων Τεχνολογιών Αιχμής στις κρίσιμες συνιστώσες που το συγκροτούν, βρίσκεται μεταξύ των κύριων στοιχημάτων/προτεραιοτήτων. Οι αστικές μεταφορές -ιδιωτικές και δημόσιες- αποτελούν το πιο εύγλωττο παράδειγμα.
|
|
![]()
|
Η Αττική, και γενικότερα ο ελληνικός χώρος, ασφαλώς, μπορούν να αναβαθμιστούν – να βρουν το ρόλο τους στο αναδυόμενο οικουμενικό γίγνεσθαι. Η «Αθήνα 2004» το απέδειξε.
Στη συνέχεια των ΟΑ 2004 δεν έλλειψαν οι πρωτοβουλίες βελτίωσής της – τόσο από πλευράς της Πολιτείας, όσο και ιδιωτικών φορέων και της επιστημονικής κοινότητος, αλλά και από πλευράς της κοινωνίας των πολιτών.
Ωστόσο παρά τις αναντίρρητα σημαντικές προσπάθειες έκτοτε, που είχε αφετηρία τη συνέχιση ή παραγωγή και κυρίως τη μεταφορά του «Υποδείγματος» της Αττικής 2004, και συνέχισε με ένα
ιδιότυπο laissez faire, ο δομημένος χώρος της επικράτειας χαρακτηρίζεται από κρίση, οξύτατη σε ορισμένες περιπτώσεις, καθιστώντας αναγκαία την αλλαγή προγραμματικού προτύπου.

Στον ολκό των πρωτοβουλιών που επιχειρούνˑ να συμβάλλουν στην οικοδόμηση ενός τέτοιου νέου μοντέλου, εντάσσεται και η παρούσα έκδοση. Έχοντας αφετηρία τη διατύπωση καίριων προβληματισμών στα διαφοροποιημένα σχεδιαστικά επίπεδα (ΕΕ, Εθνικά, Περιφέρεια, Τοπικό):
- Θα μπορούσαν οι πολεοδομικές στρατηγικές των χωρών μελών της κοινότητας, μεμονωμένες, στο τρέχον περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, όπου η ελκυστικότητα του εδάφους συνιστά καταλυτικό παράγοντα, να αντιμετωπίσουν τη μείζονα πρόκληση της χωρικής ανταγωνιστικότητας;
- Μπορούν τα διαφορετικά συστήματα χωρικού προγραμματισμού των εταίρων της ΕΕ -τα οποία επηρεάζονται, σε κάποιες περιπτώσεις αποφασιστικά, από τομεακές πολιτικές της- να συγκροτήσουν ένα ενιαίο Ευρωπαϊκό Χωροταξικό Πλαίσιο, σε αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση;
- Μπορεί μια τέτοια πρωτοβουλία να έχει εσωστρεφή χαρακτήρα ή το ‘άνοιγμα’ στον αναδυόμενο (γεω)οικονομικό & γεωστρατηγικό και εδαφικό διεθνή καταμερισμό, αποτελεί την πραγματι-στική εναλλακτική;
- Μπορεί η ανάδειξη & ενθυλάκωση των ειδικών χαρακτηριστικών ενός χώρου στις σχεδιαστικές διαδικασίες μιας χωρικής ενότητας, ανεξαρτήτου κλίμακος, -αυτών που τον καθιστούν έναν ξεχωριστό «Τόπο»- να συνεχίζουν να λαμβάνονται πλημμελώς υπόψη ή και να αγνοούνται;
Η αλλαγή «Χωροταξικού Παραδείγματος» ως αναγκαιότητα.
Το παρόν, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις ή ακριβέστερα, ερεθίσματα για ένα ευρύτερο δημόσιο διάλογο, σε μια σειρά κεντρικών παραμέτρων που στοιχειοθετούν το σύγχρονο Αστικό Φαινόμενο στην Αττική στη χώρα -και εκ των πραγμάτων- (και) στη Γηραιά Ήπειρο και ευρύτερα.
Να μελετήσει τάσεις που επηρεάζουν τις μελλοντικές του εξελίξειςˑ να εξετάσει τη σκοπιμότητα και να προτείνει ένα πλαίσιο Ευρωπαϊκής Πολιτικής για το Χώρο και για το Έδαφος της Ελληνικής Επικράτειαςˑ προϋποθέσεις sine qua non για τη διερεύνηση βιώσιμων εναλλακτικών για το Λεκανοπέδιο Αττικής και για το μείζον θέμα της εξυγίανσης της ευρύτερης περιοχής της Ακαδημίας Πλάτωνα & της σύνδεσης της με το Λύκειο του Αριστοτέλη.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη υπέρβασης της «λογικής» του «Εκατόγχειρα» της εγχώριας πολεοδομικής παθολογίας και της συγκρότησης ενός νέου «Υποδείγματος» η εξεταζόμενη θεματική, προσεγγίζεται στη βάση τριών αλληλοτροφοδοτούμενων αξόνων:
- Διεθνική/Ευρωπαϊκή, Εθνική/Τοπικήˑ
- Ενός καινούργιου «Παραδείγματος», με τη δημιουργία του πολιτιστικού Διαδρόμου Ακαδημίας Πλάτωνα-Λυκείου, ως έκφανση της νέας αστικότητοςˑ
- Μια νέας μεθοδολογίας κατάλληλης να διαχειριστεί προγραμματικά τη ρευστότητα της τρέχουσας συγκυρίας.

Το βιβλίο αποτελείται από αυτοτελή άρθρα της τελευταίας κυρίως πενταετίας, -με σαφή πρόθεση τη συνεκτική τους σύνθεση, βασισμένη στην αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση θεωρητικής συγκρότησης και εμπειρίας, σε τομείς που άπτονται της πολύπλευρης προγραμματικής πρακτικής ‘in situ’- επί του πεδίου.
Αρθρώνεται ως εξής:
Το πρώτο κεφάλαιο θέτει ένα πρωτεύον ερώτημα:
Πως προδιαγράφεται το Μέλλον του αστικού φαινομένου στην Ελλάδα – ποιες οι σχεδιαστικές υποθέσεις ανάπτυξής του;
Καταδεικνύονται επιτεύγματα, αλλά και αδυναμίες του πολεοδομικού σχεδιασμού και σκιαγραφούνται προοπτικές.
Το δεύτερο κεφάλαιο, εξετάζει ζωτικές Ευρωπαϊκές πολιτικές και τον ρόλο τους στη χωροταξική διάρθρωση της χώρας. Διερευνάται η συμβατότητα καίριων μέτρων και ενεργειών του Εθνικού Χωρικού Προγραμματισμού με, το “acquis communautaire”.
Τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και η εφικτότητα ενός πλαισίου συγκρότησης μιας Ευρωπαϊκής Χωροταξικής Στρατηγικής και διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις μιας τέτοιας θεσμικής πρωτοβουλίας.
Το τρίτο κεφάλαιο προσεγγίζει θεμελιώδη μεγέθη του σχεδιασμού -τα οποία έχουν προκαλέσει πολιτικές αντιπαραθέσεις και συνεχίζουν να απασχολούν τον δημόσιο διάλογο: Όρια οικισμών, εκτός Σχεδίου Δόμηση, Πολεοδομικό Παράδειγμα χωρικής διάταξης, αστική τυπολογία -«Συμπαγής ή Συνεκτική πόλη;- για να αναφερθούν τα χαρακτηριστικότερα.
Το τέταρτο κεφάλαιο αφορά στο σχεδιασμό του Μέλλοντος του Αστικού Φαινομένου στη χώρα, εστιάζοντας στη χωρική άρθρωση του Τουρισμού και της Βιομηχανίας.
Το πέμπτο κεφάλαιο εξετάζει το Μέλλον της Πρωτεύουσας σε περιβάλλον Οικουμενοποίησης, υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων και τον νέο ρόλο που καλείται να διαδραματίσει.
Την κατατάσσει με κατάλληλες δράσεις, στο πλέγμα των Μεσογειακών Μητροπολιτικών περιοχών και ευρύτερα διεθνών δικτύωνˑ εστιάζει στην ένταξη της στο αναδυόμενο δίκτυο των Ευρωπαϊκών αστικών κέντρων, αξιοποιώντας τη νέα «Γεωστρατηγική Αρχιτεκτονική»- με έμφαση την ενέργεια & ασφάλεια, το πολιτισμικό της βάρος, την ναυτιλιακή, την ναυπηγική/ ναυπηγοεπισκευαστική της δυναμική, το πολιτικό της αποτύπωμα, τις Ε&Τ αυξημένες προοπτικές της.
Προτείνει την ενεργότερη συν-πλοκή της με τις κοινοτικές ενέργειες και την ενισχυμένη συμμετοχή της στη διαμόρφωση μιας στρατηγικής της ΕΕ για τον βιώσιμο Χώρο και την ανταγωνιστικότητα του εδάφους της.
Η επανοργάνωση, εξυγίανση και ανάδειξη της ευρύτερης περιοχής της Ακαδημίας του Πλάτωνα και η οργανική σύνδεση της με το Λύκειο του Αριστοτέλη, αποτελεί το αντικείμενο του έκτου κεφαλαίου, που συνιστά τον πυρήνα του σχεδιαστικού Υποδείγματος για την Αθήνα.
Η δημιουργία ενός Οικουμενικού Πολιτιστικού Άξονα Ακαδημίας του Πλάτωνα – Δημόσιο Σήμα, -με γενικότερες ιστορικού/πολιτιστικού χαρακτήρα «δικτυώσεις [όπως ο Λόφος «Ιππίου Κολωνού»] και το Λύκειο του Αριστοτέλη και σύνδεσης με τους κύριους Αρχαιολογικούς και Ιστορικούς Χώρους, συνιστά μια παρέμβαση αστικής ανασυγκρότησης της Αθήνας και ενός νέου πολιτιστικού τοπίου, με υψηλό συμβολισμό. Ένα «Πρότυπο», ως προς τις σχεδιαστικές αρχές και προσανατολισμούς που υπερβαίνει τις τρέχουσες πολεοδομικές παθογένειες.

Συγκροτεί μια νέα αντίληψη για το πολεοδομικό της Μέλλον, όπου η «Ιδιοσυστασία του Τόπου» συνιστά καταλύτη μιας νέας πολεοδομικής πραγματικότητας, που αρνείται να υποταχτεί στο αδιάφορο ενός ομοιογενοποιημένου περιβάλλοντος, που συναντάται οπουδήποτε, αδιαφορώντας ή εκμαυλίζοντας ιστορικές και πολιτισμικές αξίες.
Κατά το παράδειγμα της Ρώμης, του Μιλάνου, του Παρισίου, της Βαρκελώνης -των Ιστορικών Κέντρων της Ευρώπης γενικότερα- versus των «κατασκευασθέντων τοπόσημων», μιας «χάρτινης» ισοπέδωσης.
Η εδαφική ανταγωνιστικότητα & η χωρική συνοχή, πυλώνες του νέου «Αρχέτυπου».
Ένα σχετικά νέο στοιχείο στο σχεδιασμό του χώρου. συνιστά η ανταγωνιστικότητα -συνολική, οικονομική, όσο και εδαφική- μιας περιοχής. Θα πρέπει να τονιστεί ότι (και) στο πλαίσιο των κύριων Ενωσιακών προτεραιοτήτων, αποτελεί η αύξηση της ανταγωνιστικότητας συμπεριλαμβανομένης αυτής του εδάφους της.
Κύριο κριτήριο αποτελεί η ελκυστικότητα μιας περιοχής -αστικής ή μη- ως Τόπου, με ικανοποιητική ποιότητα διαβίωσης, λειτουργικής ως προς την άσκηση δραστηριοτήτων, φιλικής στην προσέλκυση νέων επενδυτικών σχεδίων ‘in situ’, και ως προορισμού ελευθέρου χρόνου και αναψυχής & πολιτισμού.
Εδώ έγκειται ο ρόλος των Βρυξελλών, ως καταλύτη συνεργειών & ενισχύσεων ενός εναλλακτικού «Αρχέτυπου», όπου ανταγωνιστικότητα, συνοχή -κοινωνική, οικονομική, χωρική- περιβάλλον και καινοτομία, οφείλουν να συνυπάρξουν.
Η Γεωχωροταξία ως σχεδιαστική απάντησηˑ η «Ιδιοσυστασία του Τόπου» ως συνομιλητής του Τοπικού με το Παγκόσμιο.
Οι τρέχουσες μεθοδολογίες σχεδιασμού -είναι εμφανές- αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αναδυόμενο ρευστό και άκρως ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον -να διαδραματίσουν ένα αποτελεσματικό εργαλείο χωρικών παρεμβάσεων σε τάσεις γενικής τυποποίησης.
Μια σύλληψη -ακόμη και η πλέον ευρηματική- δεν είναι αρκετή. Απαιτείται και μια μεθοδολογία η οποία θα υποστηρίζει το ευρύτερο αστικό τοπίο του νέου «Παραδείγματος».
Το έβδομο κεφάλαιο αναλύει τη θεώρηση της Γεωστρατηγικής Χωροταξίας ή Γεωχωροταξίας, ως τέτοια μεθοδολογία.
Κινείται σε δύο άξονες στρατηγικής:
- Ενθυλακώνει τις Ευρωπαϊκές Πολιτικές και αντλεί οφέλη από το γεωπολιτικό περιβάλλονˑ
- Αναδεικνύει τον «Τόπο», την ιδιοσυγκρασία των ειδικών, αν όχι μοναδικών χαρακτηριστικών του, ως το -επιπρόσθετο- συγκριτικό πλεονέκτημα μιας περιοχής, που της επιτρέπει να αντλήσει επιπλέον ροές, από τις κατισχύουσες/ αναδυόμενες, να τον μετασχηματίσει σε κόμβο δικτύου.
Την εποχή της Οικουμενοποίησης και των γεωπολιτικών ανακατατάξεων & της ανάδυσης ή ενίσχυσης διεθνών συνασπισμών και συνεργασιών, μια αστική περιοχή, αντλεί οφέλη, εφόσον ενταχθεί σε ένα πλέγμα -ή σε μια πιο συνεκτική μορφή: δίκτυο- διεθνών ροών: οικονομικών, τεχνολογικών πολιτικών, πολιτισμικών.
Γεωχωροταξία, ευρωπαϊκή πολιτική για την ανάπτυξη του κοινοτικού εδάφους και παγκοσμιοποίηση.
Η «Γεωχωροταξία» ή Γεωστρατηγική Χωροταξία, αποτελεί σχεδιαστική προσέγγιση, η οποία αποσκοπεί στο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των νέων μορφών εδαφικότητος που προκύπτουν πρωτίστως από την Οικουμενοποίηση των όρων ανταλλαγής κεφαλαίων, τεχνογνωσίας, υπηρεσιών στελεχών, τεχνολογίας, από τις διεθνείς και εθνικές πολιτικές και τη διάχυση της καινοτομίας στο χώρο.
Κεντρικό της σημείο και στρατηγική επιδίωξη αποτελεί η άρθρωση της τοπικής, με την ευρεία έννοια, πραγματικότητος -αστικής, συστήματος αστικών κέντρων, περιφερειακής- με τις διεθνείς εξελίξεις και η αξιοποίηση/προώθηση/ανάδειξη των γεωστρατηγικού χαρακτήρα παραμέτρων, εκείνων που διαμορφώνουν τη χωρική και αναπτυξιακή της διάρθρωση.
Σε μια ολική αντιμετώπιση, ενθυλακώνει/(ή και) συντονίζει αλληλεξαρτώμενες τομεακές πολιτικές που αφορούν στην κινητικότητα, στα δίκτυα, στην περιφερειακή ανάπτυξη, στις τηλεπικοινωνίες στην έρευνα και τεχνολογία, στην ενέργεια, στο περιβάλλον, στον πολιτισμό, στη γεωργία, προσανατολίζοντάς τες στους στόχους της συνοχής, της βιώσιμης ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητος, της ασφάλειας, της συνετής διαχείρισης πόρων, στην ισότητα πρόσβασης, στη διαφάνεια διαχείρισης.
Διέπεται από την αντίληψη ότι, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο «Τόπος» δηλαδή ο παραδοσιακός «Τόπος κατοίκησης», μετασχηματίζεται σε «Χώρο ροών και δικτύων». Εφαρμόζεται σε όλες τις σχεδιαστικές κλίμακες.
Μέσω της προτεινόμενης προσέγγισης, το υπό διαμόρφωση Ευρωπαϊκό Χωροταξικό Σχέδιο, που συνιστά την πραγματιστική απάντηση της Γηραιάς Ηπείρου στην πρόκληση της πλανητικής οικονομίας, δύναται να συμβάλει αποτελεσματικότερα στην επίτευξη των τεθέντων στόχων του.
Σταύρος Τσέτσης, 2001
Όπως ο Οικονομικός Διάδρομος διασύνδεσης Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης [IMEC], και ο κάθετος Διάδρομος Αλεξανδρούπολη-Ρουμανία, που αναδεικνύουν αντίστοιχα τη Δυτική Αττική/ Ελευσίνα και Αλεξανδρούπολη σε κρίσιμους στρατηγικούς πόλους στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Ή η «ακρωτηριασμένη» ενοποίηση των Ιστορικών και Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Τεκμηριώνοντας – τη θεωρία του «Γεωστρατηγικού Χωρικού Σχεδιασμού».
Σχεδιαστικές στοχεύσεις Χωροταξικής αναδημιουργίας vs του «ες αεί» προγραμματισμού των τακτοποιήσεων.
Ο Σχεδιασμός στο πλαίσιο του «Οικουμενικού Τοπίου», -βασισμένος στις αρχές της βιωσιμότητας δεν είναι ‘Ουτοπία’, ούτε υποκαθίσταται από περισσότερο ή λιγότερο λεκτικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσειςˑ είναι προαπαιτούμενο κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος. Δεν μπορεί να υπερκεραστεί με ημίμετραˑ ούτε από τον «πραγματισμό» των νέων «εξαιρέσεων από την κατεδάφιση» και την γκρίζα δόμησηˑ «θολές» πρακτικές, οι οποίες πέραν ότι αγνοούν, εκμαυλίζουν -ενίοτε δραματικά- την κοινωνία, αντί να την προάγουν.
Ο αστικός χώρος της πρωτεύουσας απαιτεί στρατηγική.
Ο λόγος, στην πολιτική και στους άμεσα ενδιαφερόμενουςˑ τους πολίτες της.
Σημείωση. Προδημοσίευση της Εισαγωγής του βιβλίου του Σταύρου Χρ. Τσέτση «Γεωχωροταξία και το Μέλλον της Πρωτεύουσας. Η ανάδειξη της Ακαδημίας του Πλάτωνα και η σύνδεσή της με το Λύκειο του Αριστοτέλη ως Υπόδειγμα», που αναμένεται να εκδοθεί την Άνοιξη του 2027.
*Πολεοδόμου





