Του Κώστα Πάντζιου
Πέντε μήνες ήταν πράγματι πολύς χρόνος για πολιτική καραντίνα. Γι’ αυτό, με τον κορωνοϊό να μην έχει και τόσο σπουδαίες επιδόσεις στη χώρα μας –ούτε είχε άλλωστε– και με την αναμονή των τουριστών λόγω επαναλειτουργίας των αεροπορικών δρομολογίων, καιρός ήταν και για την έναρξη της πολιτικής δράσης. Και εδώ και δέκα ημέρες, το πολιτικό παιχνίδι άρχισε με τον παραδοσιακό για την Ελλάδα τρόπο, δηλαδή με την σκανδαλολογία.
Το παιχνίδι έχει όλα τα χαρακτηριστικά των παλαιότερων κομματικών αναμε-τρήσεων. Έχει υπερβολή, έχει φανατισμό, έχει σκοτεινούς τύπους, έχει πολιτική ερασιτεχνισμό, έχει αόριστες κατηγορίες και αμφιλεγόμενους κατήγορους κλπ. Και έχει και πάλι κάτι μόνιμο. Τις καταγγελίες για πολιτικούς που για άλλη μια φορά αποδεικνύονται αβάσιμες. Και τέλος, την πρωτα-γωνιστική παρουσία, ως μαρτύρων εναντίον πολιτικών, ανθρώπων που λίαν επιεικώς, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αμφιλεγόμενα πρόσωπα.
Ο γράφων πιστεύει ότι οι Έλληνες πολιτικοί σπάνια παραβαίνουν τον όρκο τους, αλλά έχουν διαχρονικά ένα πρόβλημα. Δεν κάνουν με επιμέλεια τη δουλειά τους και κάνουν και κακή επιλογή συνεργατών. Και επειδή συνήθως δεν καταφέρνουν να λύσουν θέματα που έχουν να κάνουν με το διοικητικό λειτούργημά τους, καταλήγουν να εμπλέξουν στην υπόθεση δικαστές, που καλούνται να χειριστούν πολιτικά θέματα. Αυτό πρέπει, κάποτε, να σταματή-σει. Και κάτι ακόμη: Η σκανδαλολογία χρησιμεύει στους εκάστοτε αρχηγούς των δύο μεγάλων κομμάτων, για να εξάψουν το ενδιαφέρον των ακραίων πτερύγων του κόμματός τους, οι οποίοι ονειρεύονται μια πολιτική ζωή στη χώρα, μόνο με τη περίπου συντριβή του αντιπάλου κόμματος.
Αλλά το ενδιαφέρον της επανέναρξης της πολιτικής δράσης σίγουρα δεν εντοπίζεται στην ικανοποίηση μόνο των ακραίων στελεχών και ψηφοφόρων της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό άλλωστε, μονίμως, έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα. Το ενδιαφέρον, το πραγματικό, εντοπίζεται στη σκληρή μάχη των δύο μεγάλων κομμάτων, να προσελκύσουν τους ψηφοφόρους του κέντρου, που εκπροσωπούν την πολιτική λογική της συναίνεσης και κατά παράδοση δίνουν τη νίκη σε ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα στις εκλογές. Έτσι λοιπόν, δεν είναι παράξενο που η σκανδαλολογία φούντωσε τώρα, που ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί μετεξέλιξη συστημική, με στόχο και πάλι το Κέντρο. Βάσει της διεύρυνσης, που όλως τυχαίας και αυτή συμπίπτει με την επίσημη αποδοχή της νέας διευρυμένης ονομασίας του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευ-σης, με την προσθήκη «Προοδευτική Συμμαχία». Στο «Προοδευτική» και τί δεν χωράει, όπως και το «Συμμαχία», τί δεν μπορεί να σηματοδοτήσει.
Φυσικά, διεύρυνση συνεχίζει να κάνει και η Ν.Δ., με πειστικό τρόπο, με τον κ. Κυρ. Μητσοτάκη, σε κάπως διαφορετική κατεύθυνση. Προς ποια κατεύθυνση, φάνηκε από την σχετικά πρόσφατη ειδησεογραφία, σύμφωνα με την οποία, η διεύρυνση της Ν.Δ. είναι, για τους ιθύνοντες του ΚΙΝΑΛ, πιο επίφοβη για το κόμμα τους από εκείνη του «ΣΥΡΙΖΑ–Προοδευτική Συμμαχία».
Ενδιαφέρον, πολιτικό και συναφές, κατά τη γνώμη μας, παρουσιάζουν εκτιμήσεις και προβλέψεις, σύμφωνα με τις οποίες η δυναμική της Ν.Δ. είναι τόσο μεγάλη, ώστε απειλείται συρρίκνωση του κόμματος του κ. Αλ. Τσίπρα, βοηθούσης και της πολιτικής δράσης του τρίτου κόμματος, του ΚΙΝΑΛ. Κατά την πολιτική ιστορία του τόπου μας και την πολιτική πρακτική, είναι κατ’ αρχάς αδύνατον το τρίτο κόμμα που το ποσοστό του αποτελεί το ένα πέμπτο του πρώτου κόμματος και το ένα τέταρτο του δεύτερου κόμματος, να έχει, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα, τέτοιο «φίνις», που να γίνει δεύτερο κόμμα. Όσο για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ συρρικνωθεί τόσο πολύ, ώστε να γίνει τρίτο κόμμα, η όλη υπόθεση υπάγεται στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
Εμείς πιστεύουμε ότι ο νικητής των επόμενων εκλογών θα είναι εκείνο από τα δύο σημερινά μεγάλα κόμματα, που θα πείσει τη μάζα των κεντρώας ιδιο-συγκρασίας και ιδεολογίας πολιτών, αν μπόρεσε ή θα μπορεί να πάει πιο πέρα τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας, καθώς και αν θα μπορέσει η Ελλάδα να καβαλήσει το κύμα των καταλυτικών μεταβολών που κατά ραγδαίο τρόπο συντελούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταβολές που ξεκίνη-σαν λόγω κορωνοϊού να γίνονται γρηγορότερα. Όμως, είχαν ξεκινήσει από τη στιγμή που στις ΗΠΑ εξελέγη Πρόεδρος στέλεχος της σούπερ ακροδεξιάς του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.


