Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΜΑΣ… Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

26

Η χαμηλή παραγωγικότητα και η αντιεπιχειρηματική ιδεολογία, τόσο για την Ελλάδα όσο και για πολλές αναπτυγμένες οικονομίες είναι οι μεγάλες απειλές για το μέλλον τους.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Πολλά χρόνια πριν κάνουν την εμφάνισή τους οι ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη σήμερα, ένας Αυστριακός φιλόσοφος της διοίκησης των επιχειρήσεων και της μικρό-οικονομίας, ο αείμνηστος Πήτερ Ντράκερ (1909-2005), που πήρε αμερικανική υπηκοότητα στο τέλος της δεκαετίας του 1930, τόνιζε με έμφαση ότι για ένα έθνος και για μια επιχείρησης, η ευελιξία και η παραγωγικότητα είναι οι κορυφαίες πηγές του πλούτου και της ανταγωνιστικότητάς τους.

Επεκτείνοντας τη σκέψη του,μετά  την πρώτη πετρελαϊκή κρίση, ο Πήτερ Ντράκερ, με μοναδική οικονομική παρατηρητικότητα και φιλοσοφική προδιάθεση, τόνιζε προς κάθε κατεύθυνση ότι η γνώση, σταδιακά θα ανταγωνιζόταν το πετρέλαιο και θα γινόταν με ταχύτητα κορυφαία πρώτη ύλη.

Με βάση τις σκέψεις αυτές, παρατηρούσε ότι στον αναπτυγμένο κόσμο οι υπηρεσίες κέρδιζαν έδαφος εις βάρος της βιομηχανίας και της γεωργικής παραγωγής, αλλά είχαν πολύ χαμηλότερη παραγωγικότητα από αυτήν της βιομηχανίας. Πίστευε έτσι ότι η κατάσταση αυτή θα δημιουργούσε κάποια στιγμή νέες κοινωνικές ανισορροπίες, με απρόβλεπτες συνέπειες. Στο πλαίσιο αυτό, ο διάσημος γκουρού του μάνατζμεντ αποτύπωσε την θεωρία των «εργατών της γνώσης» και τόνιζε ότι η τεχνογνωσία των υπαλλήλων είναι η αφετηρία της παραγωγικότητας και της βελτίωσής της στον τριτογενή κυρίως τομέα.

Εντελώς προφητικά, επίσης, ο Πήτερ Ντράκερ έγραφε ότι αν η δημόσια διοίκηση μίας χώρας δεν υιοθετήσει κανόνες λειτουργίας που να στηρίζονται στην γνώση, στην ταχύτητα και στην βελτίωση της παραγωγικότητας των προσφερομένων υπηρεσιών, η χώρα αυτή θα καταδικαστεί να φυτοζωεί ή να χρεοκοπήσει. Ακόμα χειρότερα, στον βαθμό που με αντιπαραγωγική και άκαμπτη γραφειοκρατία, λόγω πελατειακής πολιτικής μεταχείρισης, θα αντλεί εκβιαστικά καλύτερες αμοιβές εργασίας από τις αντίστοιχες του παραγωγικού τομέα της οικονομίας, τότε θα μπαίνουν τα θεμέλια ανόδου της ανεργίας και της βαθμιαίας φτωχοποίησης της κοινωνίας.

Οι πολιτικοί και οι ηγετικοί μάνατζερς που δεν αντιλαμβάνονται και δεν θέλουν να αποδεχθούν τις εξελίξεις αυτές, είναι φορείς οπισθοδρόμησης και βεβαίως παρακμής. Εντελώς προφητικό δε, με την είσοδο του 21ου αιώνα, ο Πήτερ Ντράκερ είχε προβλέψει και το ρόλο των άυλων στοιχείων που δημιουργούν πηγές πλούτου για τις επιχειρήσεις και υπογράμμιζε ότι θα υπάρξει επιτάχυνση των ανισοτήτων. 

Με τρόπο του έτσι, ο μεγάλος στοχαστής του μάνατζμεντ, έφερνε στο προσκήνιο το θέμα του «καπιταλισμού χωρίς κεφάλαιο», που οι οικονομολόγοι Jonathan Haskel και Stan Westlake, λίγα χρόνια αργότερα κατέγραφαν σε βιβλίο τους με αυτόν τον τίτλο.

Παρατηρείται έτσι σε παγκόσμιο επίπεδο όλο και πιο στενή σχέση / εξάρτηση της βιομηχανίας από άυλες επενδύσεις, οι οποίες αποδίδουν πολύ γρήγορα και αυξάνουν την παραγωγικότητα από νέες πηγές τεχνολογίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στη σημερινή Ελλάδα της πολύ χαμηλής δαπάνης για έρευνα και ανάπτυξη,  η χαμηλή παραγωγικότητα γίνεται ενδημική, την ώρα που κανείς δεν ασχολείται με τους μετασχηματισμούς της. Κάποιες σοβαρές προσπάθειες που γίνονται από μεμονωμένες βιομηχανικές εταιρείες ιδιαίτερα στα τρόφιμα και ποτά  είναι λίγες και δεν χρησιμεύουν  ως παραδείγματα προς μίμηση.

Παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας για μία γενική παραγωγική κινητοποίηση και ανασυγκρότηση του βιομηχανικού ιστού της χώρας, εγγενείς αδυναμίες κάνουν εξαιρετικά δύσκολο το όλο εγχείρημα. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο της αδυναμίας των εγχώριων επιχειρήσεων να καλύψουν ανταγωνιστικά την αύξηση της ζήτησης, γεγονός που οδηγεί σε άνοδο των εισαγωγών και άρα στην επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου.

Ασφαλώς δε η κατάσταση αυτή είναι και η βασική αιτία της ακρίβειας, την οποίαν οι δαιμονολόγοι πολιτικής και μέσων επικοινωνίας αποδίδουν παραπλανητικά σε λάθος λόγους και ανθρώπους.

Είναι λοιπόν κατάδηλο ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν έγκειται στο ότι πάσχει από έλλειψη ζήτησης που θα τονώσει την παραγωγή, αλλά στο αντίθετο: στο ότι αδυνατεί, δηλαδή, να καλύψει την εγχώρια ζήτηση με δική της ανταγωνιστική παραγωγή. Συνεπώς, όπως έχουν επισημάνει και οι οικονομολόγοι Δημήτρης και Χρήστος Ιωάννου, μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι η «ενεργός ζήτηση» αλλά η «ενεργός προσφορά».

Σαφώς δε, κάποιοι κύκλοι, την αντιμέτωπη αυτού του προβλήματος δεν την επιθυμούν. Γι’ αυτό και ως λύση στα προβλήματα προκρίνουν την καλλιέργεια λαϊκής οργής για θέματα και προβλήματα για τα οποία  οι ίδιοι δεν θέλουν να υπάρξουν λύσεις!!