Του Γιώργου Παπανικολάου
Κάτι βαθύτερο από μια συνηθισμένη έκρηξη νεανικής αγανάκτησης συμβαίνει στην Ευρώπη. Από τη Γαλλία και το Βέλγιο έως την Ιταλία, την Αλβανία και τη Σερβία, οι νέοι βγήκαν στους δρόμους.
Οι αφορμές μπορεί να διαφέρουν: από την παιδεία, την ακρίβεια και τη στέγαση, έως τη διαφθορά και τις ανύπαρκτες επαγγελματικές προοπτικές. Κοινός παρονομαστής τους, όμως, φαίνεται να είναι η πεποίθηση ότι το μέλλον τους υποθηκεύεται.
Όσο οι κινητοποιήσεις εξαπλώνονται, τόσο πληθαίνουν οι αναφορές σε έναν επικείμενο πόλεμο γενεών, αφού οι νέοι, όπως υποστηρίζει το συγκεκριμένο αφήγημα, καλούνται να πληρώσουν την ευημερία που εξασφάλισαν οι μεγαλύτεροι.
Μόνο που οι ίδιες οι διαδηλώσεις δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Στη Γαλλία, στις 24 Οκτωβρίου, περίπου 410.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους, καθώς μαζί με μαθητές και φοιτητές βρέθηκαν εργαζόμενοι, συνδικαλιστές και συνταξιούχοι, με κοινά αιτήματα για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες.
Ίσως, λοιπόν, οι πραγματικές διαχωριστικές γραμμές να μη βρίσκονται εκεί όπου ορισμένοι προσπαθούν να τις χαράξουν.
«Μας έκλεψαν ακόμη και τη δυνατότητα να φανταζόμαστε ένα μέλλον, να ονειρευόμαστε», είπε στο Reuters μια 21χρονη από το Μιλάνο, κατηγορώντας την «άρχουσα τάξη».
Η φράση αυτή δεν περιγράφει απλώς την οργή των νέων. Περιγράφει τη διάψευση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου στις δημοκρατίες όλης σχεδόν της Δύσης: ότι τα παιδιά θα ζουν καλύτερα από τους γονείς τους.
Η απαισιοδοξία αυτή δεν είναι αβάσιμη, όπως φαίνεται και από το λεγόμενο «στεγαστικό πρόβλημα». Στην Ελλάδα, η ιδιοκατοίκηση μεταξύ των τριαντάρηδων υποχώρησε από 78% στα μέσα της δεκαετίας του 1990 σε 58% στην πιο πρόσφατη διαθέσιμη μέτρηση.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα νοικοκυριά ηλικίας 25 έως 34 ετών δαπανούν, κατά μέσο όρο, 14 επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες του διαθέσιμου εισοδήματός τους για ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, σε σχέση με τα νοικοκυριά άνω των 65 ετών.
Εν ολίγοις, η οικονομική ανεξαρτησία καθυστερεί, η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται, το δημογραφικό επιδεινώνεται. Κι έτσι ξεκινά ένας δεύτερος, λιγότερο ορατός, φαύλος κύκλος.
Η πολιτική αριθμητική της γήρανσης
Όσο οι νέοι λιγοστεύουν τόσο αυξάνεται η εκλογική επιρροή των μεγαλύτερων. Από μελέτη σε 14 ευρωπαϊκές χώρες προκύπτει ότι, το 2002, οι κάτω των 50 ετών αντιστοιχούσαν περίπου στο 52% των ψηφισάντων. Ποσοστό που έπεσε κάτω από το 45% ήδη από το 2018.
Οι πολιτικοί, βεβαίως, γνωρίζουν άριστα ποιοι είναι περισσότεροι και προσέρχονται συστηματικότερα στην κάλπη, οπότε προσαρμόζουν αντίστοιχα και τις προτεραιότητές τους. Η ίδια μελέτη, άλλωστε, διαπίστωσε μετατόπιση των κομματικών προγραμμάτων προς τα ζητήματα που ενδιαφέρουν περισσότερο τους μεγαλύτερους, ιδίως τις συντάξεις.
Αν λάβουμε υπόψη ότι στην Ελλάδα και την Ιταλία οι δημόσιες συντάξεις απορροφούν περίπου 16% του ΑΕΠ, δεν είναι τυχαίο ότι η διαγενεακή ανισορροπία έρχεται σιγά σιγά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Σε άρθρο του με τον προκλητικό τίτλο «How the boomers screwed Europe», ο Economist περιγράφει περίπου μια διαγενεακή «ληστεία».
Οι baby boomers, υποστηρίζει, επωφελήθηκαν από φθηνές κατοικίες, σημαντική αύξηση της περιουσίας τους και γενναιόδωρα συνταξιοδοτικά συστήματα, αφήνοντας τον λογαριασμό στους απογόνους τους.
Τα οικονομικά δεδομένα που επικαλείται έχουν πραγματική βάση. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι, σε 19 οικονομίες, η μέση καθαρή περιουσία των νοικοκυριών μεγαλύτερης ηλικίας είναι εξαπλάσια εκείνης των νοικοκυριών 25-34 ετών.
Όμως από τη διαπίστωση της ανισότητας έως τη συλλογική ενοχοποίηση μιας γενιάς υπάρχει τεράστια απόσταση.
Ποιος πληρώνει, ποιος αποφασίζει
Ποιος ακριβώς ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση; Οι άνθρωποι που εργάστηκαν επί δεκαετίες, πλήρωσαν φόρους και εισφορές, χρηματοδότησαν τις συντάξεις των γονιών τους και αποταμίευσαν για τα γηρατειά τους;
Ή μήπως οι κυβερνήσεις και τα μεγάλα κόμματα που σχεδίασαν, συντήρησαν και συχνά εκμεταλλεύτηκαν πολιτικά αυτά τα συστήματα;
Οι ψηφοφόροι σίγουρα ζητούσαν προστασία εισοδημάτων και συντάξεων. Ήταν τα κόμματα, όμως, εκείνα που την υποσχέθηκαν, ακόμη κι όταν γνώριζαν ότι μετέφεραν τον λογαριασμό στο μέλλον. Κεντροδεξιές και κεντροαριστερές κυβερνήσεις εναλλάσσονταν στην εξουσία, αναβάλλοντας τις δύσκολες αποφάσεις.
Οι πολίτες άλλαζαν κυβερνήσεις, αλλά η βασική πολιτική κατεύθυνση άλλαζε ελάχιστα. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι πολλοί νέοι εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές κεντροδεξιές και κεντροαριστερές πολιτικές δυνάμεις, στρεφόμενοι προς τον αντισυστημισμό.
Υπάρχει, όμως, μια ακόμη διάσταση, η ταξική, που απουσιάζει συχνά από τις κραυγές περί «μάχης των γενεών». Ο νέος που θα κληρονομήσει ακίνητα, θα σπουδάσει σε ακριβό πανεπιστήμιο και θα αξιοποιήσει οικογενειακές γνωριμίες δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία με εκείνον που εργάζεται για να πληρώσει ενοίκιο και σπουδές.
Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του ΟΟΣΑ, η ιδιοκατοίκηση στην Ελλάδα μεταξύ νοικοκυριών ηλικίας 16-34 ετών που είχαν λάβει σημαντική δωρεά ή κληρονομιά έφτανε το 94%, έναντι μόλις 13% σε όσους δεν είχαν τέτοια τύχη.
Το φαινόμενο, αν μη τι άλλο, φαίνεται να έχει ενταθεί, γεγονός που σημαίνει ότι η περιουσία των γονιών καθορίζει ολοένα περισσότερο τις ευκαιρίες των παιδιών.
Οι κινητοποιήσεις, λοιπόν, της νεολαίας είναι κυρίως μια ένδειξη ότι χρειάζονται ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Ευρώπη. Ότι απαιτούνται φορολογικές και στεγαστικές πολιτικές που θα περιορίσουν τη συγκέντρωση του πλούτου και θα διευρύνουν την πρόσβαση στην ιδιοκτησία, μαζί με περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, καλύτερη παιδεία και βιώσιμη κοινωνική ασφάλιση.
Κοντολογίς, χρειάζεται μια νέα πολιτική συμφωνία που θα μοιράσει καλύτερα ευκαιρίες και βάρη, κι όχι μια προσέγγιση που υποδαυλίζει τη διαγενεακή σύγκρουση.
Μια κοινωνία που δεν μπορεί να προσφέρει συνολικά στα παιδιά της την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή έχει σίγουρα αποτύχει. Αν όμως τα στρέψει και εναντίον των γονιών και των παππούδων τους, τότε θα υπονομεύσει και όσα την κρατούν ακόμη ενωμένη.
Τις έννοιες της κοινωνικής συνοχής και της διαγενεακής αλληλεγγύης.
Πηγή: euro2day.gr



