Του Γιάννη Ρούντου*
Έχετε σκεφθεί τί είναι αυτό που κάνει ΚΕΝΟ το γράμμα κάθε φιλο-περιβαλλοντικής αναφοράς στο trend της “επίθεσης αγάπης” από το σύγχρονο marketing στο φυσικό -φυτικό και ζωικό- περιβάλλον;
Προσωπικά, στα μηνύματα που εκπέμπονται, αισθάνομαι την απουσία του δέους απέναντι στην υπερκείμενη ζωτική σημασία του περιβάλλοντος, δηλαδή την απουσία του ζωτικού αισθήματος ότι είμαστε ένα πολύ ταπεινό, σχεδόν ανυπόληπτο μέρος του. Θα έλεγα μάλιστα πως, αντιθέτως, περισσεύει η αυθάδεια της ανθρώπινης επιβολής, ακόμη και όταν εκφράζεται ως “προστασία” (sic).
Οι νεώτερες αστικές γενιές (σε πρώτο πρόσωπο, παρ’ ότι έχω ζήσει σε διάλογο με τη φύση και αρκετά έξω σπό τις πόλεις, ηλικίας επτά δεκαετιών πλέον) προσπαθούμε να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε το φυσικό περιβάλλον (και, άραγε, πώς να το εκτιμήσουμε και να το σεβαστούμε έτσι;) από τη διακοσμητική θέση μιας γλάστρας στο σπίτι μας ή ένα οικόσιτο, περιποιημένο ζώο με λουράκι στον λαιμό.
Έχοντας μεγαλώσει σε ένα επίπλαστο, δομημένο αστικό περιβάλλον οικιστικής μήτρας από μπετόν και σίδερο, από πλαστικό και (στην καλύτερη περίπτωση) από υλοτομημένη και φινιρισμένη ξυλεία στις λεπτομέρειες όταν δεν χρησιμοποιούνται συνθετικές απομιμήσεις, στην εποχή μας φθάνουμε μέχρι την καμπάνια για το περιβάλλον ωσάν να είναι προϊόν στο εμπορικό ράφι που μπορεί να μας κάνει ξεχωριστούς καταναλωτές.
Διάβασα πρόσφατα μια εξαιρετικού ενδιαφέροντος πραγματεία (Αλέξανδρος Πλατανιώτης) για τη Φύση όπως αναδεικνύεται στο “Μυθιστόρημα” του Γιώργου Σεφέρη, στο ψηφιακό περιοδικό Λόγου και Τέχνης ΧΑΡΤΗΣ – hartismag.gr, τεύχος 87, Μάρτιος. Στο πόνημα, ανακαλύπτεται το ταπεινό μεγαλείο μιας ανόθευτης και ουσιώδους σχέσης του ποιητή με το φυσικό περιβάλλον από θέσεις και αντιθέσεις του μέσα στο ΟΛΟΝ της σύντομης, ανθρώπινης υπαρξιακής περιπέτειας στο βιωματικό θαύμα της φευγαλέας παρουσίας του, στη συνέχεια του φυσικού κόσμου που τον περιέχει. Του φυσικού κόσμου, που βιάζεται βάναυσα στην εποχή της αλαζονικής επικυριαρχίας του είδους μας και της υπερφίαλης ματαιοδοξίας μας, που καταλήγει σε αυτο-ικανοποίηση με το γρασίδι στον κήπο.
Επειδή έτσι, από μιαν επίγνωση μπορεί να γεννηθεί αυθεντική ποίηση -γιατί το “Μυθιστόρημα” είναι ένας τέτοιος, σπονδυλωτός και συναρπαστικά αρθρωμένος ποιητικός λόγος- θα κλείσω το ερέθισμα που θέλω να μεταφέρω με αυτό το σημείωμά μου με μια αναφορά μόνον, όπως την έχει αποτυπώσει ο Γιώργος Σεφέρης στο γράμμα για την Κίχλη:
“Έχω ένα πολύ οργανικό συναίσθημα, που ταυτίζει την ανθρωπιά με την ελληνική φύση”.
Και αλλού, σε απόσπασμα από τις “Δοκιμές”, όπου γράφει:
“Τα χρόνια εκείνα γύριζε ο κύκλος του έτους με το ρυθμό της γονιμότητας των εποχών: άνοιξη – θέρος – φθινόπωρο – χειμώνας. Σ’ αυτό τον οικουμενικό ρυθμό, τον ίδιο για τα φυτά, τα ζώα, και τους ανθρώπους. Και η λατρεία πάνω σ’ αυτόν ήταν οργανωμένη. Ήταν αγροτική η κοινωνία, όπως λένε. Σήμερα (*) οι κοινωνίες μας είναι βιομηχανικές, και οι εποχές έχουν γίνει σχεδόν αδιάφορες. Έχουνε καταφύγει στα μεγάλα εργοστάσια που υψώνουν τα τείχη τους ανάμεσα στον άνθρωπο και το ύπαιθρο. Και η γονιμότητα δεν είναι πια ιδιότητα των ζωντανών, έχει μεταφερθεί στις μηχανές. Κι εμείς που κάποτε ζούσαμε, βαδίζουμε προς την αποστέγνωση”.
(*) Σημειώνω, για την επικαιροποίηση του λόγου του Σεφέρη: αν αλλάξουμε τις “βιομηχανικές” σε “μεταβιομηχανικές” της εικονιστικής εποχής μας, όπου τα “τείχη” είναι αυτά της παθητικής ελευθερίας του ψηφιακού χάους και των αλγορίθμων, δεν αλλάζει τίποτα στο νόημα…
Μπορείτε να αναζητήσετε κάποιον δρόμο για το “οργανικό συναίσθημα” του Σεφέρη στο κείμενο του Αλέξανδρου Πλατανιώτη, εδώ:
✍🏻 Το μνημονικό ηχείο της χαμένης ενότητας: η Φύση στο “Μυθιστόρημα” του Σεφέρη
https://www.hartismag.gr/hartis-87/diereynhseis/to-mnimoniko-ikheio-tis-khamenis-enotitas
—————————-
(*) Γιάννης Ρούντος: Σύμβουλος-πρεσβευτής ιδεών και πράξεων για τον Πολιτισμό και την Αειφορία, πρώην Διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων & Σχέσεων, Επικοινωνίας & Δημοσιότητας, Υπευθυνότητας & Βιωσιμότητας του Ομίλου Interamerican (1994-2021).



