Η λογοδοσία, ωστόσο, παραμένει ανθρώπινη υπόθεση.
Του Ρόναλντ Μεϊνάρντους*
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης ζωής. Η καθοριστική τεχνολογία της εποχή μας συγκρίνεται πλέον συστηματικά με την εφεύρεση του υπολογιστή – ή ακόμα και με την έλευση του τυπογραφείου πριν από περισσότερα από 500 χρόνια. Ακόμα και για τους μη ειδικούς – και συγκαταλέγομαι στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σε αυτήν την κατηγορία – είναι ολοένα και πιο σαφές ότι αυτές οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες αναδιαμορφώνουν σχεδόν κάθε σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο αντίκτυπός τους γίνεται αισθητός σε όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής που ζούμε.
Οι αλλαγές είναι ιδιαίτερα δραματικές για όσους ασχολούνται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με την παραγωγή περιεχομένου. Αυτό το περιεχόμενο μπορεί να έχει τη μορφή εικόνων, βίντεο ή ταινιών. Το ίδιο ισχύει και για τη μουσική, αλλά πάνω απ’ όλα για τα κείμενα κάθε είδους. Στον κόσμο των πολυμέσων που ζούμε, ο γραπτός λόγος παραμένει – ίσα» είμαι παλιομοδίτης από αυτή την άποψη – η υψηλότερη και πιο αγνή μορφή δημοσιογραφώ επικοινωνίας. Τουλάχιστον, παραμένει το μέσο που είναι καταλληλότερο για τη μετάδοση σύνθετων επιχειρημάτων και εξελιγμένων αναλύσεων.
Και αυτό με φέρνει στον λόγο για τους συλλογισμούς που ακολουθούν. Ως σχολιαστής και πολιτικός αναλυτής, καθοδηγούμενος από την ομολογουμένως φιλόδοξη επιθυμία να χρησιμοποιώ το πληκτρολόγιο μου μόνο όταν έχω ένα πρωτότυπο μήνυμα να μοιραστώ, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν χρησιμοποιώ τεχνητή νοημοσύνη στη δουλειά μου. Το ερώτημα που απασχολεί όλο και περισσότερο το μυαλό μου – και υποθέτω ότι αυτό συμβαίνει και με άλλους – είναι πως χρησιμοποιούνται τα ψηφιακά εργαλεία. Και στο επίπεδο αυτό τα πράγματα περιπλέκονται. Ποιοι είναι οι περιορισμοί αυτών των νέων τεχνολογιών. Γιατί αν πρέπει να εμπιστευτούμε τους ειδικούς, οι δυνατότητες φαίνονται σχεδόν απεριόριστες.
Το πραγματικό ζήτημα, μάλλον, αφορά ερωτήματα που άπτονται της ηθικής της γραφής και, κατ’ επέκταση, της ίδιας της ταυτότητας της δημοσιογραφίας σε μια εποχή που το επάγγελμα διέρχεται μια ριζική μεταμόρφωση. Αυτή η συζήτηση εκτείνεται πολύ πέρα από τις προσωπικές ανησυχίες των επαγγελματιών των μέσων ενημέρωσης. Τελικά, αφορά και την ποιότητα των μέσων ενημέρωσα γενικότερα – και επομένου την ίδια την πολιτική κουλτούρα, με εκτεταμένες συνέπειες για τη δημοκρατική τάξη στην οποία επιθυμούμε να ζήσουμε.
Στην πατρίδα μου, τη Γερμανία, η συζήτηση στην οποία αναφέρομαι εδώ έφτασε σε ένα ευρύτερο κοινό αφότου μια κορυφαία ημερήσια εφημερίδα απαγόρευσε ξαφνικά σε έναν από τους πιο αναγνωρισμένοι σχολιαστές της να γράφει για τις σελίδες της. Η αφορμή για το «σκάνδαλο»: Η αποκάλυψη ότι – και εδώ παραθέτω από τη δήλωση της Der Tagesspiegel – ο πρώην εκδότης και αρχισυντάκτη είχε «άρθρα γνώμης γραμμένα από τεχνητή νοημοσύνη». Στην εξήγησή της προς τους αναγνώστες, η εφημερίδα αναγνώρισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται επίσης στο δικό της γραφείο σύνταξης ως «εργαλείο» που «μας βοηθά να απλοποιούμε και να βελτιώνουμε τις επιμέρους συντακτικές εργασίες».
Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη, συνέχισε λέγοντας η διεύθυνση της εφημερίδας, δεν είναι ένα εργαλείο που πρέπει να επιτραπεί να «αναλάβει τον πυρήνα του έργου μας». Στη συνέχεια έρχεται μια πρόταση που, κατά την άποψή μου, έχει ιδιαίτερη σημασία – και είναι κεντρικής σημασίας για τη δική μου κατανόηση της δημοσιογραφίας: «Η δημοσιογραφική κρίση, η ζύγιση των πληροφοριών, η αναλυτική ερμηνεία και η διαμόρφωση τα γλώσσας πρέπει πάντα να παραμένουν ευθύνη του συγγραφέα».
Ο πρώην εκδότης, που πιάστηκε να παραβιάζει τους κανόνες που αναμενόταν να τηρεί, αναγνώρισε αμέσως το λάθος του και ζήτησε δημόσια συγγνώμη. Με αυτόν τον τρόπο, παραδέχτηκε ότι το λιγότερο που έπρεπε να είχε κάνει ήταν να ενημερώσει τους αναγνώστες όχι το κείμενο που δημοσιεύτηκε με το όνομά του είχε στην πραγματικότητα δημιουργηθεί από λογισμικό.
Η «υπόθεση Casdorff» – που πήρε το όνομά της από τον δημοσιογράφο που έπεσε από την εξουσία – έχει ευρύτερη σημασία επειδή τελικά αφορά λίγο πολύ όλους όσους παράγουν περιεχόμενο για δημοσίευση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι: Χρησιμοποίησα τεχνητή νοημοσύνη; Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πως τη χρησιμοποίησα; Και – εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος – σε ποιο βαθμό το τελικό προϊόν είναι αποτέλεσμα της δικής μου πνευματικής προσπάθειας και ανεξάρτητης κρίσης;
Ο Κάσντορφ απέτυχε επειδή τελικά έβαλε το όνομά του σε ένα κείμενο που δημιουργήθηκε από ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Οι αναγνώστες είχαν επομένως το δικαίωμα να υποθέσουν ότι αυτό που διάβαζαν προερχόταν πραγματικά από τη δική του σκέψη. Αλλά αυτό δεν ίσχυε. Το δημιουργικό έργο δεν προήλθε από τον κ. Κάσντορφ, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως ο συγγραφέας, αλλά από μια άψυχη μηχανή.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι συντάκτες της εφημερίδας ήταν πεπεισμένοι ότι είχε ξεκάθαρα ξεπεραστεί μια κόκκινη γραμμή. Αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε είναι μια σύγχρονη μορφή λογοκλοπής που κατέστη δυνατή χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, αναπόφευκτα προκύπτει το ερώτημα: Τι παράμενει επιτρεπτό σε αυτόν τον νέο κόσμο των φαινομενικά απεριορίστων τεχνολογικών δυνατοτήτων; Και υπάρχει, πράγματι, κάποια καθολικά έγκυρη απάντηση σε αυτό το ερώτημα;
Για να παρέχουν σαφήνεια και καθοδήγηση σε αυτά τα ερωτήματα, οι οργανισμοί μέσων ενημέρωσης έχουν δημοσιεύσει εκτενείς οδηγίες που διέπουν τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Στη Γερμανία, οκτώ στους δέκα εκδότες εφημερίδων έχουν πλέον θεσπίσει τέτοιες οδηγίες. Μερικοί μάλιστα απαιτούν από το προσωπικό τους να χρησιμοποιεί αυτά τα σύγχρονα εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί για να βελτιστοποιούν και να εξορθολογίζουν τις συντακτικές ροές εργασίας,
Οι εφαρμογές που υποστηρίζονται από την Τεχνητή Νοημοσύνη έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής δημοσιογραφικής πρακτικής. Εργασίες που, όχι πολύ καιρό πριν, διεκπεραιώνονταν από μηχανές αναζήτησης, ορθογραφικούς ελέγχους και λογισμικό μετάφρασης, τώρα εκτελούνται – πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά και σε μία ενιαία πλατφόρμα – από βοηθούς Τεχνητής Νοημοσύνης. Ιδιαίτερα ισχυρές, και ως εκ τούτου ιδιαίτερα δημοφιλείς, είναι οι εφαρμογές που μπορούν να δημιουργούν τίτλους και περιλήψεις κειμένων με το πάτημα ενός κουμπιού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα είναι έτοιμα για δημοσίευση.
Σε αυτό το σημείο, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές οι αρνητικές παρενέργειες της τεχνολογικής προόδου. Η σύνοψη κειμένων και η σύνταξη ισχυρών τίτλων κατατάσσονται μεταξύ των πιο απαιτητικών από πνευματικής άποψης εργασιών σε κάθε γραφείο σύνταξης. Εάν αυτές οι ευθύνες ανατίθενται συστηματικά και σχεδόν αυτόματα στην τεχνητή νοημοσύνη, το αποτέλεσμα είναι η πνευματική εφησυχασμός και η σταδιακή διάβρωση των κρίσιμων δεξιοτήτων. Μια υφέρπουσα εξάρτηση από το μηχάνημα καθιερώνεται – μια εξάρτηση που μπορεί να λειτουργήσει σαν ναρκωτικό. Ο κίνδυνος είναι οι βασικές δημοσιογραφικές ικανότητες να διαβρωθούν με την πάροδο του χρόνου ή ακόμη και να εξαφανιστούν εντελώς.
Και έτσι καταλήγω σε μια τελική παρατήρηση – μια παρατήρηση που σίγουρα δεν δημιουργήθηκε από την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στην προληπτική ενασχόληση με την Τεχνητή Νοημοσύνη και την ενσωμάτωσή της στις καθημερινές επαγγελματικές ροές εργασίας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο συγγραφέας ενός κειμένου θεωρεί το λογισμικό ως εργαλείο και όχι ως μια αυτοματοποιημένη – και επομένως απανθρωποποιημένη – γεννήτρια που κάνει όλη τη δουλειά. Η συντακτική ευθύνη βαρύνει τους ανθρώπους, όχι ένα ανώνυμο σύστημα.
Και τέλος: Σε περίπτωση που ποτέ υπάρξει έλλειψη χρόνου – ή της πνευματικής ικανότητας που απαιτείται για την ανεξάρτητη εκτέλεση της εργασίας – το λιγότερο που δικαιούται να περιμένει το κοινό από έναν συγγραφέα είναι η αποκάλυψη ότι το κείμενο δημιουργήθηκε από μια μηχανή. Με αυτό το πνεύμα, θα πρέπει να πω στους αναγνώστες ότι, μεταφράζοντας τις σκέψεις μου από τα γερμανικά στα αγγλικά, περιστασιακά κατέφευγα σε ένα πρόγραμμα ψηφιακής μετάφρασης για βοήθεια.
*Ο Δρ. Ρόναλντ Μεϊνάρντους είναι πολιτικός αναλυτής, σχολιαστής και κύριος Ερευνητής στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).



