Καλοκαίρι και… Κακομοιριά 

80

Του Κώστα  Πάντζιου 

Χωρίς την σφοδρότητα της παρουσίας του κορωνοϊού, που γνωρίσαμε την Άνοιξη, είχαμε δεν είχαμε, ξαναμπήκαμε στο προσφιλές σπορ της σκανδαλο-λογίας και των αλληλοκατηγοριών των δύο μεγάλων κομμάτων, με αυτό το αντικείμενο. Βέβαια, η υπόθεση είναι πλέον στα χέρια της Δικαιοσύνης. Και λογικά, κανείς δεν θα πρέπει να επεμβαίνει. Όμως έμμεσα, γίνεται πολιτική εκμετάλλευση του θέματος. Έτσι, ακόμη μία φορά αποδεικνύεται ότι τέτοιες περιπτώσεις, όπως π.χ. της Novartis, θα πρέπει εξ αρχής να παραπέμπονται στα φυσικά δικαστήρια, χωρίς να προηγείται η φάση των Επιτροπών της Βουλής, για έναν και μόνο λόγο. Και αυτός είναι το ότι εξ αρχής το θέμα πολιτικοποιείται, συμπέρασμα σπάνια βγαίνει και στη συνέχεια καλούνται οι φυσικοί δικαστές να δικάσουν, κάτω από έναν ορυμαγδό πολιτικών αντιπαραθέσεων, με όποια δυσκολία παρουσιάζει αυτή η διαμορφωμένη κατάσταση. Και κάτι ακόμη: Οι πολιτικοί των κομμάτων εξουσίας αλληλοφθείρονται, δημιουργούν την εντύπωση ότι κάποιοι επιδιώκουν οικονομικά οφέλη, ο πολίτης δυσφορεί, δεν ξέρει τι να πιστέψει και καταλήγει σε λάθος συνήθως συμπεράσματα και στο τέλος οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι πολιτικοί, στην πλειοψηφία τους, είναι επίορκοι και παραβάτες, ενώ σύμφωνα με τη δική μας τουλάχιστον εμπειρία, ελάχιστοι σκόπιμα παρανομούν. Κάποτε, αυτή η γάγγραινα πρέπει να σταματήσει. 

 

Όμως, τα γεγονότα προηγούνται. Και τις μέρες αυτές, τις –ας τις πούμε– «μετακορωνοϊκές», άναψε  πάλι η σκανδαλολογία και είναι καθημερινό φαινόμενο οι αλληλοκατηγορίες για στελέχη των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας. Πολιτικά, η υπόθεση έχει ενδιαφέρον, με την έννοια, συγκυριακά, ποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα ωφελείται και ποιο βλάπτεται. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, εμείς πιστεύουμε ότι δεν ωφελείται όσο φαίνεται η Ν.Δ. και η κυβέρνηση, εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, πρώτον, γιατί η Δικαιοσύνη δεν έχει ακόμη αποφανθεί. Και δεύτερον, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μετατίθεται από ένα προνομιακό για την κυβέρνηση αντι-κείμενο, που είναι η αναμφισβήτητη επιτυχία της στο υγειονομικό θέμα, και πάει σε ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό θέμα, που ωφελεί την Αξιωματική Αντιπολίτευση γιατί την βγάζει από την επικοινωνιακή καραντίνα. Δηλαδή, ξαναγίνεται μάχη πολιτική. Και στη μάχη, πάντα υπάρχουν φάσεις που ευνοούν ή βλάπτουν, πότε τον έναν και πότε τον άλλον μαχητή.

 

Και υπάρχει και κάτι άλλο: Η κυβέρνηση βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, γιατί έχει να αντιμετωπίσει μία δύσκολη επαναφορά της οικονομικής δράσης, η οποία, ιδίως στην τουριστική βιομηχανία, μπορεί να ευνοηθεί ή να ζημιωθεί, από ένα σωρό αστάθμητους παράγοντες. Κοντά σ’ αυτό, έρχεται να προστεθεί και το θέμα των επιδοτήσεων ή δανείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που ενώ είναι θετικό γεγονός, δεν παύει να έχει και την δυσχερή πλευρά της δίκαιης και παραγωγικής κατανομής των ενισχύσεων γενικά. Και σ’ αυτό, να προστεθεί η νοοτροπία των συμπολιτών μας και όλων σχεδόν των μικρών ή μεγάλων επιχειρηματιών, να ζητούν χρήματα από το Κράτος, είτε τα δικαιούνται, είτε όχι.

 

Γενικά πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση θα είχε να κερδίσει περισσότερα, πολιτικά, αν όλα αυτά τα προβλήματα που αναφέραμε, καθώς και άλλα πολλά, τα αντιμετώπιζε μέσα σε ήρεμο κλίμα. Και όχι μέσα σε ένα κλίμα πολιτικά φορτισμένο και με την Αντιπολίτευση να έχει αφορμές για σκληρότερη και πιο αδιάλλακτη αντιπολιτευτική δράση.

 

Κάποιοι άλλοι πολιτικοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι η μάχη για τα «σκάνδαλα» της προηγούμενης κυβέρνησης, δημιουργεί δυσχέρειες στο κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τώρα που πάει να ξεδιπλώσει την εμβέλειά του, σε επίπεδο ιδεολογικό, πολιτικό, καθώς και σε επίπεδο διεύρυνσης σε πολιτικά πρόσωπα και στη λαϊκή βάση. Κατά την άποψή μας, η άποψη αυτή είναι εντελώς λανθασμένη. Και τούτο διότι είναι παρατηρημένο, πως σε φάσεις μετασχηματισμού ενός κόμματος, υπάρχει αποσυσπείρωση και εσωστρέφεια, φυσική άλλωστε. Η διαμάχη για τα «σκάνδαλα» συσπειρώνει τον ΣΥΡΙΖΑ και ενισχύει τον διπολισμό, ενώ ενισχύει ταυτόχρονα τον αρχηγό του κόμματος στο να επιβάλλει τη γραμμή του. 

 

Επομένως, έχουμε ξαναμπεί πλέον, μετά από μήνες, στην καθαρά πολιτική αντιπαράθεση, η οποία μάλλον θα κορυφωθεί τον Σεπτέμβριο, στη ΔΕΘ. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, εκεί θα φανεί ποιο οικονομικά και κοινωνικά πρακτικό μοντέλο θα επιλεγεί για το 2021 για την κυβέρνηση Κυρ. Μητσοτάκη, καθώς και με ποια πολιτική φυσιογνωμία και πρακτική θα αντικρύσει τη νέα χρονιά το κόμμα του κ. Αλ. Τσίπρα. Ανεξαρτήτως αυτού, πάντως, που είναι φυσιολογικό στις δημοκρατίες, καλό θα ήταν οι δύο «μονομάχοι» να συμφωνήσουν να μην υποκύπτουν στο άχαρο σπορ της σκανδαλολογίας, βάζοντας σαν «επιδιαιτητές» κάθε φορά πρόσωπα που έρχονται σχεδόν από το πουθενά. Δεν είναι μόνο οδυνηρό και άδικο για την πολιτική, αλλά και ανόητο. Αυτό βέβαια, γίνεται διότι και στα δύο μεγάλα κόμματα, υπάρχουν μειοψηφίες που νομίζουν ότι ο Κυριάκος είναι δεξιός και ο Αλέξης είναι αριστερός!…