Του Κώστα Πάντζιου
Πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκαν οι εσωτερικές κομματικές διαδικασίες στα δύο μεγάλα κόμματα, με την εκλογή των Κεντρικών Επιτροπών και των Πολιτικών Γραμματειών και Πολιτικών Συμβουλίων στα κόμματα αυτά. Αναφορικά με τις αρμοδιότητες των οργάνων αυτών, λίγοι είναι οι απλοί πολίτες που γνωρίζουν γι’ αυτές, ενώ όσοι γνωρίζουν, έχουν την εμπειρία ότι οι όποιες αρμοδιότητες που καταστατικά έχουν τα όργανα αυτά, σπάνια ασκούνται, ενώ και όταν από κάποιους ασκούνται, ελάχιστοι γνωρίζουν αν έχουν κάποια απήχηση στη λήψη των αποφάσεων από τους αρχηγούς των κομμάτων.
Οι παλαιότεροι εκ των ασχολουμένων με τα κοινά, θυμούνται ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Ο κομματικός μηχανισμός είχε άποψη και ισχύ, τις οποίες δυναμικά εξέφραζαν και υποστήριζαν, τόσο συχνά και με τόση επιτυχία, ώστε να επηρεάζουν σημαντικά τις αποφάσεις της ηγεσίας. Και αυτό συνέβαινε, διότι ο πολιτικός διάλογος ανάμεσα στους πολίτες ήταν πάντα ζωντανός και έντονος, από το καφενείο της γειτονιάς έως τους τόπους εργασίας, αλλά και στις συντροφιές των ανθρώπων, πράγμα το οποίο αποτελούσε μία «ιδιαιτερότητα» για εμάς τους Έλληνες, που καταγόμαστε από «πολίτες» που δημιούργησαν αθάνατο πολιτισμό και δημοκρατική ανθρώπινη συνείδηση, απλά συζητώντας.
Τι έχει αλλάξει τώρα; Αυτό που έχει αλλάξει, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον δυτικό ελεύθερο κόσμο, είναι το ότι οι πολίτες, λόγω των συνθηκών εργασίας, αλλά και ψυχαγωγίας, αλλά και λόγω των σόσιαλ μίντια, οι άνθρωποι αυτοί απομονώθηκαν, επικοινωνούν πολύ μέσω των προαναφερθέντων μέσων επικοινωνίας, έχουν τεχνητή επικοινωνία, δεν έχουν την επικοινωνία της φυσικής ανθρώπινης παρουσίας. Νομίζουν ότι επικοινωνούν, αλλά έχουν χάσει την αλήθεια και τη μαγεία της απλής συναναστροφής.
Θύμα, νομίζουμε, αυτής της φοβερής αλλαγής, έχουν γίνει και όλα τα συλλογικά όργανα των κομμάτων, γιατί ο «κομματικός μηχανισμός» δεν υπήρξε τίποτε άλλο, παρά η αμφίδρομη σχέση και επικοινωνία με τους ανθρώπους, οι οποίοι εκλέγονταν για να μεταφέρουν, να εξηγούν και να αναλύουν τις πράξεις της ηγεσίας του κόμματος, έτσι ώστε να ανθεί ο δημοκρατικός διάλογος. Και στα συνολικά του πεπραγμένα, να πλησιάζει εκείνο το υπέροχο ιδανικό της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Με απλά λόγια, οι κομματικοί παράγοντες (ο όρος εδώ, με την πολύ θετική του βαρύτητα), έχασε τη βάση στήριξής του, που είναι η ενεργά ενδιαφερό-μενη για τα κοινά και κοινωνία. Και επομένως, ενώ εκλέγονται με δημοκρατικές διαδικασίες, δεν έχουν υπολογίσιμο αντικείμενο πια, με αποτέλεσμα να ξεχνιούνται τα ονόματά τους, μετά λίγες εβδομάδες από την εκλογή τους.
Ξεχνιούνται όλοι; Όχι βέβαια. Και αυτό, διότι το «σταρ σύστεμ» έχει τις… απαιτήσεις του. Έτσι και στα δύο μεγάλα κόμματα, έχουμε τις «φίρμες», που κατέλαβαν περίοπτες κομματικές θέσεις στην ιεραρχία. Οι οποίοι όμως, ήταν φίρμες και πριν την εκλογή τους στις κομματικές θέσεις, με διάφορα αξιώματα, τα οποία στην προκειμένη περίπτωση των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας, όφειλαν αυτά τα αξιώματα στον αρχηγό του κόμματος. Πρόκειται για μία αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση αξιωμάτων και ηγεσίας, σε τέτοιο σημείο, που οι δύο αρχηγοί των εν λόγω κομμάτων να επικρίνονται ότι έχουν δημιουργήσει «αρχηγικά κόμματα». Η δε ανάδειξη κάποιου κάπως γνωστού ή λίγο γνωστού στελέχους σε σημαντικό πόστο, αποτελεί εξαίρεση και έκπληξη, που επισημαίνεται από τα ΜΜΕ, για να επιβεβαιωθεί ο κανόνας, της προαναφερθείσης αλληλοτροφοδοτούμενης σχέσης εξουσίας.
Φυσικά, έστω και έτσι, πρέπει να υπάρχουν οι «κομματικοί» (με την θετική έννοια του όρου), για να είναι τα κόμματα –όσο είναι δυνατόν στην εποχή μας– ζωντανοί οργανισμοί, ανθρώπινοι και ανακυκλωτικοί στη λειτουργία των κομμάτων, άρα και της δημοκρατίας. Και με την έννοια αυτή, η στήλη εύχεται επιτυχία στο έργο τους.
Στον απόηχο της επιτυχημένης επίσκεψης του πρωθυπουργού κ. Κυρ. Μητσοτάκη στην Ουάσινγκτον, συνεχίζονται οι τουρκικές προκλήσεις, όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στην Αλεξανδρούπολη αυτή τη φορά. Φυσικό είναι αυτό, αν σημειώσουμε πρόσθετα, ότι αυτά που συνέβησαν στην αμερικανική πρωτεύουσα, συνιστούν μια άνευ προηγουμένου διπλωματική ήττα της Τουρκίας του κ. Ρ. Ερντογάν, ο οποίος, συν τοις άλλοις, είναι υποχρεωμένος, για εσωτερικούς λόγους, να μεριμνήσει έτσι ώστε η μεγάλη αυτή διπλωματική ήττα να μην μετατραπεί σε πολιτική, όταν μάλιστα στο επόμενο έτος έχει κρίσιμες εκλογές. Γι’ αυτό το δεύτερο πρόβλημα, έχει προφανώς επιλέξει την καθημερινή επιθετικότητα προς τη χώρα μας, πρώτον, για να φανατίσει το δικό του εκλογικό ακροατήριο και δεύτερον, να αναγκάσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μην ασκήσουν σπουδαία κριτική, μια και οι κακές εξελίξεις στην Ουάσινγκτον αποτελούν εθνικό θέμα για την Τουρκία. Φαίνεται πως τα καταφέρνει μέχρι στιγμής, καθώς ο τουρκικός λαός έχει εθιστεί στην προπαγάνδα και είναι εναντίον της Ελλάδας και εναντίον των ΗΠΑ. Όμως, αυτά δεν αποτελούν πολιτικές ενέργειες με προοπτική, αλλά μπαλώματα της στιγμής, όταν στο γεωπολιτική στερέωμα συμβαίνουν κοσμο-ϊστορικές αλλαγές. Το επίκεντρο των οποίων είναι για μία ακόμη φορά η Μέση Ανατολή, με διευρυμένο ενδιαφέρον, λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Αλλά ας επανέλθουμε στην επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον. Τέτοια ραφιναρισμένη διπλωματική και πολιτική καταγραφή δεν έχει ξαναγίνει. Στην αμερικανική πρωτεύουσα, ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης, στο Οβάλ Γραφείο και κατά την ομιλία του στο Κογκρέσο, ανέλυσε τα πάντα για τις υποχρεώσεις των ΗΠΑ απέναντι στη χώρα μας, ο Πρόεδρος Μπάιντεν δεν έφερε καμία αντίρρηση, δεν διατύπωσε καμία διαφωνία γι’ αυτά που τόνισε ο κ. Μητσοτάκης, για το Κυπριακό, για τον τουρκικό επεκτατισμό, για τις προκλήσεις κλπ., δεν έκανε το σφάλμα να κάνει κριτική της τουρκικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα και στο ΝΑΤΟ, σε μια κρίσιμη διεθνή πολιτική συγκυρία, αλλά εξήγγειλε συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση για άνευ προηγουμένου τόνωση της αμυντικής ικανότητας της χώρας μας και της αναβάθμισής της με νέες βάσεις (η πιο προωθημένη είναι της Αλεξανδρούπολης), τη στιγμή που δεν φαίνεται στον ορίζοντα λύση του θέματος των αεροσκαφών F-35 με την Τουρκία.
Το ένα σκέλος είναι αυτό. Το άλλο είναι, πως όλα τα προαναφερθέντα επισημοποιήθηκαν, με –πάλι άνευ προηγουμένου– θερμές δηλώσεις και εκδηλώσεις της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, υπέρ της νέας εποχής φιλίας με την Ελλάδα, πρωτοστατούντος του Προέδρου των ΗΠΑ και της συζύγου του!!!
Κάποιοι άσχετοι με την πολιτική, ή άλλοι για κομματικούς λόγους, υποθέτουν ότι αυτά υπάγονται στη λογική της «φιέστας», αλλά τους διαφεύγει ότι μία «φιέστα» μπορεί να είναι δηλωτική μιας τεράστιας αλλαγής πολιτικής, όχι μόνο για συγκυριακούς λόγους, αλλά γιατί έτσι πρέπει να είναι η πολιτική μιας υπερδύναμης από κάποια στιγμή και πέρα.
Στη γειτονική χώρα, ασφαλώς υπάρχουν και πολιτικοί που βλέπουν πως τα «χαρτιά» στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης ξαναρίχνονται στο τραπέζι. Και αναμετρούν, τώρα, τα τεράστια λάθη μιας πολιτικής χωρίς φερεγγυότητα, που ακολουθεί η χώρα αυτή τα τελευταία 20 χρόνια, έναντι της σταθερής Ευρωπαϊκής, φιλοδυτικής σε τελευταία ανάλυση πολιτικής, που ακολουθεί η Ελλάδα. Και η οποία –πώς να το κάνουμε– έχει φθάσει να αποδίδει καρπούς.
Και τέλος, το ότι ο κόσμος ολόκληρος ζει ήδη ιστορικές στιγμές, δεν είναι όπως παλαιότερα σχήμα λόγου. Πολλά πράγματα μάλλον ανατρέπονται. Και μεταξύ άλλων, προκύπτει και το ερώτημα: Αν μετά απ’ αυτόν τον «αλλόκοτο» πόλεμο που ξεκίνησε η Ρωσία, η ίδια βγει άκρως αποδυναμωμένη, όπως πολλοί ειδικοί προβλέπουν (πολιτικά και κυρίως οικονομικά), μήπως, όπως τονίζεται από πολλούς αναλυτές, η θέση και ο ρόλος της Τουρκίας αποδυναμώνεται και αυτός και δεν θα είναι πλέον τόσο πολύ «αγκάθι» στο μαλακό υπογάστριο της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.



