Με τόλμη και συνέπεια… Του Κώστα Πάντζιου

197

Του Κώστα  Πάντζιου 

Αρχίζουν οι διερευνητικές με την Τουρκία, μας πληροφορούν τα ΜΜΕ, αλλά αν διαβάσει κάποιος τις σχετικές αναλύσεις στον Τύπο, δεν βλέπει και κανέναν… ενθουσιασμό. Βλέπει, αντίθετα, τη φιλότιμη προσπάθεια των ειδικών περί τα Ελληνοτουρκικά να ενημερώσουν το κοινό, αλλά δεν διακινδυνεύουν να κάνουν προβλέψεις για το μέλλον αυτών των συζητήσεων. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι συζητητές από την τουρκική πλευρά έχουν αποδείξει άπειρες φορές ότι είναι αναξιόπιστοι, πρώτον, και δεύτερον γιατί είναι φως φανάρι πως οι Τούρκοι επίσημοι θυμήθηκαν τις «διερευνητικές», αφού προηγήθηκε η ψυχρολουσία των κυρώσεων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ –εννοούμε την προηγούμενη κυβέρνηση, που ο Πρόεδρός της ήταν φιλικός προς την γείτονα χώρα. Φανταστείτε τι έχει να γίνει με τη νέα κυβέρνηση στις ΗΠΑ.

Πάντως, ενδιαφέρον έχουν οι μέχρι τώρα δηλώσεις και θέσεις των υπευθύ-νων αξιωματούχων του επιτελείου του νέου Προέδρου κ. Τζο Μπάιντεν, οι οποίες αφήνουν μια διπλή αίσθηση. Η μία είναι ότι, όπως και ο νέος Πρόεδρος, κατέχουν το θέμα Τουρκία. Η άλλη είναι ότι φαίνονται αποφασισμένοι να δώσουν μία ακόμη ευκαιρία στον Πρόεδρο Ερντογάν, να αναπροσαρμόσει την πολιτική του έναντι των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έναντι του Δυτικού Κόσμου, γενικά. Μπορεί όμως να γίνει αυτό; Και ας πούμε ότι παίρνει  κάποιος το ρίσκο να συνδράμει τον Πρόεδρο της Τουρκίας στο να επαναπροσδιορίσει την πολιτική του. Έχουν όμως αξιοπιστία τα λόγια και οι πράξεις του κ. Ερντογάν; Και ποιος στις ΗΠΑ, από τον κ. Μπάιντεν μέχρι το τελευταίο στέλεχος του Στέητ Ντιπάρτμεντ, θα ρισκάρει με κίνδυνο να χάσει;

Υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι αυτή τη φορά η τουρκική πλευρά είναι ειλικρινής και θέλει να τα βρει με τις ΗΠΑ, αφού υπάρχει στη μέση και ο κίνδυνος επιβολής νέων οικονομικών κυρώσεων, σε μια χώρα που δεν μπορεί να αντέξει αυτές που ήδη αποφασίστηκαν. Δηλαδή μας λέγουν ότι «ανάγκα και θεοί πείθονται». Όμως, οι «θεοί» μπορεί να «πείθονται», αλλά τα γεγονότα και οι δεσμεύσεις δεν είναι εύκολο να ανατραπούν ή να αλλάξουν.

Σε τελευταία ανάλυση, η τουρκική ηγεσία εξάντλησε το απόθεμα καλόπιστης θέσης της Δύσης στο να ανέχεται την τάση της Τουρκίας ως άτακτου μεν, αλλά συνεννοήσιμου εταίρου, όμως αυτό έπαυσε να ισχύει από τη στιγμή που η ηγεσία της χώρας αυτής προμηθεύτηκε όπλα από την αντίπαλο Ρωσία. Και αυτό είναι γεγονός που δύσκολα μπορεί να διευθετηθεί. Σημαίνει για την γείτονα, πολιτική σε τεντωμένο σκοινί. Και υπάρχει και κάτι άλλο. Η αμερικα-νική υπερδύναμη, συνυπολογίζοντας και τις εξελίξεις στον ευρύτερο γεωστρατηγικό χώρο της Μέσης Ανατολής, τέσσερα χρόνια τώρα, τίποτα δεν αποκλείει να έχει σχεδιάσει η νέα κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος κάποιες λύσεις που μπορεί να υποβαθμίζουν την παρουσία της Τουρκίας στο χώρο. Άλλωστε, η πορεία των γεγονότων αλλάζει και τις πολιτικές και τα «δόγματα».

Εν όψει όλων αυτών, αποδεικνύεται ακόμη μια φορά η διαχρονική επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας, που από όλες τις κυβερνήσεις βασίστηκε στη τίμια σχέση με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μια σχέση που λοιδωρήθηκε από υπερφίαλους πολιτικούς, να μην αναφέρουμε ονόματα. Άρα, η κυβέρνηση Κυρ. Μητσοτάκη, συνεχίζοντας την εξυπνότατη αυτή πολιτική, δεν έχει λόγους να μη δέχεται και τις νέες «διερευνητικές», οι οποίες, αν μεν οδηγήσουν σε κάτι θετικό, θα λύσουν προβλήματα, αν όμως δεν οδηγήσουν σε κάτι θετικό, λόγω Τουρκίας, το πρόβλημα θα το έχει η ηγεσία της γείτονος για άλλη μια φορά.