ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΜΗΘΟΥΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ;… Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

33

Η τεράστια διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ είναι ότι η πρώτη θεωρεί πως η Δύση της χρωστάει ενώ η δεύτερη θέλει να ενεσωματωθεί σε αυτήν μαχόμενο για την ύπαρξη του.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου 

Με τίτλο «Ο ενοχλητικός καθρέπτης του Ισραήλ», ο έγκριτος συνάδελφος Κώστας Στούπας παραθέτει στον ιστότοπο Liberal μια σύγκριση οικονομικών και θεσμικών επιδόσεων μεταξύ Ελλάδος και Ισραήλ, δύο χώρες που έχουν τον ίδιο πληθυσμό περίπου, ενώ οι λαοί τους είναι από τους αρχαιότερους στον κόσμο. Και για να στηρίξει την επιχειρηματολογία του, ο Κώστας Στούπας γράφει μεταξύ άλλων:

«Δύο χώρες με περίπου δέκα εκατομμύρια κατοίκους η καθεμία. Το 2024 οι Ισραηλινοί κατέθεσαν 1.715 διεθνείς αιτήσεις πατεντών μέσω PCT. Οι Έλληνες 103. Πολύ λιγότερες.

Στην έρευνα και ανάπτυξη το Ισραήλ δαπάνησε το 2023 το 6,3% του ΑΕΠ του, πρώτο στον ΟΟΣΑ. Εμείς το 2024 φτάσαμε στο 1,53%, δηλαδή 3,62 δισ. ευρώ. Για εμάς είναι ρεκόρ. Για εκείνους θα ήταν κατάρρευση.

Το Ισραήλ έχει 117 εταιρείες εισηγμένες στο Nasdaq. Η ελληνική παρουσία στη Wall Street είναι κυρίως ναυτιλιακές εταιρείες. Είμαστε παγκόσμια δύναμη στη μεταφορά όσων φτιάχνουν οι άλλοι. Στο να τα φτιάχνουμε εμείς, δεν παίζουμε ούτε στα τοπικά πρωταθλήματα.

Όποιος το ρίχνει στο «εθνικό DNA» ψάχνει άλλοθι. Το 1984, με πληθωρισμό 450% και την οικονομία στο χείλος του γκρεμού, το Ισραήλ δεν μοίραζε επιδόματα, όπως ζητάει η αντιπολίτευση των μικρομεσαίων εδώ. Ψήφισε νόμο για τη βιομηχανική έρευνα. Το 1991 έστησε θερμοκοιτίδες για ιδέες που κανένας τραπεζίτης δεν θα χρηματοδοτούσε. Το 1993 έβαλε 100 εκατ. δολάρια στο πρόγραμμα Yozma: ένα δολάριο του κράτους δίπλα σε κάθε δολάριο ξένου επενδυτή. Γεννήθηκαν δέκα funds επιχειρηματικού ρίσκου. Λίγα χρόνια μετά, το κράτος πούλησε το Yozma σε ιδιώτες και βγήκε από τη μέση.

Δεν έφτιαξε κρατική εταιρεία. Έφτιαξε αγορά για το ρίσκο και ανταμοιβή.

Μετά έφτιαξε και τη φορολογία. Ο γενικός φορολογικός συντελεστής για επιχειρήσεις είναι στο 23% όπως περίπου και εδώ. Τα κέρδη μιας «προνομιούχου τεχνολογικής επιχείρησης» από πνευματική ιδιοκτησία φορολογούνται με 12%, ή 7,5% αν βρίσκεται σε ειδική περιοχή ανάπτυξης. Για ομίλους με τζίρο πάνω από 10 δισ. σέκελ ο φόρος πέφτει στο 6%. Με όρους: ελάχιστες δαπάνες έρευνας, ερευνητικό προσωπικό, εξαγωγές τουλάχιστον 25%. Δεν το παίρνει όποιος γράφει «AI» στην κάρτα του.

Εδώ συζητάμε την έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων, του μοναδικού σοβαρού βιομηχανικού κλάδου που έχει απομείνει.

Στην Ελλάδα ο φόρος είναι 22%. Έχουμε κι εμείς κίνητρο: τα κέρδη από πατέντα που ανέπτυξε η ίδια η επιχείρηση απαλλάσσονται για τρία χρόνια και, από το 2024, προβλέπεται ελάφρυνση για επτά ακόμη. Δεν μας λείπει λοιπόν ο μαγικός συντελεστής. Τα τελευταία χρόνια κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση αρκεί να μην φέρουμε ξανά τους «βαρβάρους» να μας σώσουν…

Μας λείπουν οι πατέντες για να το χρησιμοποιήσουμε. Φοροαπαλλαγή για κέρδη από εφευρέσεις σε μια χώρα με 103 αιτήσεις τον χρόνο είναι σαν έκπτωση σε εισιτήρια για πτήση που δεν έχει προγραμματιστεί.

Ένα μικρό, σταθερό ποσοστό των προμηθειών των ενόπλων δυνάμεων να πηγαίνει σε ελληνικούς αισθητήρες, drones, λογισμικό, κυβερνοασφάλεια. Με ανταγωνισμό, ορόσημα, αξιολόγηση. Όχι άλλη μία κρατικοδίαιτη βιομηχανία που θα πουλάει στο Δημόσιο την σαβούρα και θα βολεύει ημετέρους. Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Είχε κακό τέλος.

Το ίδιο ισχύει για τη ναυτιλία, την ενέργεια, την υγεία, την πολιτική προστασία. Έχουμε πραγματικά προβλήματα, ικανούς επιστήμονες και, σε ορισμένους κλάδους, πελάτες σε όλο τον κόσμο. Λείπει ο καταλύτης. Ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο να μπορεί να ιδρύσει εταιρεία χωρίς να χαθεί σε διάδρομο υπογραφών. Κεφάλαιο που αντέχει πέντε χρόνια σπατάλης σε δοκιμές. Κανόνες που ο ιδρυτής είναι οι ίδιοι από τη μέρα που θα επενδύσει μέχρι εκείνη που θα πουλήσει.»

Δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει ένας λογικός άνθρωπος με τις διαπιστώσεις και συγκρίσεις του Κώστα Στούπα. Ωστόσο υπάρχουν τεράστιες ιστορικές διαφορές που χωρίζουν την Ελλάδα από το Ισραήλ και οι οποίες σίγουρα επηρεάζουν τις αντιλήψεις Ελλήνων και Ισραηλινών απέναντι στην οικονομία.

Από την 14η Μαΐου 1948, ημερομηνία που ο Δαβίδ Μπεν Γκουριόν (1886-1970) διάβασε την ιδρυτική διακήρυξη του Κράτους του Ισραήλ, για τους Εβραίους της διασποράς ήταν η επισημοποίηση της επιστροφής στη Γη της Επαγγελίας, ύστερα από εξορία χιλιάδων ετών.

Κάποια εκατομμύρια Εβραίοι έτσι επέστρεψαν αποφασισμένοι να ευημερήσουν και να παραμείνουν σε ένα χώρο που εν μέρει θεωρούν δικό τους. Όμως, ο αραβικός κόσμος που αποτελούσε τότε μέρος του πληθυσμού της Παλαιστίνης, όχι μόνον δεν αποδέχτηκε την ίδρυση αυτή, αλλά επετέθη στο νεοσύστατο κράτος δύο μέρες μετά την επίσημη ίδρυσή του.

Από μόνο του το γεγονός αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό ότι ένας πληθυσμός που είναι περικυκλωμένος από εχθρούς που θέλουν την καταστροφή του, είναι «καταδικασμένος» να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση και να είναι όσο πιο δημιουργικός μπορεί.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι Ισραηλινοί, για να αποφύγουν σοβαρά προβλήματα διατροφής τους, μετέτρεψαν την έρημο σε εύφορη πεδιάδα και σήμερα η γεωργική τους παραγωγή είναι φθηνότερη και πιο προοδευμένη από την αντίστοιχη ελληνική και άλλων χωρών με γεωργική παράδοση.

Σε μεγάλο βαθμό έτσι, η πρόοδος του Ισραήλ στην οικονομία και στην τεχνολογία, οφείλεται στη θέληση ενός λαού να εξασφαλίζει την ύπαρξή του και την παρουσία του στον πλανήτη. Η θέληση αυτή δεν είναι δεδομένη σε όλους τους λαούς. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία.