Οι Τουρκικές απειλές, σχετικά με την επέκταση των στρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας από τη Μάλτα ως τη Συρία και το Αιγαίο ως τη Λιβυκή Θάλασσα είναι υπαρκτές και γνωστές. Γνωστό είναι επίσης, πως η Άγκυρα απειλεί εδώ και μήνες, λεκτικά αλλά κι εμπράκτως, την Ελλάδα ζητώντας να «βάλει νερό στο κρασί της» αν θέλει ειρήνη και ένα μέλλον υπό την Τουρκική ηγεμονία στην Αν. Μεσόγειο.
Η Ελλάδα, μετά από μήνες αναστολών και εξηγήσεων, Προεδρικών και κυβερνητικών διακηρύξεων -χωρίς νόημα- περί του Διεθνούς Δικαίου, κατανόησε πως η Τουρκία ως αναθεωρητική δύναμη αυτό το διάστημα, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον με την «στρατιωτική» λογική που η ίδια εξαγγέλλει. Το έπραξε με δηλώσεις πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών της το τελευταίο διάστημα, υποστηρίζοντας το αυτονόητο: πως δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει εθνικό χώρο στο έδαφος, στη θάλασσα και τον αέρα.
Στο σημείο αυτό φαινόταν πως συμφωνούσαν όλοι. Αυτό είναι όμως μια λάθος εκτίμηση. Είναι σαφές πως υπάρχουν ορισμένοι που θεωρούν πως η παραχώρηση του δικαιώματος στους Ιταλούς ψαράδες να αλιεύουν «κόκκινες γαρίδες» εντός της Ελληνικής ΑΟΖ, θα μπορούσε ν’ αποτελέσει παράδειγμα επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία, παραχωρώντας της τον θαλάσσιο χώρο που δικαιούται το Καστελλόριζο.
Αυτό είναι το συμπέρασμα ενός περισπούδαστου άρθρου με τίτλο «Το κόστος του μαξιμαλισμού» στην «Καθημερινή της Κυριακής (14/6/2020), του Στέφανου Κασιμάτη.
Ο κ. Κασιμάτης, αφού αιτιολογεί τον Τούρκο υπουργό Άμυνας Χολουσί Ακάρ, για όσα είπε σχετικά με τις αμυντικές δυνατότητες της Ελλάδας, αποδέχεται τη λογική πως μια σύγκρουση με την Τουρκία θα επέφερε με βεβαιότητα «ταπεινωτική ήττα» με όσα μύρια έπονται για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου.
Με τις σκέψεις αυτές, λοιπόν προτείνει σαν βάση για ένα ρεαλιστικό διάλογο με την Τουρκία να εγκαταλείψουμε τις μαξιμαλιστικές μας θέσεις σχετικά με το Καστελλόριζο. Γιατί «η εμμονή μας σε ένα ανεδαφικό μαξιμαλισμό στο Καστελλόριζο κοστίζει σε ευημερία».
Το πρόβλημα που δημιουργείται με το άρθρο αυτό, δεν είναι το γεγονός πως ο κ. Κασιμάτης εκφράζει την άποψη κι άλλων που σκέπτονται «γιατί να υποφέρουμε αφού μπορούμε να περνάμε καλά, παραχωρώντας κάτι τις στην Τουρκία», ούτε πως η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, δεν μπαίνει καν στον κόπο, σε ένα τόσο «προκλητικό» κείμενο να έχει κάποιου είδους αντί-θέση. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η κυβέρνηση έχοντας περάσει πάνω από 12 ώρες από τη δημοσίευσή του, δεν έχει βγει δημόσια να ξεκαθαρίσει τη θέση της, όταν συνηθίζει να απαντά σε όποια άλλη άποψη κυκλοφορεί, εντύπως η δικτυακά, σε καθημερινή βάση. Εκτός, αν δεν δίνει σημασία σε ό,τι γράφει ο κ. Κασιμάτης.
Το γεγονός επίσης ότι το άρθρο σχολιάζει αρνητικά κι ειρωνικά τον υπουργό Άμυνας, που λόγω της θέσης του καλείται να προασπίσει –προφανώς- με στρατιωτικά μέσα, την εθνική ακεραιότητα, αν δεν υποκρύπτει άλλου είδους συμφέροντα (που δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν) τότε δεν είναι παρά προσπάθεια να απομακρυνθεί και να αναλάβει κάποιος πιο δεκτικός σε συμβιβασμούς…
Οι οπαδοί αυτής της θεωρίας της καλοπέρασης, είναι λίγοι στην Ελλάδα των 11 εκατομμυρίων αλλά, μην ξεγελιόμαστε, είναι και ικανοί και βρίσκονται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής μας ζωής. Είναι οι ίδιοι που έστρωσαν το χαλί για την «Συμφωνία των Πρεσπών», οι ίδιοι που αρνούνται την ύπαρξη και το μέγεθος της εθνικής μειονότητας στην Αλβανία, όσοι προσπάθησαν να περάσει “το Σχέδιο Ανάν” ή επιρρίπτουν ευθύνες στην κυπριακή Δημοκρατία για τις Ελληνό-Τουρκικές σχέσεις, αυτοί που αγωνιούν κι εύχονται για «μια Ελλάδα ευτυχισμένη, ευημερούσα, έστω και ελαφρώς ευνουχισμένη»…
Γιάννης Δημητριάδης


