Του Κώστα Πάντζιου
Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα στην Ουκρανία, καιρός είναι ο Δυτικός Κόσμος να αρχίσει να βλέπει την πολιτική διαχείριση της συμφοράς αυτής μακροπρόθεσμα, απ’ ότι μεσοπρόθεσμα, σε επίπεδο δηλαδή αντιμετώπισης των καθημερινών εξελίξεων. Θέλουμε να τονίσουμε, συγκεκριμένα, πως ο πόλεμος στην Ουκρανία θα συνεχιστεί –κατά ένα σενάριο– μήνες και έτη, κάτι άλλωστε που χθες δεν απέκλεισε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ κ. Σόλενμπεργκ. Η δε πολιτική προσέγγιση του προβλήματος, έχει να κάνει με το ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας κ. Πούτιν και η ηγετική ομάδα του, θεωρούν πως αυτό είναι αναπόφευκτο, για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί η μη κλιμάκωση της επίθεσης παρήλθε ανεπιστρεπτί, αφού σίγουρα ήταν μία επιλογή της πρώτης εβδομάδας του πολέμου, που με δική τους ευθύνη την έχασαν. Και ο δεύτερος λόγος–κατά την γνώμη πολιτών πολιτικών παρατηρητών– έχει να κάνει με το ερώτημα, μήπως απλά ήθελαν να τη χάσουν.
Οι ίδιοι παρατηρητές επισημαίνουν ότι το καθεστώς Πούτιν ξεκίνησε την εισβολή στην Ουκρανία, ως πρώτο σταθμό μιας ευρύτερης πολιτικής εισβολών και σε άλλα γειτονικά κράτη, με ένα σχέδιο ανασύστασης της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας, που κατέρρευσε το 1989. Βέβαια, με αυτό δένει και η άποψη, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω καθεστώς, έχοντας πόλεμο, διατηρεί την ενότητα της χώρας αρραγή και χωρίς τις όποιες «τριβές» που ενδεχομένως θα συνεπαγόταν, τυχόν, το σταμάτημα του πολέμου στην Ουκρανία και η αναπόφευκτη αντιπαράθεση γιατί επιχειρήθηκε ο πόλεμος αυτός και γιατί δεν κερδήθηκε.
Το «ευτύχημα», στην προκειμένη περίπτωση, είναι ότι το ΝΑΤΟ αναγεννήθηκε από την τέφρα του, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνειδητοποίησε την ισχύ της και την παγκόσμια αποστολή της, οι ΗΠΑ διά του Προέδρου τους κ. Τζο Μπάιντεν φροντίζουν κάθε μέρα να τονίζουν ότι Συνάντηση Κορυφής αποκλείεται (ο Πούτιν είναι εγκληματίας πολέμου), η Κίνα βέβαιον είναι ότι δεν θέλει να χάσει το «Ελντοράντο» της Δυτικής Αγοράς για τα προϊόντα της. Έτσι, η Ρωσία του κ. Πούτιν απομονώνεται, ο ίδιος λόγω πολέμου, καθίσταται ο απαραίτητα χρήσιμος στη χώρα, η Ρωσία μετασχηματίζει την οικονομία της σε πολεμική, ως χώρα εχθρική προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκβιάζει με όπλο την ενεργειακή εξάρτηση και έτσι κάθε μέρα περιμένει και ακόμη μία οικονομική κύρωση.
Θα αντέξει; Μπορεί να αντέξει τις κοινωνικές και άλλες ανατροπές που θα επιφέρει η αναπόφευκτη χρεωκοπία; Όταν θα πέσουν τα χαρτιά στο τραπέζι για τη «Νέα Γιάλτα», ποιο θα είναι το επίπεδο της ισχύος της πρώην υπερ-δύναμης, δηλαδή εννοούμε όχι τόσο της στρατιωτικής, αλλά της οικονομι-κής και γεωστρατηγικής της οντότητας, αλλά και του ρόλου της. Θα είναι παγκόσμιος ρόλος, θα είναι ρόλος τοπικής δύναμης, ή θα είναι ρόλος, απλώς, προκεχωρημένου φυλακίου της Κίνας, ή ακόμη χειρότερα, ρόλος που παίζει εδώ και χρόνια η Βόρεια Κορέα στη ΝΑ Ασία, πάλι για την Κίνα;
Έχουμε προς το παρόν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, της Δύσης με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα, όπως προκύπτει από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών, έχουμε και προετοιμασία για παγκόσμιο πόλεμο, προφανώς με συμβατικά όπλα. Ο Γάλλος Πρόεδρος κ. Εμ. Μακρόν, διατηρεί επφαή με τον κ. Πούτιν, χωρίς να φαίνεται να είναι τόσο αισιόδοξος. Και καλώς πράττει. Εκείνο όμως, το οποίο συμβαίνει –και είναι «ανασούμπαλο»– είναι η εμμονή της Γερμανίας, του Καγκελαρίου κ. Σολτς συγκεκριμένα, στην αυταπάτη του ότι μπορεί να αποτραπεί το πικρό ποτήρι της ενεργειακής κρίσης για τη χώρα του. Είναι να απορεί κανείς με την τέτοια προσήλωση σε μία τόσο μεγάλη αυταπάτη!!!



