Tου Κώστα Πάντζιου
Όταν, πριν ένα μήνα περίπου, ανακοινώθηκε ότι αρχίζουν συζητήσεις με την Τουρκία για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όσοι είναι σοβαροί άνθρωποι είπαν ότι πρόκειται απλώς γι’ αυτό που ο λαός μας λέει «κουβέντα να γίνεται». Όμως, λίγοι πίστευαν πως το καθεστώς Ερντογάν δεν επιθυμούσε στην ουσία ούτε κουβέντα να κάνει με την Ελλάδα. Αυτό, βέβαια, φάνηκε στη συνέχεια, από την κλιμάκωση των προκλήσεων εκ μέρους της Άγκυρας, με την πονηράν σκέψιν ότι η ελληνική κυβέρνηση θα «ταρασσόταν» και θα έσπευδε να υποχωρήσει στις θέσεις της. Και αν όχι, όπως συμβαίνει ήδη, ο Πρόεδρος της γείτονος θα κατήγγειλε την Ελλάδα ότι είναι αδιάλλακτη και θα της χρέωνε την αποτυχία της διεξαγωγής του διαλόγου.
Αυτό, σε κάποιους φαντάζει ως έξυπνο. Μάλιστα δε, θα φάνταζε ως πολύ έξυπνο σε νοσταλγούς της θητείας του κ. Ντ. Τραμπ ως Προέδρου των ΗΠΑ. Μπορούσε, ίσως, να προκαλέσει και ανησυχία στην κυβέρνηση της χώρας μας, δοθέντος ότι εκείνος ο «περίεργος» Πρόεδρος είχε από την αρχή της θητείας του ευνοήσει την Τουρκία, ιδίως τον Πρόεδρό της κ. Τ. Ερντογάν.
Όμως, τα πράγματα εδώ και ένα μήνα έχουν αλλάξει στις ΗΠΑ, έχουν αλλάξει στην Ευρώπη, έχουν αλλάξει στην Μέση Ανατολή, έχουν αλλάξει ακόμη και στην αραβική χερσόνησο, με κοινό παρονομαστή των αλλαγών αυτών το νέο Πρόεδρο της πρώτης υπερδύναμης του πλανήτη, τον κ. Τζο Μπάιντεν, αλλά στην Άγκυρα δεν το έχουν προσέξει, απορροφημένοι όπως είναι με τα πολιτικά παίγνια επί χάρτου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ποτέ στη νεότερη ιστορία ένας Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έκανε τόσα πολλά και κρίσιμα πράγματα, μέσα σε χρονικό διάστημα ενός μηνός και κάτι. Δηλαδή διαμήνυσε ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με τον άλλο κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, αλλάζουν, με κύριο χαρακτηριστικό των αλλαγών, την έντονη παρουσία των ΗΠΑ στα τεκταινόμενα στον πλανήτη, πράγμα που πολιτικά και επικοινωνιακά εκφράζεται επιτυχέστατα, με τη φράση του νέου Προέδρου: «Η Αμερική επι-στρέφει».
Με απλά λόγια, τα χαρτιά για τη Μέση Ανατολή και την Ευρωπαϊκή Ένωση ξαναρίχνονται στο τραπέζι και η πολιτική για Ρωσία, Κίνα και Τουρκία αλλάζει, αφού επί 4 χρόνια είχε βαλτώσει. Στην καλύτερη βέβαια περίπτωση. Το όλο σενάριο κορυφώθηκε ήδη, με τη δήλωση του κ. Τζο Μπάιντεν, ότι όποιος χτυπά τις ΗΠΑ θα παίρνει αμέσως την απάντηση. Και αυτά στο εξωτερικό μέτωπο. Γιατί στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τα 1,9 τρις δολάρια, ως πρώτη δόση, επανασυνδέεται η σχέση εμπιστοσύνης των μη εχόντων και κατεχόντων με το πολιτικό σύστημα της υπερδύναμης, η οποία είχε διαταραχθεί, από την όχι και τόσο επιτυχή αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης του 2008 από τις κυβερνήσεις Ομπάμα, καθώς και από την προβληματική πολιτική της θητείας Τραμπ.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη χώρα μας; Φυσικά όχι «τον ουρανό με τ’ άστρα». Σημαίνουν απλώς, το ότι μία χώρα που είχε επιτυχή πολιτική με ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση και Μέση Ανατολή, διαχρονικά από το 1974 και μετά, μπαίνει στην τροχιά των αλλαγών που προαναφέρθηκαν, με πανίσχυρα ερείσματα και με ευκολότερες τις λύσεις που αφορούν στα εθνικά της συμφέροντα, έναντι εκείνων που τα μάχονται. Και εκείνοι που τα μάχονται, είναι μόνον η γειτονική χώρα, με την οποία θα περνούσαμε τέλεια, αν είχε καταφέρει η πολιτική της ηγεσία να μπει στα πολιτικά και οικονομικά δεδομένα του 21ου αιώνα.



