Του Κώστα Πάντζιου
Μέσα στην πανδημία γίνεται συζήτηση για πρόωρες εκλογές, το φθινόπωρο, κάτι που είναι φυσιολογικό, γιατί αλίμονο αν η ζωή σταματούσε λόγω κορωνοϊού. Πέραν του γεγονότος ότι έτσι που πάει η παραγωγή εμβολίων, η διανομή τους και οι μεταλλάξεις του ιού, το 2021 θα το περάσουμε με καθημερινό θέαμα τις σύριγγες. Αλλά ευθύς εξ αρχής να υπογραμμίσουμε ότι οι πρόωρες εκλογές δεν είναι κατ’ ανάγκη απευκταίες. Αν συνέβαιναν και στις ΗΠΑ, τότε η πρώτη υπερδύναμη δεν θα είχε υποστεί τις ζημίες που υπέστη από τον ανερμάτιστο πρώην Πρόεδρό της, από το 2016 ως τον περα-σμένο μήνα. Τελικά, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο φαίνεται ότι, το πράγματι σημαντικό Σύνταγμα των ΗΠΑ, δείχνει να έχει γεράσει, δείχνει ότι χρειάζεται γρήγορα εκσυγχρονισμό, ιδίως στις διατάξεις που επιτρέπουν να παίρνει ένας υποψήφιος Πρόεδρος μερικά εκατομμύρια ψήφους παραπά-νω, αλλά τελικά Πρόεδρος εκλέγεται ο αντίπαλός του, που πήρε τους λιγότερους ψήφους.
Για να γυρίσουμε όμως στα δικά μας, γίνεται λοιπόν λόγος για εκλογές τον Σεπτέμβριο, όταν (υπολογίζεται) ότι θα έχουμε από υγειονομικής απόψεως εισέλθει στην κανονικότητα. Και άρα, το κυβερνόν κόμμα θα μπορεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη σχετική ευφορία του λαού. Εδώ γίνεται, νομίζουμε, το πρώτο λάθος όσων εισηγούνται στον κ. Κυρ. Μητσοτάκη πρόωρες εκλογές. Γιατί το να έχει μπει η χώρα σε υγειονομική κανονικότητα, είναι μόνο η μία πλευρά της υπόθεσης. Υπάρχουν, όμως, πλήθος από άλλες πλευρές του θέματος, που είναι το πώς αντιμετωπίστηκε π.χ. το θέμα της ανεργίας, το θέμα της σωστής ή όχι κατανομής των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, τί γίνεται με το πλήθος των κοινωνικών προβλημάτων που θα έχει προκαλέσει η πανδημία, κλπ., σε συσχετισμό με τις προτάσεις του δεύτερου μεγάλου κόμματος και την πιθανή εμβέλειά τους στις αποφάσεις του Έλληνα ψηφοφόρου.
Αυτά ως προς την πρακτική προσέγγιση του θέματος. Υπάρχει όμως και η ψυχολογική. Η κυριότερη μάλιστα, είναι η εμφανέστατη πρόθεση του κυβερ-νώνοντος κόμματος να «υφαρπάξει» την ψήφο της πλειοψηφίας του λαού, κάτι που ανέκαθεν μετρούσε αρνητικά, στην πρακτική της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Η δε «υφαρπαγή» της ψήφου, έχει την έννοια ότι το κυβερνόν κόμμα προκαλεί πρόωρες εκλογές, ώστε να πάρει μία νέα τετραετή εντολή, χωρίς να έχει την αυτοπεποίθηση να εξαντλήσει ολόκληρη την προηγούμενη, υπολογίζοντας με ηττοπάθεια ότι δεν θα είναι επιτυχής η ολοκλήρωση της τρέχουσας θητείας της κυβέρνησης.
Μια άλλη παράμετρος του θέματος της κεφαλαιοποίησης της όποιας επιτυχίας του κυβερνώντος κόμματος, είναι το πώς χειρίζεται πολιτικά και επικοινωνιακά την επιτυχία. Την χειρίζεται π.χ. με σεμνότητα ή με αλαζονεία; Μπορούμε μάλιστα να αναφερθούμε στις προηγούμενες εκλογές, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή ο κ. Αλέξη Τσίπρας, είχε επιτύχει, με ικανότητα και επιμονή, μη μείωση των συντάξεων, όταν η προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είχε μειώσει τις συντάξεις 11 φορές, γιατί έτσι έβλεπε η κυβέρνηση εκείνη τη δίκαιη κατανομή των βαρών του Μνημονίου στις διάφορες κοινω-νικές ομάδες. Ο κ. Αλ. Τσίπρας, λοιπόν, έκανε τον Ιούλιο του 2019, στις εκλογές, το λάθος να μιλήσει για 13η σύνταξη, ενώ επρόκειτο για την παροχή ενός μικρού βοηθήματος στους συνταξιούχους. Έτσι, τα 2,6 εκατομμύρια των απόμαχων της ζωής, συνέτειναν αποφασιστικά, ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να λάβει το πολύ υψηλό μεν ποσοστό 31,5% στις εκλογές, αλλά υπήρξαν τότε και συνταξιούχοι ψηφοφόροι που του στέρησαν ένα 3% έως 4% γιατί δεν μπόρεσαν να ανεχτούν την κοροϊδία. Τα στοιχεία αυτά, έχουν προκύψει από την ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων της εκλογής της 7ης Ιουλίου 2019.
Εμείς πιστεύουμε, ότι γενικά, ο Έλληνας είναι από τους πιο εύστροφους λαούς του κόσμου. Γίνεται όμως εξαιρετικά εύστροφος, όταν μπαίνει στο παραβάν για να ψηφίσει. Και αυτό το έχει αποδείξει διαχρονικά.



