ΣΥΝΗΓΟΡΙΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ / ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΘΗΤΕΙΩΝ… Του Κώστα Χριστίδη

32

Του Κώστα Χριστίδη*

Πολύς λόγος γίνεται και πολλή φαιά ουσία δαπανάται για να προβλεφθεί το χρονικό σημείο διεξαγωγής των επόμενων βουλευτικών εκλογών. Από πολλές, έγκυρες ή μη, πηγές πληροφόρησης μαθαίνουμε ότι ο πρωθυπουργός θα λάβει την τελική του απόφαση κατά τη διάρκεια των (ολιγοήμερων) διακοπών του σε κάποιο βουνό ή σε κάποια παραλία, σταθμίζοντας τα τελευταία δημοσκοπικά ευρήματα καθώς και την επίδραση των εξαγγελιών στις οποίες ο ίδιος θα προβεί κατά την προσεχή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Διάφοροι αρμόδιοι και αναρμόδιοι εισηγούνται την επίσπευση των εκλογών πριν ‘’να σφίξει ο χειμώνας’’ ή, αντιθέτως, τη διεξαγωγή τους προς το τέλος της κυβερνητικής θητείας, οπότε ‘’θα έχουν αποδώσει τα μέτρα’’ προς όφελος εκλογικό του κυβερνώντος κόμματος. Βέβαια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανειλημμένα έχει δηλώσει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν την άνοιξη του 2027, πράγμα εν τούτοις που όλοι οι πολιτικοί του αντίπαλοι αλλά και αρκετοί ‘’φίλοι’’ του επιμένουν να αγνοούν, ισχυριζόμενοι ότι έχουμε εισέλθει προ πολλού σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και, γι’ αυτό το λόγο, ήδη ορισμένοι υπουργοί, κατά τα λεγόμενά τους , ‘’έχουν κατεβάσει τα μολύβια’’.

Η συζήτηση αυτή είναι και περιττή και επιζήμια. Το άρθρο 53 παρ.1 του Συντάγματος ορίζει ότι ‘’Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη  που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών’’. Ευτυχώς, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019 και την τροποποίηση του σχετικού άρθρου 32, καταργήθηκε η υποχρέωση πρόωρης διάλυσης της Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Το άρθρο αυτό επανειλημμένα είχε τύχει καταχρηστικής εφαρμογής. Παραμένει ωστόσο η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής ‘’με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης , για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας’’ (άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος). Και αυτή η διάταξη εφαρμόσθηκε προσχηματικά στο παρελθόν, προκειμένου να επισπευσθούν οι εκλογές σύμφωνα με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιθυμίες. Στη δυνατότητα που παρέχει η συγκεκριμένη διάταξη στηρίζονται και στην παρούσα συγκυρία οι υποστηρικτές της επίσπευσης των εκλογών : ‘’ Έλα τώρα, μας λένε, θα τον βρει εύκολα ο πρωθυπουργός τον εθνικό λόγο’’ … Από την άλλη πλευρά, εάν οι δημοσκοπήσεις ήταν έστω και λίγο πιο ευνοϊκές για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι, ήδη από την επομένη των εκλογών, θα επικαλούνταν ‘’απώλεια της εμπιστοσύνης του λαού προς την κυβέρνηση’’ και θα απαιτούσαν άμεσες εκλογές ;

Η ακατάσχετη και διαρκής εκλογολογία όμως, ενισχυόμενη και από τα ανεύθυνα στην πλειοψηφία τους ΜΜΕ, έχει άκρως αρνητικές επιπτώσεις για την οικονομία, το επενδυτικό κλίμα, ακόμη και για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής . Μεταρρυθμιστικές αποφάσεις παραπέμπονται στις καλένδες, επενδυτικά σχέδια αναβάλλονται, υπουργοί και βουλευτές σκέπτονται την επανεκλογή τους, η δημόσια διοίκηση κατεβάζει ρυθμούς.

Αυτό το αρνητικό κλίμα πολιτικής αστάθειας μπορεί και πρέπει να καταπολεμηθεί σε σημαντικό βαθμό με κατάλληλες συνταγματικές ρυθμίσεις. Συμπολίτευση και αντιπολίτευση οφείλουν να ασκούν τον θεσμικό τους ρόλο για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα – τετραετία ή, ενδεχομένως, πενταετία – και η λαϊκή εντολή να δίνεται για μία πλήρη θητεία, για όλα τα θέματα και για όλες τις περιστάσεις, γνωστές ή αναφυόμενες για πρώτη φορά. Αυτό σημαίνει ορισμό δήλης ημέρας εκλογών (π.χ. την πρώτη Κυριακή του μηνός Οκτωβρίου, ανά τετραετία) με συνταγματική διάταξη. Η ρύθμιση πρέπει να συμπληρωθεί με μία πρόσθετη διάταξη, σύμφωνα με την οποία, εάν κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου προκηρυχθούν για οποιονδήποτε λόγο πρόωρες εκλογές, η κυβέρνηση που θα προκύψει από αυτές να έχει θητεία μόνο για το υπόλοιπο της περιόδου. Με τον τρόπο αυτό, τυχόν πρόωρες εκλογές δεν θα επηρεάζουν τον χρόνο διεξαγωγής των τακτικών εκλογών κατά την δήλη ημέρα. Ανάλογη ρύθμιση ισχύει στη Σουηδία, όπου έχουν να προκηρυχθούν ‘πρόωρες’ εκλογές από το 1958 (!) .

Οι προτεινόμενες ως άνω αλλαγές σαφώς θα έχουν βελτιωτική επίδραση στην πολιτική ζωή της χώρας, ασφαλώς όμως δεν θα λύσουν κάθε συναφές πρόβλημα, ακόμη και αν συμπληρωθούν με άλλες, εξ ίσου ή ακόμη πιο αναγκαίες διατάξεις, όπως : εκλογή σε μονοεδρικές περιφέρειες  και κατάργηση του σταυρού προτίμησης (για τα 2/3 των εδρών, εκλογή με αναλογικό σύστημα βάσει λίστας για το υπόλοιπο 1/3), θέσπιση απόλυτου ασυμβίβαστου μεταξύ υπουργικών και βουλευτικών καθηκόντων (χωρίς ο υπουργός να μπορεί να επιστρέψει στο βουλευτικό αξίωμα για τέσσερα χρόνια μετά την αποχώρησή του από το υπουργικό αξίωμα), θέσπιση δύο (ή το πολύ τριών) θητειών για κάθε αιρετό αξίωμα που συνεπάγεται άσκηση εκτελεστικής εξουσίας, αλλαγή των διατάξεων περί ευθύνης υπουργών και ασυλίας βουλευτών, μείωση του αριθμού των υπουργών και των βουλευτών, κ.α.

Ακόμη καλύτερα θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, να κηρυχθούν από την παρούσα Βουλή ως αναθεωρητέες όλες οι διατάξεις του Συντάγματος, εκτός από αυτές που, κατ’ άρθρον 110, ουδέποτε αναθεωρούνται . Αυτό, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πιο λιτή διατύπωση των διατάξεων όλου του Συντάγματος, το οποίο σε πολλά σημεία είναι φλύαρο και σχοινοτενές. Εν προκειμένω υπάρχει η πρόταση των Ν. Αλιβιζάτου, Π. Βουρλούμη, Γ. Γεραπετρίτη, Γ. Κτιστάκι, Σ. Μάνου και Φ. Σπυρόπουλου  ‘’ Ένα Καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα’’, που θα έπρεπε να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο υπόδειγμα.

Είναι ασφαλώς ουτοπικό να περιμένει κανείς ότι οι περισσότερες από τις αλλαγές που προτείνονται είτε στο παρόν άρθρο, είτε στο έργο των προαναφερθέντων έξι εκλεκτών επιστημόνων θα υποστηρίζονταν από αρκετούς βουλευτές οποιασδήποτε παράταξης. Προέχει το στενό εκλογικό συμφέρον και ισχύει εν προκειμένω η διαπίστωση του Jean Claude Juncker ότι : ‘’Όλοι ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν ξέρουμε πως να επανεκλεγούμε αφού το κάνουμε’’.

Εν πάση περιπτώσει, η μεν παρούσα κυβέρνηση, έστω και με καθυστέρηση, έστω και με πολλές ελλείψεις, υπέβαλε πρόταση αναθεώρησης 33 άρθρων του Συντάγματος. Η αντίδραση σύσσωμης της αντιπολίτευσης ξεπερνά πράγματι την κοινή λογική : δεν ψηφίζουμε, λέγουν, ως αναθεωρητέα τα άρθρα που και εμείς οι ίδιοι θέλουμε να αναθεωρηθούν γιατί δεν εμπιστευόμαστε την κυβέρνηση ! Η ανησυχία που υποκρύπτεται (ή , μάλλον : που δεν αποκρύπτεται) πίσω από τη θέση αυτή είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση πιθανόν να συγκεντρώσει πλειοψηφία 151 βουλευτών και στην επόμενη Βουλή … Είναι αυτή η τακτική του σκαντζόχοιρου, η οποία βέβαια δεν οδηγεί πολύ μακριά.

Ατυχώς, με τις αντιλήψεις αυτές μία ακόμη ευκαιρία βελτίωσης της αρχιτεκτονικής της πολιτείας μας, αναβάθμισης του πολιτικού συστήματος και ενδυνάμωσης της οικονομίας και της κοινωνίας μας κινδυνεύει σοβαρά να απολεσθεί.

*Νομικού – Οικονομολόγου