Το “Genius Loci” ως κρίσιμη σχεδιαστική συνισταμένη των αστικών εξελίξεων της πρωτεύουσας
Του Σταύρου Χρ. Τσέτση*
«Νωρίς πρωί πήγαμε στη γέφυρα για να παρακολουθήσουμε την είσοδο στον Πειραιά. Ένα θολό φως εμποδίζει τη θέα. Το νέφος πάνω από τη σύγχρονη μεγαλούπολη συγκάλυπτε κάθε τι το Ελληνικό […] Μακριά από τη σύγχυση της πόλης του λιμανιού φάνηκαν αρκετά θαμπά ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη. Ενισχύθηκε η βεβαιότητα ότι θα πρέπει να διαπεράσουμε πολλά παραπετάσματα, να ξεπεράσουμε πολλά πράγματα που αποσπούν την προσοχή, να εγκαταλείψουμε συνηθισμένες παραστάσεις, προκειμένου να επιτρέψουμε στον ελληνισμό που αναζητούμε να φανεί έως και στην ίδια την Αθήνα».
Martin Heidegger: Διαμονές, Tο ταξίδι στην Ελλάδα, Κριτική, 1962
Η πολυπλοκότητα του αστικού φαινομένου.
Η σχεδιαστική σύνθεση ως στόχος, η «Ιδιοσυστασία του Τόπου» ως χωρικό υπόστρωμα
«Πολεοδομία είναι η επιστήμη που μελετά τα αστικά φαινόμενα από όλες τις πλευρές, έχοντας ως στόχο το σχεδιασμό της ιστορικής τους εξέλιξης, είτε (μέσω) της ερμηνείας, της επανοργάνωσης, της εξυγίανσης, της λειτουργικής προσαρμογής των ήδη υπαρχόντων αστικών περιοχών και του διακανονισμού της ανάπτυξης των, είτε μέσω πιθανού σχεδιασμού νέων συνόλων, είτε τελικά μέσω μεταρρύθμισης και οργάνωσης ex-no-vo των συστημάτων σύνδεσης των αστικών συναθροίσεων μεταξύ των και με το φυσικό περιβάλλον».
Giovanni Astengo
Η μητροπολιτική συνάθροιση της πρωτεύουσας –όπως κάθε άλλο αστικό φαινόμενο κλίμακας– αποτελεί μία ιδιαίτερα σύνθετη και πολύπλευρα αρθρωμένη πραγματικότητα.
Αυτό είναι ήδη γνωστό από την εποχή του Σταγειρίτη: «Παραδεχόμεθα λοιπόν ότι πάσα πόλις ουχί εξ ενός, αλλ’ εκ πλειόνων μερών αποτελείται» γράφει στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης.
Η σύγχρονη πολεοδομική σκέψη και πρακτική, πέρα από τη διαπίστωση, την αναλύουν:
«Ο χώρος αποτελεί ένα σφαιρικό σύνολο, τώρα το γνωρίζουμε και οι μερικές λύσεις, θεωρούμενες ως προς τα πιθανά υποσύνολα, αποδεικνύονται πάντα αδύναμες και παραποιητικές, γιατί δεν αντιμετωπίζουν συγχρόνως και στα πλαίσια μιας σφαιρικής προοπτικής ολόκληρο το παιχνίδι συσχετισμών, που αποτελεί την πραγματική δομή της υπόθεσης», επιβεβαιώνει στην εποχή μας ο Giancarlo de Carlο, Βραβείο Sir Patrick Abercrombie Prize της UIA, για τον Αστικό Σχεδιασμό.
Τους αλληλοσχετισμούς, τις αλληλεπιδράσεις των κρίσιμων παραμέτρων που επενεργούν στη διαμόρφωση του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και στην Μείζονα Πολεοδομική Περιοχή της Αθήνας, ανέλυσε με τον πλέον ενδελεχή τρόπο στην «οικιστική» του ο Κ.Α. Δοξιάδης, κάτοχος και ο ίδιος του βραβείου Sir Patrick Abercrombie.
Στόχος δε των υφιστάμενων πολεοδομικών εργαλείων, αποτελεί ο σχεδιασμός των οικονομικών πολιτικών, των κοινωνικών τεχνολογικών και πολιτιστικών δυνάμεων και τάσεων [συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών πολιτικών], που διαμορφώνουν την οικιστική άρθρωση –προσανατολίζοντες τες σε συνθήκες αειφορίας.
Είναι πρόδηλο ότι αναπτυξιακές αυτές συνιστάμενες, δεν επενεργούν εν κενώ, ούτε σε “tabula rasa”.
Η Αττική φέρει στους κόλπους της μνήμες μιας αδιάλειπτης διαδρομής χιλιετιών (Ιωάννης Τραυλός, 1993) Ιστορίας, Παραδόσεων, Μύθων, περισσότερο ή λιγότερο αποτυπωμένων: απτά τεκμήρια –βιωμένα ή μη– άλλα που «περιμένουν» να έρθουν στην επιφάνεια, ή και άυλα και τοπία, φύση –το έντονο Φως– που συνιστούν το εδραίο υπόστρωμά τους.


Η βίαια αστικοποίηση της Αττικής, κλόνισε την Ιστορία και τη φύση της
Οι μεταπολεμικές ισχυρές τάσεις αστυφιλίας προς την πρωτεύουσα, η έκρηξη της οικοδομικής δραστηριότητας –ιδίως μετά τη δεκαετία του 60– και η συνεπακόλουθη βίαια αστικοποίηση και διόγκωσή της, συγκρούστηκαν με τις οικιστικές εγκαταστάσεις προγενέστερων περιόδων και τον περιμετρικό και ευρύτερο τους χώρο. Σφόδρα. Μνήμες απτές που χάνονται στην προϊστορία (Ιωάννης Τραυλός, 1993), πέρασαν στη Λήθη, διερράγησαν ή (και) αλλοιώθηκαν.
Το έκτυπο μιας μοναδικής στα παγκόσμια χρονικά Ιστορίας ή η ηχώ της, όπως στη μεταεπαναστατική ανασυγκρότηση της χώρας, δια χειρός εμπνευσμένων αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων, –ήδη από τους Κλεάνθη και Schaubert– δεν αποτέλεσε «συνθετικό υλικό» σχεδιασμού της αναδυόμενης μητρόπολης. Αντίθετα (συχνά) στάθηκε «εμπόδιο» προς «διευθέτηση».
Η πολεοδομία, πρωτίστως μετά τη δεκαετία του ’60, στάθηκε αδύναμη να ερμηνεύσει και να προστατεύσει τους τόπους εκείνους, δομημένους ή μη, «βεβαρημένους» με ιστορία –ακόμη και πρόσφατης, όπως του Νεοκλασικισμού. Το παρελθόν –περισσότερο ή λιγότερο αγνοήθηκε– στο όνομα μιας διαρκούς επέκτασης των (σχετικά) στατικών έως τότε οικιστικών κέντρων που συναποτελούσαν τη μείζονα περιοχή της Πρωτεύουσας.
Ασφαλώς υπήρξαν και αναχώματα. Όπως αυτά του ιδιοφυούς Κ.Α. Δοξιάδη, ο οποίος για την αντιμετώπιση των ασφυκτικών πιέσεων (διεθνώς) για επεκτάσεις “extra muros”, επινόησε και προώθησε “in situ” την “Ecumenopolis”, ως εργαλείο συνύπαρξης ενός επιθετικού αστισμού και της ανάγκης προστασίας αξιόλογων Μνημείων, συνόλων και Τόπων και ικανών σταθερότυπων πρασίνου και ελεύθερου χρόνου.
Παράλληλα, η επικρατούσα τάση στην «ανυπόμονη» οικοδομική παραγωγή, η οποία κατά κανόνα παρέπεμπε, παρά απέδιδε, (σ)τις αρχές του μοντερνισμού, ουδόλως συνέβαλε, με όρους μορφολογικούς, στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης ταυτότητας μιας αναδυόμενης μεσογειακής Μητρόπολης.
Οι άξιες λόγου δημιουργίες εγχώριων διακεκριμένων εκπροσώπων του κατισχύοντος ιδιώματος του διεθνούς αρχιτεκτονικού κινήματος του Νεωτερισμού, που επεδίωξε να αποστασιοποιηθεί από το παρελθόν –όπως ο Τάκης Ζένετος, ο Αριστογένης Προβολλεγίας, ο Πάτροκλος Καραντινός, ο Γιάννης Δεσποτόπουλος, ο Νίκος Βαλσαμάκης –δεν αντέστρεψαν ένα γενικότερο κλίμα παγίωσης του «αδιάφορου».

Είναι σαφές ότι κάθε εποχή οφείλει να αφήσει το δικό της χωρικό αποτύπωμα. Προδήλως, “extra muros” –δηλαδή στις εδαφικές εκείνες ενότητες που δεν φέρουν ιστορικά ή άλλα ευαίσθητα τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων των Τοπίων: Μνημείων, συνόλων, Ιστορικών Κέντρων και αξιόλογων Τόπων.
Ωστόσο υπάρχει ένα νήμα, ένα αδιάλειπτο “continuum” στην Αττική, παρότι όχι πάντα ευδιάκριτο, που την καθιστά κυριολεκτικά ιδιαίτερη –αν όχι πολύτιμη: Από το Ιπποδάμειο σύστημα στον Πειραιά, όπου ο επινοητής του ενθυλάκωσε τις Πυθαγόρειες χαράξεις, έως τις λατρευτικές δομές των Μέσων Χρόνων του Ελληνισμού, που μεταφέρουν στο εσωτερικό του το Πλωτίνειο «εσωτερικό φώς».


Από το εγχείρημα αναβίωσης των αρχών κλασικού στην ελληνική πολεοδομία μετά την απελευθέρωση, έως τις προτάσεις της οικιστικής του Κ.Α. Δοξιάδη για τον προγραμματισμό της Πρωτεύουσας.

Μπορεί η σύγχρονη πολεοδομία –ο θεσμικός τάπητας της οικοδομικής παραγωγής και της συνολικής χωρικής άρθρωσης– να αγνοεί ένα τέτοιο ιστορικό υπόστρωμα για χάρη κάποιων μορφολογικής επινοήσεων ή ακόμη και κερδοσκοπικών τάσεων; (Μάνος Μπίρης).
Σύγχρονη κτηριακή παραγωγή εντός ιστορικών ιστών και παρακείμενων περιοχών και Τόπων.
Ο «διάλογος των εποχών ως αναγκαιότητα»
«Ήμουν πάντα πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατον να προσαρμόσω αυτό το κτήριο ακολουθώντας αυτό που ονομάζεται «μορφολογική εναρμόνιση». Η λειτουργία του ήταν τόσο νέα, συγκλονιστική, γεμάτη ερωτηματικά, που ήταν ένα είδος διαστημοπλοίου, απροσδιορίστου αντικειμένου και ήταν αναπόφευκτο αυτό να εκφραστεί στην αρχιτεκτονική του με έναν τρόπο που αντιτίθεται στο στυλ του Marais» (*)»
(*) Αναφέρεται στο Κέντρο Pompidou, Renzo Piano: Chantier ouvert au Public. Arthaud Ed. Paris 1985, σελ. 51.
Για την πληρέστερη κατανόηση της όλης θεματικής, θα μπορούσε να αντλήσει κανείς ερεθίσματα από δύο τοποθετήσεις, όχι αναγκαστικά αντιτιθέμενες στο χώρο:
Πρώτη εκφράζεται στην απόφανση του κορυφαίου, Pier Louigi Nervi: «Η ουσία του αρχιτεκτονικού προβλήματος σήμερα, δεν είναι η έρευνα των αδύνατων (impossibili) συνδέσεων με το παρελθόν, αλλά η πλήρης εκμετάλλευση, με ελεύθερο πνεύμα, των κατασκευαστικών δυνατοτήτων που μας έδωσε η τεχνική πρόοδος», όπου συνοψίζεται η κυρίαρχη τάση: τόσο ο θεωρητικός τάπητας, όσο και η πρακτική –η οποία διέπει τις παρεμβάσεις, ανεξαρτήτως κλίμακος–, στις σύγχρονες πόλεις/αστικά κέντρα.
Η άλλη άποψη, εκφραστής της ποίας είναι ο αρχιτέκτονας της αναβίωσης του Ιστορικού Κέντρου της Bologna, Pier Luigi Cervellati, αφορά στους παραδοσιακούς ιστούς. Ο ίδιος θέτει το ερώτημα «Να ανανεωθούν (οι πόλεις), σύμφωνοι, αλλά με τι τρόπο: Υπάρχει άραγε μια «σύγχρονη» επέμβαση, προϊόν των τελευταίων εκατό χρόνων, που εντάσσεται τέλεια στο ιστορικό περιβάλλον, ή με άλλα λόγια, υπάρχει μια πόλη ή ένα μέρος σύγχρονης πόλης από την οποία να εμπνευστεί κανείς; Και αν δεν υπάρχει, όπως πράγματι δεν υπάρχει, υπάρχει κάποιο κομμάτι αρχιτεκτονικής, που να μην είναι λάμπα, ένα τραπέζι, ένα σπίτι ή μια βίλα στο βουνό, στο λόγο ή στη θάλασσα; Γιατί μετά να θέλει να αφήσει το δικό «σημείο» στις πόλεις του παρελθόντος, ενώ θα ήταν πιο σωστό να κάνει κάποια καλή παρέμβαση στα μέρη της πόλης που ανήκουν στο καιρό μας;»
Για μια πρώτη προσέγγιση, θα ήταν χρήσιμο να σταθεί κανείς στην ίδια την έννοια της «ιστορικότητας ενός τόπου» και στις τυπολογίες του αστικού χώρου παρέμβασης, σε σχέση με αυτή. Διαπίστωση η οποία θα μπορούσε να έχει ισχύ και για τους περιμετρικούς των ιστορικών Ιστών/Μνημείων και Τόπων αστικών περιοχών.
Εδώ υπεισέρχεται η εξεταζόμενη έννοια ή ευρύτερα, η «ιδιοσυστασία» του, μια απόδοση του “Genius Loci”.
Είναι αυτές έννοιες χωρικά προσδιορίσιμες; και πώς;
Η ιστορικότητα ως πυρήνας της «Ιδιοσυστασίας του Τόπου»
Ως ιστορικότητα ενός τόπου νοείται: το σύνολο ή και το πλέγμα των χωρικών αποτυπωμάτων και ιζημάτων προγενέστερων εποχών, στο πλαίσιο της εξελικτικής του πορείας: από τα πρώτα στάδια σύστασης, ίσως αυτά της (μετα)βιομηχανικής περιόδου –συμπεριλαμβανομένου του νεοκλασικισμού– και σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, της σύγχρονης.
Ο φορτισμένος, επίσης με άξιες λόγου μνήμες περιοικιστικός και φυσικός χώρος, συμπεριλαμβανομένου του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Η τοπικότητα στην Αρχιτεκτονική και στην Πολεοδομία, με μορφή που υπερβαίνει τα ιστορικά κριτήρια αναδείχθηκε ως κρίσιμος παράγοντας, ιδίως από τον Christian Norberg-Schulz –ως αντίλογος στην επικράτηση, αν όχι εισβολή, του Μοντερνισμού. Και στη συνέχεια, με την παγίωση της οικουμενοποίησης, ως απάντηση σε μια γενικευμένη ομοιομορφία συναθροίσεων, διεθνώς.
Πως θα μπορούσε να αποδοθεί σχεδιαστικά τα “Genius Loci”;
Η ιδιοσυστασία ενός Τόπου δεν μεταφράζεται σε μορφολογικούς μιμητισμούς αρχιτεκτονικών και “urbis” στοιχείων προγενέστερων περιόδων, πόσο μάλλον σε μια αδόκιμη επιστροφή σε ύφος ή και τεχνοτροπίες που παραπέμπουν στον παρελθόν.
Περισσότερο από μία «μορφολογική εναρμόνιση» το “Genius Loci”, συνίσταται στην αναζήτηση και σε μια (πιθανή) σχεδιαστική ενθυλάκωση κρίσιμων σταθμών/στοιχείων που καθόρισαν τον μίτο της αστικής εξέλιξης»
Πως αντλούνται;
Αποφασιστικά χαρακτηριστικά της χωρικής της διαδρομής που συγκροτούν τον πυρήνα της φυσιογνωμίας του θα μπορούσαν να αναδειχτούν από την «αστική του εικονογραφία»
Αστική Εικονογραφία ή το νήμα της ανάγνωσης της ιστορικής εξέλιξης και της τοπικής «ιδιοσυγκρασίας»
Σύμφωνα με τον Giuseppe Samona, στην ανάπτυξη κάθε πόλης στη διάρκεια των αιώνων, υπάρχει μια ζωτική πλευρά που «απεικονίζει όλα τα πράγματα μιας περιοχής˙ μια σύνδεση, συνοχή, που αναγνωρίζεται στις συνήθειες, όπως και στους χώρους για τους οποίους κάθε πραγματικά ουσιαστικό μέρος έχει νόημα, αφού ανήκει στη συνέχεια του τρόπου της εξέλιξης του αστικού ιστού, σύμφωνα με αδιάψευστα χαρακτηριστικά». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι αυτά τα χαρακτηριστικά θα ήταν δυνατόν να αναδειχθούν από την «αστική εικονογραφία», η οποία νοείται ως η ιστορικό-εικονογραφική ανασύνθεση παραδοσιακών κυρίως ιστών, σε όλα τα μέρη που τον απαρτίζουν: αστική δομή, κτηριακός τύπος, οχυρωματικά έργα, στοιχεία αστικής διακόσμησης, φυσικό περιβάλλον κ.α. Τα ανωτέρω παρέχουν τα γνωστικά μέσα για ακριβείς τυπολογικές μορφολογικές και δομικές παρεμβάσεις, αποτελώντας παράλληλα ένα εργαλείο ελέγχου της μορφολογικής διάστασης.
Πρόκειται για την ανασύνθεση της εξέλιξης του ιστορικού αστικού ιστού, βάσει της ιστορικής χαρτογραφίας –δηλαδή το υλικό που απεικονίζει, κυρίως αλλά όχι μόνον, τον ιστορικό της χώρο: σχέδια χαρακτικά, κτηματολόγια, πίνακες «λόγια αρχιτεκτονική» (Architecture litteraire) κ.α.– η οποία μπορεί να δώσει συγκεκριμένη γνώση των βασικών σταθμών του σχηματισμού και της μετεξέλιξης. Η γνώση αυτή των χωρικών μετασχηματισμών της πόλης και των στοιχείων που καθόρισαν την εξέλιξή της στην ιστορία, μέσω των σχεδίων ανάπτυξής της, είναι καθοριστικής σημασίας για οποιαδήποτε μορφή παρέμβασης.
Η συγκριτική ανάγνωση του υλικού που απεικονίζει τον ιστορικό και ευρύτερο του χώρο, πέραν του ότι επιτρέπει τον καθορισμό των μετασχηματισμών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους, προβάλλει τη σχέση του συνόλου του αστικού (παραδοσιακού) ιστού, με τα επιμέρους κομμάτια της πόλης και με τον περιβάλλοντα χώρο. Η σύγκριση οδηγεί στην κατανόηση των διαδικασιών εξέλιξης, σχηματισμού και μετασχηματισμού της αστικής μορφής, με τελικό αποτέλεσμα τη γνώση της πολυπλοκότητας του «άστεως».
Η όλη εικονογραφική έρευνα εντάσσεται στις παραδοσιακές διαδικασίες πολεοδομικού σχεδιασμού, αποκαλύπτοντας, στο πλαίσιο της δυναμικής των χωρικών διαδικασιών μετασχηματισμού, τις σταθερές που θα μπορέσουν να αποδειχθούν η βάση μιας νέας χωρικής οργάνωσης (Τσέτσης 1991, 1994, 2021, 2022).
Από την κωδικοποίηση της εμπειρίας, στο «νέο Παράδειγμα» συν-ύπαρξης
Για τις παρεμβάσεις, θα ήταν χρήσιμη η ανάλυση των τυπολογιών των αστικών χωρικών ενοτήτων. Θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν (ως):
- Ιστοί με κυρίαρχα στοιχεία ιστορικότητας (προστατευόμενοι, προστατευταίοι, ιστορικοί τόποι, άλλοι ενδιαφέροντες).
- Περιμετρικοί των ιστορικών ιστών, αλλοιωμένοι ή (και) με κάποια στοιχεία αρχιτεκτονικού/ πολεοδομικού ενδιαφέροντος.
- Σύγχρονοι ιστοί, περιοχές νέων επεκτάσεων, περιαστικοί, εξωαστικοί.
Ιστορικοί ιστοί: η ανάδειξή τους ως ολκός επαναπροσδιορισμού της τοπικότητας και του “Genius Loci”
Την τρέχουσα περίοδο της οικουμενοποίησης, η, με την ευρεία έννοια, ιστορικότητα του Tόπου, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο σχεδιασμό και ιδιαίτερα στην ανάδειξη του “Genius Loci”.
Ως εκ τούτου, για τους ιστορικούς/παραδοσιακούς ιστούς/μεμονωμένα κτήρια, μνημειακούς χώρους, –που συνιστούν την κρίσιμη πολεοδομική τυπολογία– προβάλλει επιτακτική όσο ποτέ, η ανάγκη διατήρησης/προστασίας/ανάδειξης και ενσωμάτωσής τους στις σύγχρονες λειτουργίες της πόλης –μέσω κατάλληλων χρήσεων, με όρους απόλυτου σεβασμού προς αυτά.
Οι ενδιάμεσες περιοχές, ο δεύτερος τύπος, συνιστούν προνομιακό συνομιλητή της ιστορικότητας:
Οι περιμετρικοί των ιστορικών κέντρων ιστοί, ή (και) οι μερικώς αλλοιωμένοι, αποτελούν προνομιακούς συνομιλητές της «ιστορικότητας».Καθίσταται σαφές ότι και σε αυτή την κατηγορία, δεν μπορεί να αγνοηθεί το «υπόστρωμα των διαχρονικών αξιών του ιστορικού χώρου, προς χάριν κάποιων θεωρητικών αναζητήσεων και σχεδιαστικών επινοήσεων» (Μάνος Μπίρης). Οι παρεμβάσεις είναι απόρροια της διαλεκτικής σχέσης: ιστορικότητα/εξελικτική πορεία/σύγχρονες τάσεις, όπου η ιστορικότητα παραμένει ισχυρή αναφορά.
Σύγχρονοι αστικοί ιστοί μεταξύ μοντερνισμού και α-τοπικότητας
Σύγχρονη πόλη: ως προς κρίσιμες πλευρές του τρόπου λειτουργίας των πόλεων, υπάρχει (μείζων) αλλαγή δεδομένων σε κάθε εποχή, ιδίως μεταξύ προ και μεταβιομηχανικής και (νέο) τεχνολογικής πόλης/αστικών κέντρων/μητροπόλεων/πλέγματος μητροπολιτικών περιοχών και των παραμέτρων που την/τις διαμορφώνουν και καθορίζουν την εξέλιξη του αστικού φαινομένου.
Το αδιάφορο όμως της αστικής μορφολογίας της σύγχρονης πόλης –εντονότερο στις περιφερειακές και περιμετρικές της περιοχές– καλούνται να ανατρέψουν καινοτόμες λύσεις, που γονιμοποιούν την αρχιτεκτονική διαλεκτική, τη «συνομιλία» χωρικών εκφάνσεων κάθε περιόδου, με σύγχρονους τεχνολογικούς όρους. Οι οποίοι δεν είναι ανεξάρτητοι από την ιδιαίτερη τοπιογραφία, όπου το νήμα της εξελικτικής πορείας αποτελεί σαφή αναφορά.
“Genius Loci” ως σχεδιαστική αναφορά ή άνευρες απομιμήσεις ενός (ξεπερασμένου) μοντερνισμού;
Τίθεται εκ νέου πιεστικά ένα κεντρικό και κρίσιμο για το Mέλλον της Πρωτεύουσας ερώτημα:
Μπορεί ο σχεδιασμός της πρωτεύουσας να συνεχίσει να αγνοεί την ιδιοσυστασία της;
Και αν όχι –η εγχώρια και διεθνής εμπειρία το αντιλαμβάνονται– απαιτείται ανατροπή του αδιάφορου.
Γεννάται η προβληματική: πως αυτή η Αθηναϊκή τοπιογραφία –προσδιορίζεται;
Τα παραδείγματα που αντιστάθηκαν –contro corrente– στον εισβάλλοντα μοντερνισμό ή στις απομιμήσεις του; –τόσο αρχιτεκτονικά, όσο και πολεοδομικά– δεν αφθονούν.
Ο Πικιώνης αντιτάχθηκε στο κυρίαρχο (τότε) ρεύμα: σχεδίασε ένα ξεχωριστό και αυθεντικό στο χρόνο Υπόδειγμα, δίνοντας την αυθεντική εκδοχή του στον Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη.
Αξίζει να σταθεί κανείς και σε σύγχρονες αρχιτεκτονικές δημιουργίες –άντλησης σχεδιαστικών ερεθισμάτων από τον Τόπο»– όπως αυτή του Renzo Piano, στο Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» στο Φάληρο. Αντιδιαμετρική προσέγγιση από την πρόκληση του Centre Pombidou στο Παρίσι, επεδίωξε να ερμηνεύσει κρίσιμα χαρακτηριστικά και μνήμες του «κλεινού άστεως»: Αγορά, Κήπος, ‘Λόφος’, Θάλασσα.
Ασφαλώς δεν είναι παρά ερμηνεία «Τόπων», προφανώς αρθρωμένη χωρικά, σε μια νέα Σύνθεση

Άλλωστε η «μετάφραση» των χαρακτηριστικών ενός ‘Τόπου’ και το σχεδιαστικό εγχείρημα απόδοσης της «ιδιοσυγκρασίας» του, έχει τόσες εκφάνσεις όσες και οι αναγνώσεις του. Ωστόσο, είναι προϊόν σχεδιαστικού συλλογισμού και ουδόλως μια άγονη μεταφορά αλλότριων στοιχείων.
Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι στο γενέθλιο τόπο του Θουκυδίδη μια χωρική σύνθεση θα πρέπει να παραπέμπει στις στιλιστικές απομιμήσεις των “antichi”, του Vignοla ή του Serlio ή ακόμη και του Klenze. Αλλά οι “in vitro” σχεδιασμοί «υφολογικής μεταφοράς» της Doha ή του Dubai –εργαστήρια καινοτομίας κτηρίων πρωτίστως μεγάλου ύψους,– τουλάχιστον αδικούν. Κυρίως τους δεύτερους.

Για τους προσεκτικούς μελετητές της «Μουσικής των Σφαιρών», η σύλληψη του ορθογώνιου κανάβου του Δοξιάδη –Ιπποδάμειας εμπνεύσεως σε Αριστοτελικό υπόστρωμα και με αφομοίωση των Πυθαγόρειων αντιλήψεων– εντάσσεται στο εγχείρημα άρθρωσης μεταξύ Οικουμενικού και Τοπικού.

Σταύρος Τσέτσης: Διπλωματική Εργασία, “Pranificazione e disegno di Universita”, IUAV
Σε ευρύτερη κλίμακα το στοίχημα δεν εστιάζεται αναγκαστικά στην ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων, αλλά στη δημιουργία δικτύου/ων/θυλάκων/ιστών Ιστορικού και Αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και «τη συναρμογή τους: με διαδρόμους πρασίνου/ενδοαστικό πράσινο και με τον περιμετρικό urbis χώρο, ως καταλύτες μιας νέας αστικότητος, όπου παλαιό και νέο συνομιλούν».
Η μορφολογική /τυπολογική [πυκνότητα και όγκοι διάταξη/άρθρωση] εναρμόνιση αναδεικνύεται ως κεντρικός άξονας μιας τέτοιας στρατηγικής.
Η αναζήτηση της σχέσης κτηριακών δομών διαφορετικών εποχών –λειτουργική, τυπολογική, μορφολογική– είναι θεμελιώδης στη σύνθεση, τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και πολεοδομική. Η οποία ως μείζονα σχεδιαστική πρόκληση των καιρών, οφείλει να υπερβεί την αλαζονεία κατίσχυσης του νέου επί αυτών πρότερων εποχών, αγνοώντας τα “in situ” κριτήρια ή όπως στο εγχείρημα οικοδόμησης –με «φύλλο συκής», πολιτιστικές δομές– εντός του θεσμοθετημένου αρχαιολογικού χώρου της Ακαδημίας του Πλάτωνα.
Χαμένα, πλην διόλου έωλα στοιχήματα και διαχρονικές προκλήσεις
«καθάπερ οι ποιηταί, δέομαι αρχόμενος της διηγήσεως Μούσας τε και Μνημοσύνην επικαλείσθαι» «όπως και οι ποιητές, έτσι και εγώ, στην αρχή της αφήγησης, επικαλούμαι τις Μούσες και τη Μνημοσύνη».
Πλάτων: «Ευθύδημος»
Η πρωτεύουσα φέρει το βάρος του μυθικού ονόματός της και του συμβολισμού της ακτινοβολίας που αυτό ενέχει φορτίζοντας τόσο το παρόν, όσο και το μέλλον της.
Αυτό δεν αλλάζει.
Στις περιπτώσεις που οι Μνήμες αναμετρήθηκαν με τις σύγχρονες απαιτήσεις της, η Αθήνα κέρδισε. Πολύπλευρα. Η ενοποίηση των Ιστορικών και Αρχαιολογικών χώρων της –ακόμη ημιτελής– δίνει το μέτρο.
Ασφαλώς και έχουν υλοποιηθεί ή (και) δρομολογούνται και άλλες σημαντικές παρεμβάσεις. Έχουν αποτραπεί παράλληλα εγχειρήματα και τάσεις αλλοίωσης ακόμη και κακοποιήσεις του πολιτιστικού αποθέματος. Ωστόσο τα πολλά παραμένουν να γίνουν.
Η Πρωτεύουσα προφανώς έχει οικοδομηθεί, ωστόσο περιθώρια σε “intra muros” περιοχές, αλλά και εκτός, συνεχίζουν να υπάρχουν –άλλωστε το κτηριακό απόθεμα της υπόκειται στις ανάγκες ανανέωσης.
Σε συνθήκες συχνά άνυδρες, όχι σπάνια αδιάφορες, αν όχι εχθρικές, η «ιδιοσυγκρασία του Τόπου», καλείται όχι μόνον να προστατευτεί και να αναδειχθεί, αλλά και να αποτελέσει συστατικό στοιχείο του χωρικού σχεδιασμού.
Αξίζει ίσως να αναφερθούν:
- Η εξυγίανση της ευρύτερης περιοχής της Ακαδημίας του Πλάτωνα και η σύνδεση της με το Λύκειο του Αριστοτέλη, άξονας-τομή στην Αθηναϊκή Πολεοδομία, στον όλκο των μεγάλων παρεμβάσεων Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων:
Museuminsel στο Βερολίνο [πλέγμα Μουσείων, ως αστική κεντρικότητα], Rive Gauche/Université Paris VII στο Παρίσι [ανασύσταση του πολιτιστικού τοπίου].


Corridoio Verde Guada/medina στη Malaga [καθιστά τον ποταμό πολιτιστική υποδοχή και οικολογικό διάδρομο]. Tον ιστορικό άξονα Louvre, La Defence.
- Διάδρομος/συν-άρθρωση τεκμηρίων της αρχαιολογικής σκαπάνης στο Καβούρι/Βάρη.
- Ανάδειξη και συν-πλοκή των τειχών του Θεμιστοκλή στον Πειραιά.
- Αξιοποίηση των Αρχαιολογικών Χώρων της Ελευσίνας και διερεύνηση των παρεμβάσεων και διαπλοκή τους με τον κύριο αστικό ιστό.


«Genius Loci»: Ενεργή πρόσληψη vs άγονων μιμητισμών
Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η εισαγωγή κριτηρίων που άπτονται της «Ιδιοσυστασίας του Αθηναϊκού τόπου» στο σχεδιασμό, δεν συνιστά ροπή προς μίμηση. Αντίθετα αφορά στην άντληση των χωρικών εκείνων αξιών και ποιοτήτων που άντεξαν στο χρόνο ή και στη μετάπλαση, ακόμη και ρήξη με σύγχρονες αντιλήψεις.
Η οποία ενίοτε είναι ρήξη μόνον στα επιφαινόμενα, όπως στην περίπτωση της σύνθεσης του ορθογωνίου κανάβου του Κ.Α. Δοξιάδη: γόνιμο εγχείρημα μεταφοράς των αρμονικών χαράξεων του Πλατωνικού «Τίμαιου»
Οι σταθερές σε μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι άγνωστες στη χώρα:
Η αναζήτηση το «Μέτρου», συνιστά πεμπτουσία, διαχρονικά, του «ελληνικού τρόπου», μαζί με τον (δοκιμαζόμενο σήμερα) «Λόγο» και την ‘Αρετή» (σε διασταλτική ερμηνεία την «πόλεως Αρετή»: δηλαδή την «κατάστασι(ς) της ορθής πολιτείας» (Όροι, Πλάτωνα).
Τα λόγια του Mendelson έναν αιώνα πίσω ηχούν προφητικά και επίκαιρα.
«Η νέα Αθήνα είναι μία πρόκληση, που φαίνεται ακόμα πιο μεγάλη όταν μέτρο σύγκρισης είναι το λαμπρό της παρελθόν. Έχει να αναμετρηθεί με την Αθήνα την «υψηλή πόλη», την Ακρόπολη –τη συνάντηση αυτή της θεία με την ανθρώπινη διάνοια– τη θεμελιακή λύση την πόλη των πόλεων. Έχει να αναμετρηθεί με το μεγαλείο της φύσης που με το λεκανοπέδιο, το βουνό και τη θάλασσα ενσαρκώνει το σκοπό της δημιουργίας.
Πρέπει όλα αυτά, διαχωρισμένα τώρα, το ανθρώπινο δαιμόνιο να τα ξαναενώσει –με το όλο και το συναίσθημα»
Eric Mendelson, 1931.
Πηγές:
- Σταύρος Χ. Τσέτσης
«Ο Ευρωπαϊκός Χώρος στο πέρασμα στον 21ο αιώνα. Παγκοσμιοποίηση και το Μέλλον των Ευρωπαϊκών Αστικών Συστημάτων και η ανάδυση της Γεωχωροταξίας». Πρόλογος: Magda Aelvoet, Υπουργός Περιβάλλοντος Βελγίου. Εκδόσεις Παπαζήση, 2001.
- «Ένα μέλλον για την Αθήνα», συλλογικό έργο. Πρόλογος: Pat Cox, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκδόσεις Παπαζήση, 2003.
- “Hellas. Genius Loci”. Hellenic Parliament, Foundation for Parliamentarism and Democracy, 2014. Coordination: Evangelos Drakopoulos. Durator: Thodoris Koutsogiannis
- «Μνήμη και Αστικό Φαινόμενο», συλλογικό έργο. Πρόλογος: AntonioTajani, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εκδόσεις Μίλητος, 2018.
- Σταύρος Χρ. Τσέτσης
̶ Ένα Μέλλον για τη Μητροπολιτική Αθήνα, New Ideas, 23 Μαρτίου 2021
Σταύρος Χρ. Τσέτσης
̶ Σχετικά με την έννοια και την ιδιοσυστασία του «τόπου» στο σχεδιασμό, NewIdeas, 14 Δεκεμβρίου 2021.

«Η ιδιοσυγκρασία του τόπου και Αστικές Μεταμορφώσεις. Οικουμενοποίηση και Genius Loci». Ammon Books, 2022/23.
Το Σύνδρομο της «Ηροστράτειας Δόξας» και η «Ύβρις» της δόμησης εντός της Ακαδημίας του Πλάτωνος, New Ideas, 4 Σεπτεμβρίου 2023
Ακαδημία Πλάτωνος. Διεθνές ενδιαφέρον και εγχώρια ερωτηματικά, New Ideas, 18 Μαΐου 2024
*Πολεοδόμου


