Μαθήματα Συγκριτικής Πολιτικής

216

του Κ. Πάντζιου

Όσο περνούν οι μέρες αυτού του ταραγμένου φθινοπώρου, τόσο εδραιώνεται στους πολιτικούς κύκλους της Ευρώπης, ότι η επιλογή της ως Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις, είναι τόσο κλασική, όσο και η ίδια η πολιτική, δηλαδή ροκάνισε το χρόνο με όποιον τρόπο μπορείς, έτσι ώστε ο αδύναμος αντίπαλος να φτάσει στα όριά του και να αναγκαστεί να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Θυμίζουμε ότι το ροκάνισμα του χρόνου άρχισε από το τρίτο δεκαήμερο παρελθόντος Αυγούστου και συνεχίζεται με την ίδια εμμονή μέχρι και σήμερα, δηλαδή επί τρεις μήνες. Έγιναν από τότε έκτακτες Συναντήσεις Κορυφής, κατά τη γνώμη μας απλώς για να γίνουν, έγιναν αμέτρητες δηλώσεις από αξιωματούχους της Ε.Ε., χωρίς να σημαίνουν κάτι, γίνονται συνέχεια και τώρα. Το νέο ορόσημο είναι πλέον η τακτική Σύνοδος Κορυφής, στα μέσα προσεχούς Δεκεμβρίου. Τότε όταν στις ΗΠΑ θα έχει εκλεγεί Πρόεδρος, ένα μήνα ενωρίτερα περίπου, ώστε ανάλογα με το ποιος από τους δύο μονομάχους θα είναι, θα καθορίσει και η Ευρωπαϊκή Ένωση ποια θα είναι η πολιτική της απέναντι στην Τουρκία.

Τί έχει να χάσει η Ευρώπη; Σχεδόν τίποτε ουσιαστικό, αν εξαιρέσει κάποιος την εκνευριστική, καθημερινή προκλητική παρουσία του κ. Τ. Ερντογάν στα Μέσα Ενημέρωσης και την αβεβαιότητα στις Αγορές, όσο περιθώριο δηλαδή αβεβαιότητας περισσεύει από τη δράση του κορωνοϊού. Κατά τα άλλα, η τουρκική λίρα χάνει αξία κάθε μέρα, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας αυτής εξανεμίζονται, η λαϊκή αγανάκτηση υπάρχει, έστω κι αν λόγω καθεστώτος δεν μπορεί να εκδηλωθεί.

Όταν συμβαίνουν όλα αυτά, σωσίβιο σε καθεστώτα σαν του κ. Ερντογάν είναι ο εθνικισμός, η ένταση, η δημιουργία «αντιπάλων» σαν αυτόν του κ. Εμ. Μακρόν, σήμερα και κάποιου άλλου ισχυρού ηγέτη της Ευρώπης αύριο, αφού έτσι κι αλλιώς ο μόνιμος αντίπαλος που είναι η Ελλάδα, δεν «πουλάει» ως φαίνεται στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Αυτή είναι η πολιτική του Προέδρου της γείτονος για το εσωτερικό της χώρας, με εναλλακτική βάση της ανάμιξη της Τουρκίας σε κάθε σύρραξη που προκύπτει στο χώρο της Μέσης Ανατολής, τώρα πια και της Δυτικής Ασίας. Αυτό το δεύτερο, είναι φανερό πλέον ότι έχει αρχίσει να ενοχλεί τον θεωρούμενο ως σύμμαχο κ. Βλ. Πούτιν, γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, είχαμε και την πολύ φιλική παρουσία του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας κ. Σ. Λαβρώφ, στην Αθήνα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την Τουρκία, διότι η Ρωσία δεν πρόκειται να ανεχθεί την ανάμιξή της σε χώρες, οι οποίες ανήκουν στο δικό της, έστω χαλαρό, μπλοκ ασιατικών κρατών.

Με απλά λόγια, για να κάνει κάποια χώρα πολιτική τοπικής δύναμης, πρέπει πρώτα να έχει οικονομική ισχύ και δεύτερον, να έχει εκπονήσει μακροχρόνιο πρόγραμμα για το πώς θα αξιοποιήσει την ανάμιξή της οικονομικά στο σχέδιο αυτό, αλλιώς η πολιτική της ανάμιξης μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα. Σ’ αυτήν την γραμμή της συνεχούς πολιτικής ανάμιξης, είναι γνωστό, ότι δεν άντεξαν μεγάλες αυτοκρατορίες και κατέρρευσαν, όπως γνωρίζουμε από την Ιστορία. Βέβαια, κάποιος θα πει ότι μπορεί να ισχύει και το αντίθετο. Δηλαδή, όπως αυτό που συμβαίνει εδώ και τέσσερα χρόνια με τις ΗΠΑ, που σύμφωνα με τον Πρόεδρό της, δεν είχε καμιά δουλειά η Αμερική να έχει π.χ. παρουσία σε Μέση Ανατολή και Ευρώπη, πράγμα που γνωρίζουμε τώρα, ότι έβλαψε πάρα πολύ, όχι μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και τη Δύση γενικότερα.

Όμως, όλα αυτά είναι θέμα μεγεθών, προθέσεων και εν τέλει πολιτικών ικανοτήτων, όπως θα μας έλεγε κάποιος λάτρης της επιστήμης της Συγκριτικής Πολιτικής.