Του Κώστα Πάντζιου
Μέσα στη μαυρίλα που προκαλεί στον πλανήτη η έξαρση του κορωνοϊού, το ενδιαφέρον για την πολιτική έχει κάπως ατονήσει σε κρατικό επίπεδο, με μοναδική, ίσως, περίπτωση τη χώρα μας, όπου ένας-δυο οργανισμοί δημοσκοπήσεων κάνουν έρευνες για τα ποσοστά των κομμάτων, τη στιγμή που το ενδιαφέρον των πολιτών φυσικό είναι να εντοπίζεται σχεδόν απόλυτα στη μάχη κατά της πανδημίας, που είναι μάχη κυρίως επιστημονική. Έτσι λοιπόν, πολιτικό ενδιαφέρον –και μάλιστα τεράστιο– παρουσιάζουν οι εξελίξεις στις ΗΠΑ. Πρωτοφανές δε γεγονός, αποτελεί η αλλαγή της στάσης της πρώτης υπερδύναμης απέναντι στην Τουρκία, με την επιβολή των σχετικών κυρώσεων. Και μάλιστα μια ενέργεια που είναι διπλά πρωτόγνωρη, αφού ελήφθη κατά την διάρκεια του συνταγματικά μακρόσυρτου μεσοδια-στήματος εξουσίας μεταξύ του παλαιού και του νεοεκλεγέντος Προέδρου. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι υπέρ των κυρώσεων έχουν ταχθεί και τα δύο νομοθετικά σώματα, πράγμα ακόμη πιο παράξενο.
Τι πράγματι συμβαίνει; Ένας κάπως απολιτικός, θα έλεγε αυτό που λέει ο λαός: «Το πολύ το Κύριε ελέησον, το βαριέται κι ο Θεός». Ότι δηλαδή και η υπομονή έχει τα όριά της. Ένας άλλος θα έλεγε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις, ανέκαθεν κινούνταν μέσα από τους δικούς τους κωδικούς, που είναι δύσκολο να γίνουν άμεσα αντιληπτοί. Μάλλον, δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος το δήλωσε καθαρά, ότι οι ΗΠΑ επιστρέφουν –και συμμετέχουν– στα διεθνώς τεκταινόμενα, από τα οποία είχαν απουσιάσει τέσσερα χρόνια τώρα. Απλούστατα, η ηγεσία της Τουρκίας, δεν το πήρε στα σοβαρά, γι’ αυτό και ακόμα δεν έχει συνέλθει από την οδυνηρή έκπληξη.
Αυτό είναι σίγουρο, όπως είναι σίγουρο το ότι για να συνεχίσει να υπάρχει το ΝΑΤΟ, πρέπει να αρχίσουν και πάλι να ισχύουν οι κανόνες λειτουργίας του. Αυτά εντάξει. Όμως, παραμένει το ερώτημα, γιατί τώρα, στο μεσοδιάστημα οι κυρώσεις, από έναν Πρόεδρο που καλόπιανε το καθεστώς Ερντογάν επί τέσσερα χρόνια; Η πιο επικρατούσα εξήγηση που κυκλοφορεί στον διπλωματικό κόσμο, είναι ότι η ανακοίνωση των κυρώσεων έχει να κάνει με τις ζυμώσεις που γίνονται στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Δηλαδή, το κατεστημένο του κόμματος αυτού, διαβλέποντας ότι ο κ. Τζο Μπάιντεν πρόκειται να αλλάξει αποφασιστικά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, θα κάνει και άλλες αλλαγές στη Μέση Ανατολή και θα μπορούν έτσι οι Ρεπουμπλικάνοι να θυμίζουν ότι την κυριότερη την έκανε το δικό τους κόμμα, το οποίο είχε κατηγορηθεί ότι ενώ οι ΗΠΑ ήταν απούσες από την περιοχή αυτή, τέσσερα χρόνια τώρα, παρά ταύτα, υποστήριζαν την κύρια αιτία του χάους –όπως δήλωσε πρόσφατα ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Μάικ Πομπέο– που ήταν για τη Μέση Ανατολή η πολιτική της Τουρκίας. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο οι Ρεπουμπλικάνοι έμπρακτα προηγούνται του νέου Προέδρου, αλλά και αφήνουν πίσω τον απερχόμενο, που έχει σαφώς δηλώσει ότι θέλει να είναι υποψήφιος για Πρόεδρος το 2024. Γιατί, κυνικότατα και χωρίς αίσθηση μακρόχρονης πολιτικής, δέχτηκαν το 2016 να κερδίσουν ως κόμμα μια θητεία, αλλά τώρα βλέπουν ότι τυχόν δεύτερη με τον ίδιο πολιτικό, θα υπάρξει βαρύ τίμημα και για τις ΗΠΑ και για το κόμμα τους.
Εφόσον η εκδοχή αυτή στέκει, τότε δεν είναι παράξενο που –πάλι στο μακρόσυρτο μεσοδιάστημα– υπάρχει μεγάλη προβολή του κ. Πομπέο, όχι μόνο από το κόμμα του, αλλά και από τα ισχυρά ΜΜΕ της Αμερικής, άρα δεν είναι χωρίς βάση τα θρυλούμενα ότι ο νυν Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ προορίζεται να είναι ο υποψήφιος Πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος το 2024.
Στην όλη αλλαγή των διαθέσεων από πλευράς ΗΠΑ, τέλος, όπως υποστηρί-ζεται από έγκυρους πολιτικούς σχολιαστές, παίζει ρόλο ήδη, το αδιέξοδο με το Brexit, πράγμα που σημαίνει ότι στο νέο σκηνικό που δημιουργείται, η αναβίωση της παλαιάς διατλαντικής σχέσης ΗΠΑ-Βρετανίας, καθίσταται εντελώς απαραίτητη για την πρώτη υπερδύναμη και εντελώς υπαρξιακή για τη Βρετανία.
Άρα, υπάρχει τελικά «βαθύ κράτος» στις ΗΠΑ, το οποίο είχαν σπεύσει να «καταργήσουν», άλλοι από αλαζονεία και άλλοι από άγνοια.



