Του ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ*
Τώρα σίγουρα δεν θέλεις καθόλου να σου υπενθυμίσω κάποια πράγματα. Διότι έχεις κάνει λάθος. Οι δρόμοι τους οποίους βάδιζες σε έβγαλαν στο σκοτάδι, όχι στο φως. Και μάλιστα είναι τέτοιο σκοτάδι, πίσσα, δεν μπορείς να δεις καν μπροστά σου. Σε έφεραν και σε έριξαν σε τούτο το τέλμα αυτοί στους οποίους πίστευες και λάτρευες ως Θεό. Πνίγηκες λέγοντας συνεχώς «μητέρα πατρίδα μας είμαστε στα ίχνη σου».
Δεν ωφέλησε ακόμα και αν κάποιες μέρες κατάλαβες ότι πνιγόσουν και άλλαξες γραμμή. Διότι δεν σε ξεγέλασαν μόνο εκείνοι που έλεγαν «συνδέσαμε δρόμο από την Κερύνεια στην Ανατολία». Σε ξεγέλασαν και εκείνοι που έλεγαν «ενότητα, αγώνας, αλληλεγγύη». Δεν έμεινε μαχαίρι που δεν σου έμπηξαν στην πλάτη. Δεν ξέρω σε ποιο στάδιο της ζωής σου είσαι.
Όμως, όπου και αν είσαι, πάντα θα υπάρχει απογοήτευση. Σε ξεγέλασαν και εκείνοι που θέλουν λύση και εκείνοι που δεν θέλουν λύση. Και οι οπαδοί της διχοτόμησης. Και οι οπαδοί της επανένωσης. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί είσαι τόσο αδαής. Δεν πίστεψες καθόλου εκείνους που σου έλεγαν την αλήθεια. Είπες και εσύ «προδότες της πατρίδας» εκείνους τους οποίους αποκάλεσαν «προδότες της πατρίδας» αυτοί που σε ξεγέλασαν.
Είπες κατάσκοπους εκείνους τους οποίους αποκάλεσαν κατάσκοπους. Προβοκάτορες εκείνους τους οποίους αποκάλεσαν προβοκάτορες. Μήπως κατάλαβες μόνο μετά από χρόνια, όταν το ομολόγησε ο στρατηγός, ότι εμείς βάλαμε τις βόμβες σε εκείνα τα τζαμιά; Δεν σου κινήθηκαν καθόλου υποψίες για το εκ μέρους ποιων διαπράχθηκε το έγκλημα στο μπάνιο; Γιατί δεν ρώτησες και δεν αναζήτησες καθόλου τους δράστες των δολοφονιών τις οποίες αποκαλούν ανεξιχνίαστες;
Πριν το 1974 είχες ένα πνεύμα. Ακόμα και όταν σου έδωσαν ένα όπλο στο χέρι και σε έστειλαν στα φυλάκια, δεν αντιλαμβανόσουν τι συνέβαινε. Παρά ταύτα είχες ένα πνεύμα αντίστασης που δεν ήσουν βέβαιος εναντίον ποιου και τίνος πράγματος ήταν. Μετά το 1974 ούτε αυτό έμεινε. Έχασες και εκείνο το πνεύμα. Μήπως το πούλησες στον σατανά; Αυτό που ξέρω είναι μόνο το εξής: Δεν εγκατέλειψες καθόλου τη μέθη του πλιάτσικου. Σε αποκοίμισαν λέγοντας «δεν γίνεται νηστεία από χοιρινό και φίλος Έλληνας».
Γι’ αυτό δεν κατάλαβες καθόλου ποιοι είναι τα πραγματικά γουρούνια. Γι’ αυτό δεν κατάλαβες καθόλου ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει φίλος κάποιος από εκείνους που γιορτάζουν τις 20 Ιουλίου ως γιορτή. Πάντα ήσουν υπέρ του ισχυρού. Σε όποιο κόμμα είχες συμφέρον, σε αυτό έτρεχες. Από την αριστερά στη δεξιά. Από τη δεξιά στην αριστερά. Δεν έκανε διαφορά για εσένα. Ξέρεις τι σκεφτόμουν ενόσω κοίταζα αυτό το χάλι σου; Ότι δεν σκέφτεσαι καθόλου τα παιδιά σου. Πώς μαύρισες το μέλλον τους. Σε ποιο στάδιο της ζωής σου είσαι τώρα. Γύρνα και κοίταξε προς τα πίσω. Όλο απογοήτευση.
Βεβαίως είχες και χρόνια γλυκά. Καιρούς που είδες καλά λεφτά στην τσέπη σου. Λυπήθηκες δήθεν ακόμα και τους Ελληνοκύπριους αδελφούς μας όταν βυθίστηκαν στην οικονομική κρίση. Τους είπες έλα να σε σώσουμε. Τι γενναιόδωρος, τι χουβαρντάς που ήσουν. Γινόσουν και εσύ ευτυχισμένος ενόσω έρεε στον Ταγίπ το πετρέλαιο, λάφυρο των βαρβάρων που έκοβαν κεφάλια στη Συρία.
Δεν σε ένοιαξε καθόλου το μαύρο χρήμα. Να έρθουν τα λεφτά και απ’ όπου θέλουν ας έρθουν. Και μετά ένα χειροκρότημα για το Άφριν. Ένα χειροκρότημα και για το Ίντλιμπ. Και ένα για την εκστρατεία της Λιβύης. Λιντσάραν την εφημερίδα που έγραψε «άλλη μια επιχείρηση εισβολής από την Τουρκία» και είπες «ας μην τα έγραφαν». Δεν είπες κουβέντα για τον Ταγίπ. Όμως, εκείνος σε έπνιξε στη λάσπη.
Ξέρω πως δεν θέλεις καθόλου να σου τα θυμίζω τώρα αυτά. Πλέον και ένας αγαπητός μου φίλος λέει ότι «κάνει ο Ταγίπ αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει ο Μακάριος». Ο άνθρωπος για τον οποίο δεν επέτρεπε να ασκηθεί απολύτως καμία κριτική κάποτε. Ιδού, το πρόσφατό σου χάλι. Το χάλι της εξαθλίωσης. Μπροστά από όλα τα καφέ και τα εστιατόριά μας είναι γεμάτα με αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής από τον νότο. Και σε όλα τα καφέ και εστιατόρια στον νότο Τουρκοκύπριοι εργάτες που δουλεύουν.
Κάποιοι λένε «εθνική ντροπή». Άι σιχτίρ πείτε τους. Σκέψου, όμως σκεφτείτε. Μας απλώνει το χέρι μια κοινότητα την οποία διώξαμε από τα σπίτια της με τη βία των όπλων, σφετεριστήκαμε όλα τα χώματα και τις περιουσίες της, πήραμε από τα χέρια της το μισό νησί. Τι είδους νάζι της ιστορίας είναι αυτό; Και τι είδους επανάληψη; Και πριν το 1974 είχε συμβεί αυτό που συμβαίνει τώρα.
Οι νέοι που τα βράδια φύλαγαν σκοπιά με όπλα στα φυλάκια, τις μέρες κέρδιζαν χρήματα και έβγαζαν το ψωμί τους στις οικοδομές του Ελληνοκύπριου αφεντικού προς το οποίο είχαν στρέψει τα όπλα τους κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεν εγκατέλειψες καθόλου τα νανουρίσματα και τη μέθη του πλιάτσικου των εθνικιστών. Και τώρα νά, το τίμημα γι’ αυτό το πληρώνουν τα παιδιά σου.
Εκδότης-Αρθρογράφος Τουρκοκυπριακής Εφημερίδας ΑΦΡΙΚΑ
Πηγή : politis.com



