«Δημογραφικό παράδοξο»: Υπάρχει;… Του Λεωνίδα Παλαιοδήμου

1158

Του Λεωνίδα Παλαιοδήμου*

Σε κάθε συζήτηση για την υπογεννητικότητα και το δημογραφικό πρόβλημα ανακύπτει το ζήτημα κατά πόσο η οικονομική κατάσταση παίζει ρόλο. Συχνά αναφέρεται το «παράδοξο» της αναντιστοιχίας μεταξύ της οικονομικής ευρωστίας μιας κοινωνίας και του δείκτη ολικής γονιμότητάς της (total fertility rate – TFR: απλουστευτικά, ο αριθμός των παιδιών που κάνει μια γυναίκα κατά μέσο όρο σε μια κοινωνία).

Οι χώρες της υποσαχάριας Αφρικής έχουν μέσο TFR 4,3, ενώ το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα είναι μόλις 1.500 δολάρια ετησίως σε τρέχουσες τιμές. Αντίθετα, η Ελλάδα σήμερα έχει TFR 1,3 και κατά κεφαλήν εισόδημα 25.000 δολάρια σε τρέχουσες τιμές. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 είχε TFR 2,3 και κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 5.000 δολάρια σε σημερινές τιμές [πηγή: FRED]. Επομένως, κάποιος μπορεί να βγάλει το αβίαστο συμπέρασμα ότι όσο πιο οικονομικά άνετος είναι κάποιος τόσο λιγότερα παιδιά τείνει να κάνει. Όμως, είναι αυτή η αλήθεια;

Η σύγκριση της Ελλάδας ή άλλων χωρών του αναπτυγμένου κόσμου με την υποσαχάρια Αφρική είναι εκ των πραγμάτων προβληματική. Στο ζύγι μπαίνουν κοινωνίες με εντελώς διαφορετική κουλτούρα, επίπεδο εκπαίδευσης, κοινωνική θέση των γυναικών και παιδιών, οικονομικό μοντέλο και προσδοκίες για τη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τη σύγκριση της Ελλάδας του 1960 με εκείνη του 2025, αν δεν ληφθούν υπόψη οι βαθιές μεταβολές που μεσολάβησαν: η μαζική αστικοποίηση, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου και η ενεργός συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Για να εξετάσουμε εάν η οικονομική κατάσταση είναι σημαντικός παράγοντας στο ζήτημα της δημιουργίας παιδιών θα πρέπει να μελετήσουμε τι συμβαίνει μέσα στη δική μας κοινωνία ή στις κοινωνίες που μοιάζουν περισσότερο με τη δική μας σε ό,τι αφορά την κουλτούρα, τις προσδοκίες και τον τρόπο ζωής.

Σύμφωνα με μελέτη που προήλθε από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, το υψηλότερο συσσωρευμένο διαθέσιμο εισόδημα σχετίζεται με την απόκτηση 2-4 παιδιών, ενώ το χαμηλότερο συσσωρευμένο σχετίζεται με την ατεκνία (εικόνα 1) [πηγή: Kolk, Journal of Demographics, 2022]. «Οι πιο ευκατάστατοι άνδρες έχουν τα περισσότερα παιδιά και αυτό το μοτίβο έχει ενισχυθεί με την πάροδο του χρόνου. Όσο υψηλότερο είναι το εισόδημα, τόσο περισσότερα παιδιά. Όλο και περισσότερο, οι άνδρες με πολύ χαμηλό εισόδημα συχνά δεν έχουν καθόλου παιδιά», δήλωσε ο συγγραφέας της μελέτης και ερευνητής Martin Kolk.

Παρομοίως, πολυεθνική μελέτη έδειξε ξεκάθαρη συσχέτιση του εισοδήματος με την ετήσια πιθανότητα σύλληψης του πρώτου παιδιού (εικόνα 2). Τα αποτελέσματα ήταν σαφή σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες που περιελάμβανε η μελέτη (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Γερμανία, Ελβετία, Ν. Κορέα) και στα δύο φύλα. [πηγή: Van Wijk and Billari, Population and Development Review, 2024]

Δεδομένα από την Ελλάδα της περιόδου της κρίσης έδειξαν ότι τα ζευγάρια όπου και οι δύο σύζυγοι είχαν υψηλό εισόδημα σχετίζονταν με υπερδιπλάσια πιθανότητα να αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί σε σύγκριση με τα ζευγάρια όπου οι δύο σύζυγοι είχαν χαμηλό εισόδημα. [πηγή: Dantis and Rizzi, Journal of Population Sciences, 2020].

Με το παρόν άρθρο δεν υποστηρίζω ότι ο οικονομικός παράγοντας είναι η μόνη μεταβλητή στη δύσκολη εξίσωση του δημογραφικού. Δεν είναι. Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό, με κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές συνιστώσες. Θέλω απλώς να αναδείξω ότι η οικονομική ασφάλεια αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για τη δημιουργία οικογένειας στις δυτικές κοινωνίες.
Τα ευρήματα των ερευνών κοινής γνώμης είναι συμβατά με τα αποτελέσματα των επιστημονικών μελετών που παρέθεσα ανωτέρω. Σύμφωνα με έρευνα της ΔιαΝΕΟσις (2024), στο ερώτημα γιατί οι Ελληνες αναβάλλουν ή αποφεύγουν να κάνουν παιδί, η απάντηση «λόγω οικονομικής δυσκολίας και ανασφάλειας» πήρε τη μερίδα του λέοντος με 80%. Η δε διαφορά μεταξύ του πόσα παιδιά θα ήθελαν να κάνουν και πόσα κάνουν είναι εντυπωσιακή – 2,6 vs 1,4 – η μεγαλύτερη στην Ευρώπη.

Η υπογεννητικότητα δεν είναι μόνο αριθμοί· είναι καθρέφτης της εμπιστοσύνης μας στο μέλλον. Η Ελλάδα, με τη μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ επιθυμητών και πραγματικών παιδιών στην Ευρώπη, δείχνει ότι η επιθυμία υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η σταθερότητα: καλύτερες δουλειές, προσιτή στέγαση, υποστήριξη για νέους γονείς. Αν επενδύσουμε τώρα σε ένα περιβάλλον που εμπνέει σιγουριά, ίσως το αύριο να γεμίσει με παιδικές φωνές.

*Αναπληρωτής Καθηγητής Νοσοκομειακής Ιατρικής