Του Πέτρου Ι. Παραρά*
1. Η «κοινωνική συμβίωση» (vivre ensemble) είναι μία από τις κύριες μορφές επικοινωνίας του ατόμου με τον συνάνθρωπο στο πλαίσιο της αδελφοσύνης, όπου εντάσσονται και η πολιτική του social care, η ενσυναίσθηση (empathie), αλλά και το κίνημα των “convivialistes” (Παραρά, Οικονομική Ελευθερία, Σακκ., 2019, σελ. 240 επ.). Η συμβίωση αυτή δεν αναφέρεται κυρίως στις ενδοοικογενειακές σχέσεις και δεν είναι απαίτηση συνοχής των μελών της κοινωνικής αυτής ομάδας, καλύπτει όμως την αγάπη και τον αλληλοσεβασμό των μελών της, έστω και αν προσφάτως έχουν διαταραχθεί σοβαρά, στην κοινωνία που ζούμε, ακόμα και οι σχέσεις αυτές.
2. Εφόσον όμως βιώνουμε υποχρεωτικώς σε κοινωνία, ενδιαφέρει, πρωτίστως εδώ, πώς πρέπει να συμπεριφέρεται το άτομο έναντι των συνανθρώπων του, όταν θα ξεπεράσει το στενό οικογενειακό του περιβάλλον, οπότε έρχεται υποχρεωτικώς σε επαφή (παιδεία, επάγγελμα) με τα άλλα μέλη της ενήλικης κοινωνίας, δοθέντος ότι προεχόντως με αυτά θα υποχρεωθεί να συμβιώσει και να συνεργαστεί ειρηνικά, με τα οποία άλλωστε θα περάσει και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η έννοια του «vivre ensemble» σ’ αυτήν προεχόντως την ευρύτατη κοινωνική κατηγορία αναφέρεται και όχι στην «οικογένεια» (σελ. 86-87), την οποία άλλωστε δεν «επιλέγουμε» εμείς, σε αντίθεση με το φιλικό και επαγγελματικό περιβάλλον μας. Εντυπωσιάζει όμως το γεγονός ότι το να ζεις σήμερα μόνος προσεγγίζει το 20% του γαλλικού πληθυσμού (νέοι, άγαμοι, καθεστώς χηρείας). Αυτή είναι και η κύρια αιτία της κρίσης κατοικίας και στη Γαλλία (σελ. 95-97, περίπου 10 εκατομ. άτομα).
3. Το μείζον αυτό ζήτημα της “ειρηνικής «εν κοινωνία» συμβίωσης” πραγματεύεται διεξοδικά, υπό μορφή ερωτήματος, η παρουσιαζόμενη μελέτη του φιλοσόφου Tavoillot, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Πρόκειται περί μορφής επικοινωνίας με τον πλησίον σε μία πολιτική κοινωνία, αφού συμβάλλει στη σύγκλιση και περαιτέρω σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων, αναβαθμίζοντας, μάλιστα, άτομα που έχουν ανάγκη συμπαράστασης και δημιουργώντας θετικές προϋποθέσεις «κοινωνικής συνοχής», άλλως συμβάλλοντας στην απάμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, με το Σύνταγμα να κάνει εδώ λόγο «περί κοινωνικής ειρήνης» που άγει στην προστασία του γενικού συμφέροντος (άρθ. 106 παρ. 1, Ελλ. Σ.).
4. Την έννοια δε του “vivre ensemble” επικαλείται κυρίως η σπουδαία απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Grande Chambre, SAS v. Γαλλίας, 1η Ιουλίου 2014), με την οποία κρίθηκε ότι είναι θεμιτή η απαγόρευση για τις γυναίκες μουσουλμάνες να φορούν σε δημόσιο χώρο την “burqa” ή το “niqab”, ενδύματα δηλαδή που καλύπτουν όλο το πρόσωπο και φαίνονται μόνον τα μάτια. Η απαγορευτική αυτή ρύθμιση έχει ως στόχο την προσπάθεια ένταξης και των γυναικών αυτών στη γαλλική κοινωνία (Gesichtsverschleierungsverbote).
Η νομολογιακή αυτή θέση ενισχύεται και από την άποψη ότι μόνο δια του προσώπου (visage) επέρχεται η αναγνωρισιμότητα του ατόμου στην κοινωνία και δη στον δημόσιο χώρο, δηλαδή η κοινωνικότητα του ανθρώπου επιτυγχάνεται προεχόντως διά του προσώπου του, με το οποίο προσεγγίζει τους συνανθρώπους που έτσι τον αναγνωρίζουν και του συμπεριφέρονται αναλόγως. Αντιθέτως, η κάλυψη όλου του προσώπου απομακρύνει τον άνθρωπο από την κοινωνία και τον απομονώνει από τον περίγυρό του. Έτσι, καθίσταται αυτός α-κοινώνητος (Παραράς, Res Publica II, 2014, σελ. 25-26). Εξ αυτού του λόγου και ο Ράσμους Στόκλουντ, Υπουργός Μετανάστευσης της Δανίας, ανακοίνωσε πρόσφατα την απαγόρευση των ως άνω γυναικείων ενδυμάτων στα σχολεία και Πανεπιστήμια (Καθ. 19.12.2025, σελ. 10).
5. Στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον τα δικαστήρια οφείλουν να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες κατά ποινικού παραβάτη, έπεται ότι αυτός πρέπει να είναι δυνατόν να εντοπισθεί, ώστε να τον αναγνωρίσει το θύμα ή τρίτος ή κάποια κάμερα ασφαλείας. Η ταυτοποίηση όμως αυτή μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο δεν είναι καλυμμένο, διότι, άλλως, η απόδοση δικαιοσύνης καθίσταται αδύνατη έως πολύ δυσχερής. Άρα, η «ειρηνική συμβίωση» τείνει, και αυτή, στην ενίσχυση του κράτους δικαίου, για την απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης. Τελικά, καλύπτουν το πρόσωπο μόνον αυτοί που ενδεχομένως θέλουν να παρανομήσουν, γι’ αυτό και διαμαρτύρονται για την απαγόρευση της κουκούλας ή τη χρήση καμερών. Το α-πρόσωπο και, άρα, α-κοινώνητο άτομο μάχεται την κοινωνία, η οποία όμως είναι και γι’ αυτόν τελείως αναγκαία! Και είναι αυτός ο λόγος που δεν έχει επιτύχει η διείσδυση (εισοδισμός, entrisme) των Αδελφών Μουσουλμάνων στη γαλλική κοινωνία (πρβλ. Γ. Οικονομίδη, Οι κουκούλες πρέπει να βγουν, Καθ. 3.11.2020, επίσης, Reuters, Πολιτικό διχασμό προκαλεί η μαντίλα, Καθ. 23.5.2025).
Και εδώ γεννάται το ερώτημα: θέλουμε να ζούμε σε καθεστώς «ειρηνικής συμβίωσης», με αμοιβαίες υποχωρήσεις για την εξυπηρέτηση του κοινού καλού, ή θα επικρατήσει πλήρης ατομικισμός ή απομονωτισμός, οι λεγόμενες «κοινωνίες ατόμων», με όλες τις εντεύθεν δυσμενείς συνέπειες, (όπως έδειξε και η πρόσφατη κρίση λόγω Covid-19), υπέρ του οποίου όμως μάχεται το κίνημα των «δικαιωματιστών», χωρίς καμία ελπίδα βέβαια.
Ο Tavoillot πιστεύει, ότι οφείλουμε να ζούμε σε καθεστώς «ειρηνικής συμβίωσης» (σ. 14 και 379), τόσο στον χώρο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος π.χ. γάμος, γέννηση παιδιών, ανάπτυξη διαλόγου μεταξύ γονέων (= convivialité, σ. 255 επ.) όσο και στις διαπροσωπικές σχέσεις, στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο (σ. 385).
Εντεύθεν, εκφάνσεις αδελφοσύνης και ιδίως το περιεχόμενο της οικειοθελούς αλληλεγγύης, ενισχύουν και το κοινωνικό κράτος δικαίου. Παραμένουν, λοιπόν, κατά κανόνα, αδιατάρακτες και ηθικά υπερισχύουν οι διαπροσωπικές σχέσεις και ιδίως στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος, σε αντίθεση με τον υπερατλαντικό wokisme που είναι η ιδεολογία της διαφωνίας, κυρίως με αγώνες μεταξύ φυλών, τάξεων ή φεμινιστικών κινημάτων (σ. 144). Έτσι, η «κουλτούρα της ακύρωσης» (cancel culture), η οποία προωθεί την ολοκληρωτική σκέψη, αντιμάχεται το περιεχόμενο του “vivre ensemble”, με αύξουσα μάλιστα υπεροχή του τελευταίου.
Στην Ελλάδα, πάντως, η «πολιτική ορθότητα» και ο «wokisme», θα έλεγα ότι επιβιώνουν μόνο στον περιθωριακό χώρο. Πρβλ. Σπύρου Βλαχόπουλου, Πολιτική ορθότητα ή σύγχρονη λογοκρισία;, Ευρασία 2024, Π. Κωνσταντινίδη, Ανύπαρκτη στην Ελλάδα η woke κουλτούρα, “The books’ journal”, τεύχ. 162, Μάρτιος 2025, σελ. 16 επ.. Πρβλ. και στο πρόσφατο κείμενο του επίλεκτου δημοσιογράφου Άρη Αλεξανδρή, Αφύπνιση ή ακύρωση;, Καθ. 28.12.2025, σελ. 29.
* Ο Πέτρος Ι. Παραράς είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και Επίτιμος αντιπρόεδρος ΣτΕ
Πηγή: kathimerini.gr



