Έξι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών… Της Μιμής Βασιλάκη

44

Της Μιμής Βασιλάκη

Βενιαμίν Φραγκλίνος

Ένα από τα πλέον εμβληματικά πρόσωπα της ιδρυτικής εποχής, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ήταν διάσημος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ως άνθρωπος του Διαφωτισμού προσέγγιζε τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής του με λογική, πραγματισμό αλλά και χιούμορ. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο γλαφυρός τρόπος με τον οποίον περιέγραψε την συνάντηση –ή ορθότερα την σύγκρουση– της αναλυτικής σκέψης με την Μεγάλη Αφύπνιση:

Το 1739 έφτασε σε εμάς από την Αγγλία ο αιδεσιμότατος κ. Γουάιτφιλντ, γνωστός ως περιπλανώμενος ιεροκήρυκας. Αρχικά του επετράπη να κηρύττει σε μερικές από τις εκκλησίες μας, αλλά οι κληρικοί που τον αντιπαθούσαν σύντομα του αρνήθηκαν τον άμβωνά τους, αναγκάζοντάς τον να πηγαίνει στα χωράφια. Τα πλήθη όλων των αιρέσεων και δογμάτων που παρακολουθούσαν τα κηρύγματά του ήταν τεράστια. Καθώς βρισκόμουν ανάμεσά τους, με εντυπωσίασε η εξαιρετική επιρροή της ρητορικής του και πόσο τον θαύμαζαν και τον σέβονταν οι ακροατές, παρά το γεγονός ότι συνεχώς τους προσέβαλε, διαβεβαιώνοντάς τους ότι ήταν εκ φύσεως μισοί κτήνη και μισοί διάβολοι. Καθώς στεκόμουν στο πίσω μέρος της πολυπληθούς ομάδας, και από περιέργεια για να διαπιστώσω πόσο μακριά μπορούσε να ακουστεί, απομακρύνθηκα προς το ποτάμι. Διαπίστωσα ότι η φωνή του ακουγόταν καθαρά μέχρι που έφτασα κοντά στην οδό Φροντ, όπου ο θόρυβος του δρόμου την κάλυψε. Τότε φαντάστηκα ένα ημικύκλιο, του οποίου η ακτίνα ήταν η απόστασή μου, γεμάτο με ακροατές, στους οποίους αντιστοίχισα με δύο τετραγωνικά πόδια. Υπολόγισα ότι θα μπορούσε να ακουστεί από τριάντα χιλιάδες και πλέον. Αυτό με συμφιλίωσε με τις αναφορές των εφημερίδων ότι είχε κηρύξει σε είκοσι πέντε χιλιάδες ανθρώπους στα χωράφια, και με τις αρχαίες ιστορίες για στρατηγούς που μιλούσαν σε ολόκληρους στρατούς, για τις οποίες κάποτε είχα τις αμφιβολίες μου. Στην αρχή αποφάσισα να μην του δώσω τίποτα. Είχα στην τσέπη μου μια χούφτα χάλκινα νομίσματα, τρία ή τέσσερα ασημένια δολάρια και πέντε χρυσά. Καθώς το κήρυγμα συνεχιζόταν, άρχισα να λυγίζω και αποφάσισα να του δώσω τα χάλκινα. Μια έκφραση ρητορικής δεινότητας με έκανε να ντραπώ, και έτσι έδωσα τα ασημένια. Το τέλος ήταν τόσο υπέροχο που άδειασα ολόκληρη την τσέπη μου στο δοχείο, χρυσά και όλα.[1]

Ο Φραγκλίνος εφάρμοζε την ίδια αναλυτικότητα και στην πολιτική. Πολύ πριν οι αποικίες εξεγερθούν, είχε ήδη αναγνωρίσει τις δομικές αδυναμίες των διάσπαρτων και απομονωμένων αποικιών. Ήδη από το 1751, είχε αναδειχθεί σε εξέχοντα υποστηρικτή της ενοποίησης, προτείνοντας ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να γεφυρώσει το τεράστιο χάσμα μεταξύ των ανόμοιων αποικιών. Το όραμά του πήρε μορφή το 1754 κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Άλμπανι όταν του ανατέθηκε η οριστικοποίηση ενός επίσημου σχεδίου ένωσης. Βάσει ενός προκαταρκτικού υπομνήματος, σχεδίασε ένα εξελιγμένο, κλιμακωτό σύστημα διακυβέρνησης που προοριζόταν να βρίσκεται πάνω από τα υπάρχοντα καταστατικά των επιμέρους αποικιών. Το σχέδιο επεδίωκε μια λεπτή εξισορρόπηση: διατηρούσε τα νόμιμα δικαιώματα του λαού δημιουργώντας ένα Μεγάλο Συμβούλιο αποτελούμενο από αντιπροσώπους που εκλέγονταν απευθείας από τις αποικίες, ενώ παράλληλα αναγνώριζε το βασιλικό προνόμιο μέσω ενός Γενικού Προέδρου διορισμένου από το Στέμμα.

Όταν οι συνθήκες ωρίμασαν και η ρήξη με τη Μεγάλη Βρετανία έγινε οριστική, ο Φραγκλίνος συνεργάστηκε στενά με τον Τόμας Τζέφερσον και τον Τζον Άνταμς για τη βελτίωση και την οριστικοποίηση του ιστορικού κειμένου της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Φραγκλίνος επιμελήθηκε το προσχέδιο, παρεμβαίνοντας για να διαγράψει ρητορικές εξάρσεις και φράσεις που θεωρούσε υπερβολικές, συναισθηματικές ή αντιπαραγωγικές για τον διπλωματικό σκοπό του εθνικού μηνύματος.

Κατά την διάρκεια του πολέμου ο Φραγκλίνος επιστράτευε τον ορθολογισμό του μετατρέποντας τις στρατιωτικές ελλείψεις σε ευκαιρίες για μαθηματικούς υπολογισμούς. Αρχικά οι Αμερικανοί πολεμούσαν με δόρατα και τσεκούρια. Εκείνος υποστήριξε ότι η χρήση τόξων μπορεί να μην ήταν και τόσο τραγική, αφού υπολόγισε πως ένας στρατιώτης μπορούσε να εκτοξεύσει τέσσερα βέλη στον χρόνο που χρειαζόταν για να γεμίσει ένα όπλο.[2] Την ίδια εφευρετικότητα επέδειξε σε μια προσπάθεια να επηρεάσει την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εναντίον των Βρετανών: έγραψε μια πλαστή επιστολή, στην οποία ένας Βρετανός αξιωματικός ισχυριζόταν ότι είχε στείλει σκαλπ Αμερικανών ως τρόπαια στον κυβερνήτη του Καναδά.[3] Ο Φραγκλίνος επινόησε μάλιστα μια λεπτομερή ταξινόμηση: «29 μικρά βρέφη», «18 αγρότες», «14 σύζυγοι». Φυσικά ήταν όλα ψέματα, αλλά το γραφειοκρατικό ύφος της επιστολής ήταν τόσο πειστικό που πολλοί Ευρωπαίοι το πίστεψαν. Αργότερα ομολογώντας την απάτη είπε ότι έπραξε όπως όριζε το «πατριωτικό καθήκον».

Όμως, ίσως η πιο καθοριστική συνεισφορά του ήταν στο εξωτερικό. Όταν η είδηση της μάχης της Σαρατόγκα έφτασε στην Ευρώπη, ο Φραγκλίνος υπηρετούσε ως Αμερικανός πρέσβης στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία, απέδειξε πως, ανάμεσα στα πολλά του ταλέντα, διέθετε και εκείνο της αυτοπροβολής, αφού, παρά την εξαιρετική του καλλιέργεια, υποδυόταν με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία τον ρόλο τού «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι». Έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η εκλεπτυσμένη γαλλική Αυλή έτρεφε ρομαντικές φαντασιώσεις για τους Αμερικανούς ως αδιάφθορους, απλούς ανθρώπους της υπαίθρου, ο Φραγκλίνος μεταμορφώθηκε σκόπιμα σε σύμβολο του αυθεντικού, ανεπιτήδευτου στοχαστή της αμερικανικής Άγριας Δύσης, ντυμένου με απλά ρούχα και γούνινο σκούφο. Η γαλλική κοινωνία τον λάτρεψε. Το πρόσωπό του χαράχθηκε σε μενταγιόν, πιάτα και αμέτρητα πορτρέτα, μέχρι που έγινε τόσο γνωστό «όσο και το φεγγάρι». Η τεράστια δημοφιλία του τού επέτρεψε να εξασφαλίσει την κρίσιμη γαλλική στρατιωτική και οικονομική συμμαχία, η οποία δικαίωσε τον αμερικανικό αγώνα και εγγυήθηκε την επιβίωση της νεαρής δημοκρατίας. Ο Φραγκλίνος ήξερε σίγουρα πώς να απολαμβάνει τη ζωή εκεί. Το Κογκρέσο έστειλε τον μάλλον πουριτανό Τζον Άνταμς να τον επιτηρεί γιατί, στην ηλικία των εβδομήντα ετών, συνέχιζε να γοητεύει τις κυρίες και οι κυρίες εκείνον.[4]


Τζορτζ Ουάσιγκτον

 Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον υπήρξε κεντρική και καθοριστική προσωπικότητα τόσο κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης όσο και κατά τα ιδρυτικά χρόνια της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Πολύ πριν οι ιστορικοί αρχίσουν να μελετούν τα γεγονότα εκείνης της εποχής, ο Ουάσιγκτον είχε ήδη γίνει ζωντανός θρύλος, γνωστός ως «Πατέρας του Έθνους» πριν καν αυτό γεννηθεί. Η ιστορική μνήμη τείνει να τον περιορίζει σε ένα αφηρημένο, μαρμάρινο σύμβολο, όμως ήταν ένας βαθιά φιλόδοξος, πολιτικά διορατικός ηγέτης με συγκεκριμένες ιδέες και ιδανικά.

sel24

Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον και ο προσωπικός του υπηρέτης Ουίλιαμ Λι, από τον Τζον Τράμπουλ, 1780, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, Νέα Υόρκη. Ο Λι εμφανίζεται με εξωτικό τουρμπάνι σύμφωνα με τα καλλιτεχνικές συμβάσεις της εποχής, αλλά στην πραγματικότητα φορούσε στρατιωτική στολή. Η στενή σχέση των δύο ανδρών επηρέασε βαθιά τις απόψεις του Ουάσιγκτον για τον θεσμό της δουλείας.

Η συμμετοχή του Ουάσιγκτον στον Γαλλοϊνδιανικό Πόλεμο του προσέφερε πολύτιμη εμπειρία στον βρετανικό στρατό. Όταν το Ηπειρωτικό Κογκρέσο συζητούσε τον διορισμό αρχιστράτηγου για τον Ηπειρωτικό Στρατό, εκείνος εξασφάλισε το προβάδισμα, υποδηλώνοντας μεθοδευμένα με τη στάση του, χωρίς να πει λέξη, ότι ως ευγενής από τη Βιρτζίνια, αποτελούσε την ιδανική επιλογή για την εξισορρόπηση των περιφερειακών συμφερόντων.

Σύμφωνα με όλες της μαρτυρίες, ο Ουάσιγκτον ήταν μια επιβλητική προσωπικότητα, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Η φυσική του παρουσία ήταν καθηλωτική: εξαιρετικά ψηλός, μεγαλόσωμος και δυνατός, διατηρούσε μια σωματική χάρη που εξέπεμπε ηγετική αύρα. Πέρα από τα φυσικά του χαρίσματα, ο Ουάσιγκτον είχε καλλιεργήσει με σχολαστικότητα και ακρίβεια την δημόσια εικόνα του. Σε μια εποχή που απαιτούσε από έναν τζέντλεμαν απόλυτη αυτοσυγκράτηση, επέβαλλε στον εαυτό του έναν αξιοθαύμαστο έλεγχο. Αυτή η αυστηρή αυτοκυριαρχία απαιτούσε μια διαρκή εσωτερική μάχη, καθώς στην πραγματικότητα έκρυβε έναν τρομακτικό θυμό που όταν περιστασιακά ξεσπούσε, σκορπούσε τρόμο στους γύρω του.

Η αξιοπρέπεια που ενέπνεε, αλλά και απαιτούσε, επεκτεινόταν ακόμη και στον εχθρό. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Βρετανός στρατηγός Χάου τού απέστειλε μια επιστολή προσφωνώντας τον εσκεμμένα «Κύριο Τζορτζ Ουάσιγκτον» για να τον υποτιμήσει. Ο Ουάσιγκτον αρνήθηκε κατηγορηματικά να την παραλάβει, επιμένοντας ότι δεν απευθυνόταν στον ίδιον, αφού δεν ανέφερε τον τίτλο του «Στρατηγού». Όταν επεστράφη, ο Χάου πρόσθεσε τη σημείωση «κ.λπ., κ.λπ.» για να καλύψει τους τίτλους που έλειπαν. Εμμένοντας στις αρχές του, ο Ουάσιγκτον ξεκαθάρισε ότι αυτή η συντομογραφία δεν υπονοούσε σεβασμό και απέρριψε το μήνυμα για δεύτερη φορά.[5]

Ωστόσο, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ουάσιγκτον ήταν ότι κέρδισε την εμπιστοσύνη ενός λαού που τρομοκρατούνταν από την πιθανότητα μιας τυραννίας. Αναλαμβάνοντας να οργανώσει έναν στρατό πειθαρχημένο, αλλά απόλυτα υποταγμένο στην πολιτική εξουσία, ο Ουάσιγκτον έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αποδείξει ότι δεν επεδίωκε την δύναμη, αλλά την αποδεχόταν ως καθήκον. Μόλις διορίστηκε Αρχιστράτηγος, ανακοίνωσε στο Κογκρέσο ότι θα υπηρετήσει αμισθί, για να μην αφήσει την παραμικρή υπόνοια προσωπικού κέρδους. Επιπλέον, όταν το Επαρχιακό Κογκρέσο της Νέας Υόρκης του υπενθύμισε γραπτώς την υποχρέωση να παραιτηθεί μετά τον πόλεμο, ο Ουάσιγκτον δημοσίευσε μια υποδειγματική απάντηση στις εφημερίδες, καθησυχάζοντας το κοινό ότι η στρατιωτική του ιδιότητα δεν παραμέριζε εκείνη του πολίτη και ότι λαχταρούσε την επιστροφή του στην ιδιωτική ζωή.

Ως στρατηγός, ο Ουάσιγκτον έμεινε στην ιστορία για έναν χαρακτηριστικό ελιγμό: την στρατηγική υποχώρηση. Αντί να εμπλακεί με τους Βρετανούς υπό δυσμενείς συνθήκες, απέσυρε συνεχώς τον στρατό του, γεγονός που απογοήτευε την κοινή γνώμη αλλά διασφάλιζε την επιβίωση των δυνάμεών του. Παράλληλα εκμεταλλευόταν τον αιφνιδιασμό σε κρίσιμες στιγμές, όπως στην επίθεση στο Τρέντον, όπου συνέλαβε 900 αιχμαλώτους από τη γερμανική φρουρά με απώλεια μόνο τεσσάρων ανδρών.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε, ο Ουάσιγκτον προέβη σε μια κίνηση αναμφίβολα συγκλονιστική: παραιτήθηκε από το στρατιωτικό του αξίωμα και επέστρεψε στο κτήμα του στο Μάουντ Βέρνον. Αυτή η παράδοση της διοίκησης, τη στιγμή που όλοι περίμεναν ότι ένας νικηφόρος στρατηγός θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία, εξέπληξε τους παρατηρητές παγκοσμίως και τον καθιέρωσε ως τον απόλυτο θεματοφύλακά της. Κατά έναν τρόπο ο Ουάσιγκτον τελειοποίησε την τέχνη της εξουσίας παραχωρώντας την.

Μετά την αποστρατεία του, ασχολήθηκε ενεργά με την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη του έθνους, υποστηρίζοντας την κατασκευή ενός έργου στον ποταμό Πότομακ για τη σύνδεση της περιοχής με την ενδοχώρα. Το 1785, κάλεσε επιτρόπους από το Μέριλαντ και τη Βιρτζίνια στο Μάουντ Βέρνον για να συζητήσουν θέματα ναυσιπλοΐας και εμπορίου. Αυτή η ανεπίσημη συνάντηση –γνωστή ως Διάσκεψη του Μάουντ Βέρνον– πυροδότησε ακούσια μια αλυσίδα γεγονότων που, παρακάμπτοντας τις διαπολιτειακές εντάσεις, άνοιξε τον δρόμο για τη σύγκληση της Συνταγματικής Συνέλευσης.

Όταν η Συνέλευση τελικά συγκροτήθηκε, ο Ουάσιγκτον ανέλαβε την προεδρία της, επιβάλλοντας απόλυτη μυστικότητα στις εργασίες. Μια ιστορία από τις σημειώσεις του εκπροσώπου Ουίλιαμ Πιρς[6] είναι αποκαλυπτική: κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης κάποιος βρήκε μια χαμένη σελίδα με σημειώσεις στο πάτωμα και την παρέδωσε στον Ουάσιγκτον. Στο τέλος της ημέρας εκείνος σηκώθηκε και είπε: «Κύριοι, λυπάμαι που διαπιστώνω ότι ένα μέλος αυτού του Σώματος ήταν τόσο αμελής με τα μυστικά της Συνέλευσης, ώστε να αφήσει στο κτίριο της Βουλής ένα αντίγραφο των εργασιών της, το οποίο τυχαία βρέθηκε και μου παραδόθηκε σήμερα το πρωί. Πρέπει να παρακαλέσω τους κυρίους να είναι πιο προσεκτικοί, για να μην αναστατώσουν την ηρεμία του κοινού οι πρόωρες τοποθετήσεις μας με την δημοσίευσή τους στις εφημερίδες. Δεν ξέρω σε ποιον ανήκει το έγγραφο αλλά εδώ είναι», και πετώντας το πάνω στο τραπέζι πρόσθεσε: «Ας το πάρει όποιος το έχει χάσει». Σύμφωνα με τον Πιρς, ο Ουάσιγκτον πήρε το καπέλο του, υποκλίθηκε και έφυγε από την αίθουσα, «με μια αξιοπρέπεια τόσο αυστηρή που όλοι τρόμαξαν». Αμέσως όλοι άρχισαν να ελέγχουν τις τσέπες τους ελπίζοντας να μην είναι αυτοί που έχασαν τις σημειώσεις τους. Όταν ο Πιρς διαπίστωσε με τρόμο ότι είχε χάσει τις σημειώσεις του, πλησίασε να δει το χαρτί που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και διαπίστωσε ότι δεν ήταν δικό του, προς μεγάλη του ανακούφιση, παρ’ όλο που αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν ένας, αλλά δύο οι εκπρόσωποι που είχαν χάσει τις σημειώσεις τους. Όπως λέει ο Πιρς, η επίπληξη του Ουάσιγκτον ήταν τόσο αποθαρρυντική που κανείς δεν τόλμησε να πάρει τη σελίδα από το τραπέζι.

Όταν η κυβέρνηση υπό το νέο Σύνταγμα ξεκίνησε τελικά τη λειτουργία της, ο Ουάσιγκτον συμμεριζόταν την έντονη αγωνία των ομολόγων του και εκμυστηρευόταν ότι ένιωθε σαν να «περπατά σε σαθρό έδαφος», φοβούμενος ότι το μεγάλο εθνικό πείραμα θα κατέρρεε κάτω από τα πόδια του. Ωστόσο η επιβλητική παρουσία του ήταν πάντα πιο ισχυρή από κάθε φόβο, είτε αυτός αφορούσε την κοινή ανησυχία για την τύχη του έθνους, είτε τον σεβασμό που ο ίδιος ενέπνεε στους άλλους. Σύμφωνα με μια ανεπιβεβαίωτη ιστορία (ή μύθο) από την εποχή της προεδρίας του[7], κατά την διάρκεια μιας δεξίωσης ο Αλεξάντερ Χάμιλτον είπε στον Γκουβερνέρ Μόρις[8]: «Στοιχηματίζω ένα δείπνο ότι δεν τολμάς να πας στον Ουάσιγκτον, να τον χτυπήσεις στην πλάτη και να του πεις: «Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω, κύριε Πρόεδρε». Ο Μόρις δέχθηκε το στοίχημα, πλησίασε τον Ουάσιγκτον, τον χτύπησε στην πλάτη και είπε «χαίρομαι πολύ που σας βλέπω, Στρατηγέ». Αργότερα περιγράφοντας στον Χάμιλτον το διαπεραστικό βλέμμα που εισέπραξε ομολόγησε ότι ήθελε απλώς να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί: «Ναι, κέρδισα το στοίχημα αλλά δεν άξιζε τον κόπο».

 
Τζον Άνταμς

 Ο Τζον Άνταμς υπήρξε ένας από τους κύριους κινητήριους μοχλούς της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, αλλά ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του, η χρονική συγκυρία και ο τρόπος με τον οποίο συνέβαλε στη διαμόρφωση των θεμελιωδών αρχών της δημοκρατίας τον έκαναν λιγότερο «διάσημο» σε σύγκριση με άλλους ιδρυτικούς πατέρες. Ήταν καυστικός, εκφραζόταν σε έντονα αιχμηρή γλώσσα και συχνά γινόταν εξαιρετικά αστείος, χωρίς καν να το επιδιώκει. Απότομος αλλά βαθιά παρατηρητικός συνέβαλε στην Επανάσταση με μια πολύπλοκη κατανόηση της νέας πραγματικότητας. Αντί να βλέπει τη σύγκρουση ως ένα απλό ζήτημα στρατιωτικής εμπλοκής, ο Άνταμς αντιλαμβανόταν ότι η πραγματική Επανάσταση δεν είχε σχέση με τον πόλεμο, ο οποίος ήταν συνέπεια ενός βαθέος μετασχηματισμού στη συνείδηση του λαού των αποικιών. Κατά την άποψή του, αυτή η μεταστροφή –όπου μεταξύ 1760 και 1775, πολύ πριν χυθεί αίμα στο Λέξινγκτον, μακροχρόνιοι πιστοί Βρετανοί υπήκοοι μεταμορφώθηκαν σταδιακά σε οργισμένους επαναστάτες– αντιπροσώπευε ένα ριζοσπαστικό και τολμηρό πείραμα για τη δημιουργία μιας δημοκρατίας.

sel23

Πορτρέτο του Τζον Άνταμς, από τον Ναθάνιελ Κάριερ, περ. 1840, Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων, Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Ως εξέχων ηγέτης της Μασαχουσέτης, ο Άνταμς συμμετείχε ενεργά στα πρώτα στάδια της διαποικιακής διακυβέρνησης, υπηρετώντας ως αντιπρόσωπος στο Ηπειρωτικό Κογκρέσο. Έβλεπε τον ρόλο της αντιπροσωπίας του με τη σοβαρότητα διπλωμάτη, αποκαλώντας την «πρεσβεία μας» σε μια συνέλευση που ήλπιζε ότι θα γινόταν εργαστήριο για τους μελλοντικούς Αμερικανούς πολιτικούς. Όσο βρισκόταν εκεί, ο Άνταμς συζητούσε μεθοδικά με τους εκπροσώπους των άλλων περιοχών εξετάζοντας τους τοπικούς τους νόμους, τα καταστατικά και τις δομές διακυβέρνησης προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα τις ξεχωριστές, συχνά ξένες συνήθειες των διαφορετικών αποικιών.

Η νομική και πολιτική του σκέψη επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τα θεμελιώδη κείμενα της Επανάστασης. Μετά τη Σφαγή της Βοστώνης, ο Άνταμς αποτύπωσε την αυξανόμενη αποξένωση των αποικιών από το Στέμμα σε μια σειρά άρθρων στην Boston Gazette, περιγράφοντας το Κοινοβούλιο ως «ξένους» που διεκδικούσαν αυθαίρετα την εξουσία να τις κυβερνούν. Αργότερα συμμετείχε στην επιτροπή του Πρώτου Ηπειρωτικού Κογκρέσου για τη σύνταξη της Διακήρυξης και των Ψηφισμάτων (Declaration and Resolves), επισημαίνοντας ότι η μεγαλύτερη πρόκληση της διαδικασίας βρισκόταν στον ακριβή καθορισμό των ορίων της κοινοβουλευτικής εξουσίας. Όταν η Μεγάλη Βρετανία απάντησε με τον Απαγορευτικό Νόμο του 1775 (“Prohibitory Act”), διακόπτοντας το εμπόριο και αφαιρώντας από τα αμερικανικά πλοία τη βρετανική προστασία, ο Άνταμς τη χαρακτήρισε ως την πραγματική αφετηρία της ρήξης καθώς η επιθετικότητα του Βασιλιά είχε ουσιαστικά επιβάλει την ανεξαρτησία στις αποικίες παρά τις συνεχείς εκκλήσεις τους για συμφιλίωση.

Με την συγκρότηση της επιτροπής για την ανεξαρτησία τον Ιούνιο του 1776, ο Άνταμς εκλέχθηκε μαζί με τον Τόμας Τζέφερσον στην υποεπιτροπή σύνταξης του ιστορικού κειμένου. Με επίγνωση της πολιτικής του θέσης, ο Άνταμς επέμεινε να αναλάβει ο Τζέφερσον το προσχέδιο, κρίνοντας ρεαλιστικά ότι ένας πολιτικός από τη Βιρτζίνια έπρεπε να ηγηθεί της προσπάθειας, ενώ αναγνώριζε ότι ο ίδιος ήταν υπερβολικά αντιπαθής, ύποπτος και αντιδημοφιλής. Παράλληλα παραδεχόταν ότι η γραφή του Τζέφερσον διέθετε σαφώς περισσότερη κομψότητα και δύναμη.

Ο Άνταμς επέδειξε το ίδιο πάθος για τη δομή των νέων πολιτειακών κυβερνήσεων. Η βαθιά του αφοσίωση στον συνταγματικό σχεδιασμό αποτυπώθηκε τον Απρίλιο του 1776 στο επιδραστικό του κείμενο, Thoughts on Government [Σκέψεις περί διακυβέρνησης]. Το έργο αυτό γράφτηκε εν μέρει ως απάντηση στο Common Sense του Τόμας Πέιν. Συγκεκριμένα, η περιγραφή μιας κυβέρνησης εκτός του βρετανικού συνταγματικού πλαισίου στο τρίτο κεφάλαιο εξόργιζε τον Άνταμς. Θεωρώντας την πρόταση του Πέιν για ένα ενιαίο νομοθετικό σώμα χωρίς ανεξάρτητη εκτελεστική εξουσία εντελώς ανέφικτη, ο Άνταμς υπερασπίστηκε σθεναρά την αγγλική συνταγματική παράδοση της διάκρισης των εξουσιών. Για εκείνον, οι υπεύθυνοι νομοθέτες όφειλαν να λαμβάνουν υπόψη την πραγματικότητα σχεδιάζοντας εφαρμόσιμες πολιτικές· η δε περιφρόνησή του για το σχέδιο του Πέιν συνοψιζόταν στη φράση: «μια φτωχή, αδαής, κακόβουλη, μυωπική, άθλια μάζα».[9]

Για παρόμοιους λόγους ο Άνταμς –όπως και ο Τζέφερσον– περιφρονούσε την Πολιτεία του Πλάτωνα. Θεωρούσε τον αρχαίο φιλόσοφο ανεύθυνο και απεχθανόταν την θεωρητική του ενασχόληση με πολιτικά ιδανικά χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη την εφαρμογή τους στην πραγματική ζωή. Ισχυριζόταν ειρωνικά ότι είχε αποκομίσει μόνο δύο πράγματα από το έργο: πρώτον, ότι ο Φραγκλίνος είχε οικειοποιηθεί την πλατωνική ιδέα της ηθικής διαπαιδαγώγησης μέσω αλληγοριών χωρίς να αναφέρει την πηγή και, δεύτερον, ότι ένα φτέρνισμα μπορεί να θεραπεύσει τον λόξιγκα, μια μέθοδο που εφάρμοζε με επιτυχία για τριάντα χρόνια στον εαυτό του και στους φίλους του με μια πρέζα καπνού.[10]

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Γερουσία το 1789 για τον επίσημο τίτλο του ηγέτη του νέου κράτους, κάποιος πρότεινε: «Γιατί να μην τον ονομάσουμε Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών;». Η πρόταση αυτή τρόμαξε τόσο τον Άνταμς, που αναφώνησε ταραγμένος: «Για τον Θεό, υπάρχουν πρόεδροι ακόμα και σε συλλόγους κρίκετ! Τι θα πουν οι απλοί άνθρωποι των ξένων χωρών; Τι θα πουν οι ναύτες και οι στρατιώτες; Ο Τζορτζ Ουάσιγκτον, Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών; Θα τον περιφρονήσουν για πάντα». Συνηθισμένος σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν τίτλοι όπως «Αυτού Μεγαλειότης» και «Προστάτης του Βασιλείου», ο Άνταμς θεώρησε τον όρο «Πρόεδρος» αδιανόητα ταπεινό. Στο μυαλό του, η νέα δημοκρατία όφειλε να υιοθετήσει έναν τίτλο που να αποπνέει κύρος και να στέκεται επάξια δίπλα στις καθιερωμένες μοναρχίες της Ευρώπης.[11]

Πάντα ευαίσθητος και με μία δόση ζήλιας, ο Άνταμς δυσανασχετούσε με την τεράστια δημοτικότητα του Ουάσιγκτον, θεωρώντας τον λιγότερο μορφωμένο από τον ίδιο. Σε μια επιστολή του κατέγραψε «δέκα ταλέντα» που καθιστούσαν τον Ουάσιγκτον σπουδαίο, κανένα εκ των οποίων δεν σχετιζόταν με την μόρφωση, το διάβασμα ή το γράψιμο: ένα όμορφο πρόσωπο – ένα ταλέντο που, όπως σημείωνε, έχει αποδειχθεί πολύτιμο αναρίθμητες φορές στην ιστορία· ψηλό ανάστημα, σαν τον βασιλιά των Εβραίων που επιλέχθηκε επειδή ξεχώριζε σε ύψος· κομψή σιλουέτα· χαριτωμένες κινήσεις και πόζες· τεράστια περιουσία η οποία εντυπωσιάζει όσο λίγα πράγματα μετά από μάχες και νίκες· καταγωγή από τη Βιρτζίνια που ισοδυναμούσε με πέντε ταλέντα μαζί· προηγούμενες στρατιωτικές δοκιμασίες και κακομεταχείριση από τους Άγγλους που προκαλούσαν την συμπάθεια των Αμερικανών· το χάρισμα της σιωπής – ένα προσόν που ο Άνταμς εκτιμούσε επειδή ο ίδιος το στερούνταν· μεγάλη αυτοκυριαρχία, που απαιτούσε συνεχή προσπάθεια για την διατήρηση της ψυχραιμίας του· η αγάπη και ο φόβος του κόσμου όταν τελικά έχανε την ψυχραιμία του.[12]

Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Άνταμς παρέμεινε προσηλωμένος στην ιστορική αλήθεια πασχίζοντας να καταρρίψει τους εξιδανικευμένους μύθους γύρω από την ιδρυτική εποχή. Στην εκτενή αλληλογραφία του με τον Τόμας Τζέφερσον και ξένους ανταποκριτές, υπενθύμιζε συνεχώς στις νεότερες γενιές ότι η Επανάσταση δεν ήταν μια χρυσή εποχή ομόφωνου πατριωτισμού. Επέμενε ότι κάθε μέτρο που ψήφισε το Κογκρέσο από το 1774 έως το 1787 αμφισβητήθηκε έντονα και εγκρίθηκε με οριακές πλειοψηφίες. Θυμόταν τους συναδέλφους του να υπογράφουν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας με βαριά καρδιά, τεράστιες αμφιβολίες, ακόμη και μετανιώνοντας. Επιπλέον, ο Άνταμς αρνούνταν την ρομαντικοποίηση του πολέμου. Παραδεχόταν ότι οι άπειροι άποικοι είχαν κάνει τραγικά λάθη στο Λέξινγκτον, στο Μπάνκερ Χιλ και σχεδόν σε κάθε πεδίο μάχης, με ελάχιστους θριάμβους όπως στη Σαρατόγκα και το Γιορκτάουν να αντισταθμίζουν τα συστημικά τους λάθη. Προειδοποιούσε ότι οι μελλοντικές ιστορίες της Επανάστασης πιθανότατα θα μετατρέπονταν σε ένα ψευδές αφήγημα, συμπυκνώνοντας ένα περίπλοκο και ατελές εγχείρημα στον εξής μύθο: ότι ο Φραγκλίνος χτύπησε τη γη με ένα μαγικό ραβδί και από μέσα ξεπήδησε ο στρατηγός Ουάσιγκτον.

 
Τόμας Τζέφερσον

Η συνεισφορά του Τόμας Τζέφερσον στην ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών χαρακτηρίστηκε από την βαθιά επεξεργασία των θεμελιωδών αρχών του Διαφωτισμού τις οποίες ενσωμάτωσε σε πολιτική στρατηγική για την εγκαθίδρυση μιας νέας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Η πολιτική κοσμοθεωρία του Τζέφερσον συμπυκνωνόταν στην πνευματική τριάδα των πορτρέτων που κοσμούσε το σαλόνι του: τον Φράνσις Μπέικον, τον Ισαάκ Νεύτωνα και τον Τζον Λοκ. Από αυτούς αντλούσε την πεποίθηση ότι η ανθρώπινη λογική μπορούσε να αποκαλύψει τους φυσικούς νόμους και να τους θεμελιώσει σε θεσμούς που εγγυώνται την ανθρώπινη ελευθερία.

sel20

Πορτρέτο του Τόμας Τζέφερσον από τον Μέδερ Μπράουν, 1786, Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων, Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Όταν το Ηπειρωτικό Κογκρέσο ανέθεσε στον Τζέφερσον την σύνταξη της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας στη Φιλαδέλφεια (Ιούνιος 1776) του έδωσε προθεσμία δύο εβδομάδων. Σύμφωνα με τον Τζον Άνταμς, επελέγη λόγω της φήμης του και της «ιδιαίτερης ευχέρειάς του στον λόγο». Ο Τζέφερσον στράφηκε στο προηγούμενο συγγραφικό του έργο, αντλώντας υλικό από τα προσχέδιά του για το Σύνταγμα και τη Διακήρυξη Δικαιωμάτων της Βιρτζίνια και συμπεριέλαβε σκόπιμα παράπονα από άλλες αποικίες, για να διασφαλίσει ότι το έγγραφο εξέφραζε την ενιαία αποικιακή βούληση. Το προοίμιο θεωρούνταν απλώς εισαγωγή και η πραγματική ουσία ήταν οι κατηγορίες εναντίον του Βασιλιά που τεκμηρίωναν ότι είχε «εκθρονίσει» τον εαυτό του.

Το προσχέδιο υποβλήθηκε για επιμέλεια στην επιτροπή του Κογκρέσου. Παρ’ όλο που η διαδικασία ήταν σύντομη, ο Τζέφερσον υπέφερε παρακολουθώντας το κείμενό του να κατακρεουργείται. Καθόταν σε μια γωνία της αίθουσας κάνοντας μορφασμούς σε κάθε αλλαγή ή περικοπή. Ο Φραγκλίνος «αντιλήφθηκε ότι δεν ήμουν αδιάφορος σε αυτούς τους ακρωτηριασμούς», όπως σημείωσε αργότερα ο Τζέφερσον. Για να τον παρηγορήσει αποσπώντας του την προσοχή ο Φραγκλίνος του διηγήθηκε μια ιστορία, την οποία ο Τζέφερσον κατέγραψε[13]. Η ιστορία έχει ως εξής:

Ένας κύριος Τζον Τόμσον ήθελε να ανοίξει ένα κατάστημα που να πουλάει καπέλα και ήθελε να κρεμάσει μια πινακίδα πάνω από την πόρτα. Η πινακίδα θα έγραφε «Τζον Τόμσον, Πιλοποιός, κατασκευάζει και πουλά καπέλα τοις μετρητοίς», και από κάτω θα έβαζε την εικόνα ενός καπέλου. Έδειξε την πινακίδα σε κάποιους φίλους για να πάρει την γνώμη τους. Ο πρώτος του λέει «δεν χρειάζεσαι τη λέξη “πιλοποιός”» αφού προφανώς, αν φτιάχνεις και πουλάς καπέλα, είσαι πιλοποιός. Οπότε μπορείς να αφαιρέσεις τη λέξη “πιλοποιός”». Και ο επόμενος του λέει: «Χρειάζεται πραγματικά να πεις “κατασκευάζει καπέλα”; Προφανώς, είναι καπέλα. Δεν χρειάζεσαι τη λέξη “κατασκευάζει”. Μπορείς να αφαιρέσεις τη λέξη “κατασκευάζει”, είναι περιττή». Ένας τρίτος λέει: «Γιατί χρειάζεται να πεις «τοις μετρητοίς»; Θα χαρίσεις τα καπέλα; Μπορείς να αφαιρέσεις το “ τοις μετρητοίς”». Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που στο τέλος η πινακίδα έγραφε μόνο «Τζον Τόμσον» και από κάτω είχε την εικόνα ενός καπέλου. Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας σύμφωνα με τον Φραγκλίνο: «Όποτε ήταν στο χέρι μου, απέφευγα να είμαι συντάκτης εγγράφων που θα εξετάζονταν από κάποια δημόσια επιτροπή».

Ορισμένες περικοπές ήταν οριστικές. Μια τέτοια χαρακτηριστική και μοιραία περίπτωση ήταν η παράγραφος που κατηγορούσε τον Βασιλιά για την επιβολή του διατλαντικού εμπορίου σκλάβων, την οποία το Κογκρέσο αφαίρεσε. Έτσι υπήρχε μια εσωτερική αντίφαση: κατηγορούσαν τον Βασιλιά για την εισαγωγή της δουλείας και στη συνέχεια τον καταδίκαζαν επειδή υποσχόταν ελευθερία στους σκλάβους που θα στρέφονταν εναντίον των Αμερικανών αφεντικών τους. Οι συνέπειες της απάλειψης έμελλε να είναι οδυνηρές.

Κατά τη δεκαετία του 1780, ο Τζέφερσον εργάστηκε εντατικά για να συστήσει το νέο αμερικανικό πολίτευμα σε ξένα ακροατήρια, κυρίως στους Γάλλους. Στο Notes on the State of Virginia [Σημειώσεις για την Πολιτεία της Βιρτζίνιας], που αρχικά δεν προοριζόταν για Αμερικανούς αναγνώστες, προσέφερε ωμές αξιολογήσεις για τις πολιτείες και τους περιφερειακούς χαρακτήρες τους. Από αυστηρά γεωργική σκοπιά, υποστήριξε ότι οι ανεξάρτητοι αγρότες ήταν οι πολίτες με την περισσότερη ακεραιότητα, σε αντίθεση με τους εμπόρους των λιμανιών – μια κρίση που αντανακλούσε την εχθρότητά του απέναντι σε εμπορικές πολιτείες όπως το Ρόουντ Άιλαντ. Ως πολιτικός από την Βιρτζίνια παρατήρησε επίσης τις εγχώριες επιπτώσεις της δουλείας: η δυναμική κυρίου-δούλου αποτελούσε μια «διαρκή εκδήλωση των πιο ακόλαστων παθών» που διέφθειρε θεμελιωδώς τους τρόπους, τα ήθη και τους νέους της ελίτ του Νότου.

Ο Τζέφερσον για αρκετό διάστημα παρακολουθούσε τις εξελίξεις από τη διπλωματική του θέση στη Γαλλία. Προφυλαγμένος από την φθορά που υφίσταντο οι συνάδελφοί του στις καθημερινές πολιτικές μάχες μπορούσε να διατηρεί μια καθαρά θεωρητική προσέγγιση στη διακυβέρνηση. Στις αρχές του 1790, ο Τζέφερσον υποστήριξε ότι καμία γενιά δεν θα πρέπει να δεσμεύεται από τις ενέργειες της προηγούμενης. Διακηρύσσοντας ότι «η γη ανήκει… στους ζωντανούς», υπολόγισε μαθηματικά ότι μια πολιτική γενιά διαρκούσε ακριβώς δεκαεννέα χρόνια και πρότεινε την αντίστοιχη αυτόματη λήξη και ανασύνταξη του Συντάγματος ώστε το «νεκρό χέρι» του παρελθόντος να μην βαραίνει το παρόν.

Βλέποντας τη μετατόπιση των πολιτικών ρευμάτων ως απαραίτητη για τη διατήρηση των ιδανικών της ιδρυτικής εποχής, ο Τζέφερσον χαρακτήρισε τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές του 1800 ως μια πραγματική Επανάσταση αντίστοιχη του 1776. Πίστευε ακράδαντα ότι το νόημα του πολέμου ήταν η επιτυχής εφαρμογή μιας καλής κυβέρνησης, προειδοποιώντας ότι ένα κακό σύστημα στο εσωτερικό δεν θα διέφερε από την κακή κυβέρνηση που προσέφερε το Στέμμα. Αυτή η προσήλωση στην καλή διακυβέρνηση εκφραζόταν και στον σκεπτικισμό απέναντι στην άμεση δημοκρατία, απηχώντας την αγωνία των ιδρυτών που την εξίσωναν με την οχλοκρατία. Για τον Τζέφερσον η άμεση δημοκρατία ήταν ανέφικτη πέρα από τα όρια μιας πόλης, σε αντίθεση με το αντιπροσωπευτικό σύστημα το οποία θεωρούσε αναγκαίο για την εθνική πρόοδο. Στο ίδιο πλαίσιο περιφρονούσε τους πολιτικούς που στερούνταν πνευματικού βάθους. Για παράδειγμα, αντιπαθούσε τον Πάτρικ Χένρι αν και αναγνώριζε την ικανότητά του να συνεπαίρνει τα πλήθη – ο ίδιος στερούνταν ρητορικής δεινότητας. Μετά την απόσυρσή του από την πολιτική και βλέποντας την γενιά των ιδρυτών να μυθοποιείται, ο Τζέφερσον αλληλογραφούσε ακατάπαυστα για να υπενθυμίσει ότι η δημοκρατία δεν ήταν έργο ηρώων ή θεϊκής παρέμβασης αλλά προϊόν ανθρώπινων αποφάσεων.

Το τελευταίο μεγάλο εγχείρημα του Τζέφερσον ήταν η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνιας, του πρώτου κοσμικού πανεπιστημίου.[14] Όμως τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του πολλοί φοιτητές έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για το ποτό και τον τζόγο περνώντας τον χρόνο τους παρελαύνοντας καβάλα στα άλογά τους και πυροβολώντας στον αέρα.[15] Ο Τζέφερσον συγκάλεσε συνέλευση έχοντας στο πλευρό του τον Τζέιμς Μονρόε και τον Τζέιμς Μάντισον. Θα φανταζόταν κανείς ότι η παρέμβαση τριών πρώην προέδρων θα αρκούσε, όμως οι φοιτητές αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Όταν τους ζητήθηκε να παραδώσουν τα όπλα τους εξεγέρθηκαν και κουκουλοφόροι έσπασαν τζάμια και επιτέθηκαν στους καθηγητές με τούβλα και μπαστούνια. Τέσσερα χρόνια αργότερα, κατά την διάρκεια επεισοδίων για την επέτειο της εξέγερσης, ένας καθηγητής πυροβολήθηκε θανάσιμα. Η διοίκηση του πανεπιστημίου αποφάνθηκε ότι η φοιτητική αυτοδιαχείριση, όπως την είχε οραματιστεί ο ιδεαλιστής Τζέφερσον, είχε αποτύχει.


Αλεξάντερ Χάμιλτον

Σε αντίθεση με τον Φραγκλίνο, τον Ουάσιγκτον και τον Τζέφερσον, ο Χάμιλτον παραμένει σχετικά άγνωστος[16] αν και το πορτρέτο του κοσμεί το χαρτονόμισμα των δέκα δολαρίων. Είναι άδικο για τον συγγραφέα των πενήντα ενός από τα ογδόντα πέντε Federalist Papers (Ομοσπονδιακά Κείμενα) και τον πρώτο υπουργό Οικονομικών στον οποίον οφείλουν την ύπαρξή τους η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη και ο επαγγελματικός στρατός. Οφείλεται σε πολλούς λόγους: Το μίσος του για τον Τζον Άνταμς, οι αντιζηλίες με τους άλλους ιδρυτικούς πατέρες ως o «χαϊδεμένος» του Ουάσιγκτον, ένα καταστροφικό σεξουαλικό σκάνδαλο, ο θάνατος του γιου του σε μονομαχία, και τελικά ο δικός του θάνατος με τον ίδιο τρόπο, από τον πολιτικό του αντίπαλο Άαρον Μπερ (εκείνη την εποχή ήταν συνήθης πρακτική για την επίλυση διαφορών και ο Χάμιλτον είχε εμπλακεί σε ανάλογες αντιπαραθέσεις πολλές φορές στο παρελθόν).

sel21

Πορτρέτο του Αλεξάντερ Χάμιλτον από τον Τζον Τράμπουλ, 1806, Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων, Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Ο Αλεξάντερ Χάμιλτον διακατεχόταν από μια φλογερή φιλοδοξία, απόρροια της δύσκολης παιδικής του ηλικίας. Γεννημένος εκτός γάμου στο Νέβις της Καραϊβικής, ήταν γνήσιο τέκνο της Επανάστασης, σε πλήρη αντίθεση με τον μεγαλύτερο σε ηλικία Φραγκλίνο, ο οποίος είχε ζήσει μια ολόκληρη ζωή πριν από αυτήν. Στα έντεκά του χρόνια ο Χάμιλτον βρέθηκε εγκαταλελειμμένος από τον πατέρα του, ορφανός από την μητέρα του και απόκληρος από την περιουσία που περιήλθε στον νόμιμο ετεροθαλή αδελφό του. Την φροντίδα του Χάμιλτον ανέλαβε ένας μακρινός συγγενής που όμως τον επόμενο χρόνο αυτοκτόνησε. Αφού μαθήτευσε σε ένα ξυλουργείο και σε ένα λογιστήριο βρήκε διέξοδο χάρη σε ένα ανώνυμο άρθρο που δημοσίευσε σε μια τοπική εφημερίδα για έναν καταστροφικό τυφώνα που είχε πλήξει την Καραϊβική. Το άρθρο έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που συγκεντρώθηκαν χρήματα για τις σπουδές του. Σε ηλικία 18 ετών εισήχθη στο King’s College της Νέας Υόρκης όπου γνώρισε τον Διαφωτισμό, συνδέθηκε με την ελίτ της πόλης και παντρεύτηκε μια κόρη της ισχυρής οικογένειας Σκάιλερ.

Η Επανάσταση του πρόσφερε την ευκαιρία για στρατιωτική δόξα. Υπηρετώντας για πολλά χρόνια ως υπασπιστής του Ουάσιγκτον έγινε μάρτυρας της καταστροφικής αναποτελεσματικότητας του Ηπειρωτικού Κογκρέσου να παράσχει στον στρατό άνδρες και εφόδια. Αυτή η εμπειρία διαμόρφωσε βαθιά την πολιτική του φιλοσοφία. Είχε γίνει παθιασμένος φεντεραλιστής πολύ πριν οι άλλοι αρχίσουν να σκέφτονται το μεταπολεμικό πλαίσιο και ήταν από τους πρώτους που πίεζαν επίμονα για μια ισχυρότερη, συγκεντρωτική εξουσία.

Τη δεκαετία του 1780, διαπιστώνοντας ότι τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας ήταν ανεπαρκή, ο Χάμιλτον φοβόταν ότι οι Αμερικανοί νοιάζονταν περισσότερο για τα τοπικά συμφέροντα των πολιτειών τους και δεν σκέφτονταν ως ενιαίος λαός. Αποτύπωσε αυτή την αγωνία στο Federalist No. 21, προειδοποιώντας ότι η περιφερειακή διάσπαση θα μπορούσε εύκολα να ανοίξει τον δρόμο για έναν τοπικό δεσποτισμό ενός «Καίσαρα ή Κρόμγουελ».

Η εμμονή του με μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση συχνά τον οδηγούσε σε υπερβολές. Στη Συντακτική Συνέλευση εκφώνησε μια εξάωρη ομιλία εξυμνώντας το βρετανικό σύστημα. Συνειδητοποιώντας ότι είχε ξεπεράσει τα όρια, έδωσε στον Τζέιμς Μάντισον ένα αναλυτικό σχεδιάγραμμα της ομιλίας του ακριβώς όπως ήθελε να την καταγράψει η ιστορία.

Η ισχυρή προσωπικότητά του τον έφερε συχνά σε άμεση σύγκρουση με άλλους Ιδρυτές, και κυρίως με τον Τζέφερσον. Σε μια συζήτηση για τα τρία πορτρέτα που είχε στην κατοχή του ο Τζέφερσον, ο Χάμιλτον σχολίασε δηκτικά: «Ο σπουδαιότερος άνθρωπος που έζησε ποτέ ήταν ο Ιούλιος Καίσαρας». Η δήλωση αυτή τρομοκράτησε τον Τζέφερσον, ο οποίος για τις επόμενες τρεις δεκαετίες ανησυχούσε ότι ο Χάμιλτον ήταν ένας επικίνδυνος επίδοξος δικτάτορας. Ωστόσο η πιθανότερη εξήγηση για τις προθέσεις του Χάμιλτον ήταν ότι του άρεσε να λέει εξωφρενικά πράγματα μόνο και μόνο για να εκνευρίζει τον Τζέφερσον.

Μια ημέρα πριν από τη μοιραία μονομαχία του με τον Άαρον Μπερ, λέγεται ότι επισκέφθηκε τον Έγκμπερτ Μπένσον[17]. Καθώς εκείνος έλειπε, ένας υπάλληλος είδε τον Χάμιλτον να μπαίνει κρυφά στην βιβλιοθήκη του Μπένσον, να κρύβει ένα χαρτί μέσα σε ένα βιβλίο και να φεύγει βιαστικά.[18] Το χαρτί, σύμφωνα με όσους γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, ήταν μια λίστα που υποδείκνυε ποια ακριβώς δοκίμια των Federalist Papers είχε γράψει ο ίδιος προσωπικά. Μετά τον θάνατο του Χάμιλτον ο Τζέφερσον τοποθέτησε μια προτομή του αντιπάλου του στην είσοδο της έπαυλής του στο Μοντιτσέλο αντικριστά από την δική του.


Τζέιμς Μάντισον

Ο Τζέιμς Μάντισον ξεχώριζε για την λογιοσύνη του και την σχολαστική του προσέγγιση στη διακυβέρνηση. Βλέποντας το μέλλον μέσα από μια αμιγώς εθνική προοπτική, επεδίωξε την αντικατάσταση των αδύναμων Άρθρων της Συνομοσπονδίας από μια ισχυρή, κεντρική κυβέρνηση. Μετά τη Διάσκεψη του Μάουντ Βέρνον, ήλπιζε ότι οι διαπολιτειακές εμπορικές συμφωνίες θα οδηγούσαν στην θεσμοθέτηση ετήσιων συναντήσεων όλων των πολιτειών. Όταν αυτό απέτυχε, η Πολιτεία της Βιρτζίνιας πρότεινε ένα ευρύτερο ψήφισμα για το διαπολιτειακό εμπόριο· ο Μάντισον, φοβούμενος ότι η φήμη του ως δογματικού φεντεραλιστή θα εκτροχίαζε την πρόταση, μεθόδευσε την παρουσίασή της από κάποιον άλλον. Παρά την αρχική του απαισιοδοξία για τη Συνέλευση της Αννάπολης το 1786 λόγω της χαμηλής προσέλευσης των συμμετεχόντων, η συγκέντρωση αποδείχθηκε ένα αναγκαίο στάδιο στην ενωσιακή διαδικασία.

sel22

Πορτρέτο του Τζέιμς Μάντισον από τον Ζακ Ράιχ, 1911, Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων, Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Ενώ προετοιμαζόταν για την ιστορική Συντακτική Συνέλευση στη Φιλαδέλφεια, ο Μάντισον ξεκίνησε μια φιλόδοξη πνευματική εργασία. Αντιμετωπίζοντας την ιστορία ως μια «δεξαμενή μαθημάτων», μελέτησε εξαντλητικά όλες τις συλλογικές και δημοκρατικές κυβερνήσεις στην ανθρώπινη ιστορία και συγκέντρωσε όλα του τα ευρήματα σε έναν συγκριτικό πίνακα με τα υπέρ και τα κατά αρχαίων και σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Κατέγραψε τα συστημικά ελαττώματα της Αμερικανικής Συνομοσπονδίας, όπως για παράδειγμα την υπονόμευση της ομοσπονδιακής εξουσίας και τις παραβιάσεις συνθηκών από τις πολιτείες, και συμπύκνωσε αυτόν τον όγκο γνώσης σε ένα σημειωματάριο σαράντα σελίδων.[19] Αυτό το βιβλιαράκι αναφοράς που κουβαλούσε συνέχεια στην τσέπη του, τροφοδότησε τα επιχειρήματα κατά την διάρκεια των συζητήσεων και αργότερα στα Ομοσπονδιακά Κείμενα.

Ο Μάντισον έφτασε στη Φιλαδέλφεια έχοντας ήδη διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο προσχέδιο για το νέο Σύνταγμα. Συναισθανόμενος την σπουδαιότητα της ιστορικής στιγμής, ανέλαβε ο ίδιος το εξαντλητικό έργο της λεπτομερούς καταγραφής των συζητήσεων κατά την διαδικασία της Συντακτικής Συνέλευσης.[20] Επειδή οι αντιπρόσωποι είχαν δεσμευτεί να τηρήσουν απόλυτη μυστικότητα προκειμένου να διασφαλιστεί ο ελεύθερος διάλογος, οι σημειώσεις του Μάντισον έγιναν η κυριότερη ιστορική πηγή για τις διαβουλεύσεις που κατέληξαν στην σύνταξη του Αμερικανικού Συντάγματος. Η προσωπικότητά του αποτυπωνόταν στις σημειώσεις του: γραμμένες με έναν μικροσκοπικό, σχολαστικό γραφικό χαρακτήρα σε μικρά κομμάτια χαρτιού. Αντιμετώπιζε τη διαδικασία με απόλυτη σοβαρότητα· ενώ άλλοι κατέγραφαν ανάλαφρες στιγμές, εκείνος διέγραφε σκόπιμα κάθε ίχνος χιούμορ από τις σημειώσεις του, ακλόνητος στην πεποίθηση ότι η σύνταξη των θεμελιωδών νόμων του έθνους δεν σήκωνε αστεία.

Ο Μάντισον ήταν αρχικά αντίθετος με την προσθήκη ενός Χάρτη Δικαιωμάτων στο Σύνταγμα θεωρώντας ότι μια κόλλα χαρτί δεν θα εμπόδιζε μια τυραννική πλειοψηφία ή την κυβέρνηση να καταχραστεί την εξουσία. Υποστήριζε ότι, εφόσον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθετε μόνο ρητά εκχωρημένες εξουσίες, δεν είχε την δικαιοδοσία να παραβιάσει άρρητα δικαιώματα, ενώ φοβόταν ότι μια καταγραφή ατομικών ελευθεριών θα άφηνε απροστάτευτες όσες παραλείπονταν από τη λίστα. Ο Μάντισον και ο Τζέφερσον ανέλυσαν το ζήτημα διεξοδικά αλληλογραφώντας επί ενάμισι χρόνο. Ο Τζέφερσον υποστήριξε ότι ένας Χάρτης Δικαιωμάτων θα έδινε στη δικαστική εξουσία ένα νομικό έρεισμα για την προστασία των ατομικών ελευθεριών έναντι μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο σκέψης του Μάντισον. Μόλις πείστηκε, ο Μάντισον έγινε ο κύριος συντάκτης του Χάρτη Δικαιωμάτων και ο πιο σθεναρός υπέρμαχός του στο Κογκρέσο.

Μετά τη συνέλευση, ο Μάντισον συνεργάστηκε με τον Αλεξάντερ Χάμιλτον και τον Τζον Τζέι στη συγγραφή των Ομοσπονδιακών Κειμένων. Τα δοκίμια αυτά δεν αποτελούσαν ένα αντικειμενικό συνταγματικό εγχειρίδιο, αλλά μια στρατηγική «καμπάνια» που σχεδιάστηκε για να εξηγήσει και να προωθήσει στους πολίτες το νέο κυβερνητικό πείραμα με απώτερο σκοπό την υπερψήφισή του. Ακόμη και μετά την επικύρωση του Συντάγματος, ο Μάντισον συμμεριζόταν το βαθύ άγχος των υπόλοιπων Ιδρυτών για την βιωσιμότητα του μεγάλου πολιτικού εγχειρήματος. Όμως παρά τις ανησυχίες αυτές και τις πολιτικές συγκρούσεις που συνόδευσαν το νέο κράτος, ο Μάντισον διατήρησε την αισιοδοξία του για το μέλλον της αμερικανικής δημοκρατίας μέχρι το τέλος της ζωής του.


[1] Leonard W. Labaree (επιμ.), Benjamin Franklin, The Papers of Benjamin Franklin, Yale University Press, τ. 10, σ. 175-177.

[2] Επιστολή στον Στρατηγό Charles Lee στις 11 Φεβρουαρίου 1776, William B. Willcox (επιμ.), Benjamin Franklin, The Papers of Benjamin Franklin, Yale University Press, τ. 22, σ. 341-343. 

[3] “Supplement to the Boston Independent Chronicle”, 1782.  Ellen R. Cohn (επιμ.), Benjamin Franklin, The Papers of Benjamin Franklin, Yale University Press, τ. 37, σσ. 180-185. 

[4] L.H. Butterfield (επιμ.), John Adams. The Diary and Autobiography of John Adams, τ. 4, Harvard University Press, σ. 58-61. και Joanne B. Freeman, Affairs of Honor: National Politics in the New Republic, Yale University Press, 2001, σ. 23-24.

[5] Philander D. Chase (επιμ.), George Washington, The Papers of George Washington: Revolutionary War Series, τ. 5, University Press of Virginia, 1993, σ. 328-332.

[6] William Pierce, “Character Sketches of Delegates to the Federal Convention,” στο Max Farrand (επιμ.), The Records of the Federal Convention of 1787, Yale University Press, 1911, τ. 3, σ. 87-89.

[7] Joanne B. Freeman, Affairs of Honor: National Politics in the New Republic, Yale University Press, 2001, σ. 65-67 και Max Farrand (επιμ.), The Records of the Federal Convention of 1787, Yale University Press, 1911, τ. 3, σ. 85.

[8] Μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης του 1787 και συγγραφέας του προοιμίου του Αμερικανικού Συντάγματος.

[9] John Adams, Autobiography, στο Charles Francis Adams (επιμ.), The Works of John Adams, τ. 2, Little, Brown and Co., 1850, σ. 507-509.

[10] Επιστολή του John Adams στον Thomas Jefferson στις 16 Ιουλίου 1814, Lester J. Cappon (επιμ.), The Adams-Jefferson Letters, University of North Carolina Press, 1959, σ. 437-439.

[11] Joanne B. Freeman, Affairs of Honor: National Politics in the New Republic, Yale University Press, 2001, σ. 7-10, “The Grammar of Political Combat”.

[12] Επιστολές του John Adams στον Benjamin Rush  στις 4 Απριλίου 1790 και 21 Ιουνίου 1807, John A. Schutz και Douglass Adair (επιμ.), The Spur of Fame: Dialogues of John Adams and Benjamin Rush, 1805-1813, San Marino: Huntington Library, 1966, σ. 83-85.

[13] “Thomas Jefferson, Autobiography”, Paul Leicester Ford (επιμ.), The Works of Thomas Jefferson, τ. 1, G.P. Putnam’s Sons, 1904, σ. 38-40.

[14] Ο ίδιος έγραψε το επίγραμμα που ήθελε να χαραχτεί στον τάφο του στο Μοντιτσέλο: «Εδώ ετάφη ο Τόμας Τζέφερσον, συντάκτης της Διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, του Νόμου περί θρησκευτικής ελευθερίας στην Βιρτζίνια και πατέρας του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνιας».

[15] Επιστολή του Thomas Jefferson στον Thomas Jefferson Smith στις 7 Οκτωβρίου 1825, H.A. Washington (επιμ.), The Writings of Thomas Jefferson, τ. 7, Riker, Thorne & Co., 1854, σ. 419-422.

[16] Χάρη στο ομώνυμο, εξαιρετικά δημοφιλές μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, ο Χάμιλτον είναι ο μοναδικός Ιδρυτικός Πατέρας για τον οποίον ραπάρει η νεολαία. Στο πλαίσιο της πολιτιστικής επανάστασης του κινήματος ΜAGA ο πρόεδρος Τραμπ έβαλε πρόσφατα στο στόχαστρο το Kennedy Centre. Ως ένδειξη διαμαρτυρίας η θεατρική ομάδα του Hamilton ακύρωσε τις προγραμματισμένες παραστάσεις του στην Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ αντέδρασε με την δήλωση «έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν ήμουν φαν του Hamilton».

[17] Επιφανής φεντεραλιστής, από τους πρώτους βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων και ο πρώτος Γενικός Εισαγγελέας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.

[18] Joanne B. Freeman (επιμ.), Alexander Hamilton: Writings, Library of America, 2001, σ. 963-965 και Joanne B. Freeman, Affairs of Honor, Yale University Press, 2001, σ. 254-256.

[19] James Madison, “Vices of the Political System of the United States” (Απρίλιος 1787), William T. Hutchinson κ.ά. (επιμ.), The Papers of James Madison, τ. 9, University of Chicago Press, 1975, σ. 345-358.

[20] “Preface by James Madison” James Madison, The Debates in the Federal Convention of 1787 Which Framed the Constitution of the United States, Gaillard Hunt και James Brown Scott (επιμ), Oxford University Press, 1920.

Πηγή: athensreviewofbooks.com