Του ΛΕΩΝΙΔΑ-ΦΟΙΒΟΥ ΚΟΣΚΟΥ
Στα προηγούμενα σχετικά άρθρα μου υποστήριξα ότι το πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος οφείλει να μεταφερθεί από την περιπτωσιολογία και την συμπτωματολογία στην διάγνωση πραγματικών και όχι τεχνικών συνταγματολογικών ζητημάτων. Η μεταφορά πλαισίου επιβάλλει νέα υπόθεση εργασίας:
H αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει την συνεκτική και στοχευμένη υποστήριξη της μεταρρύθμισης του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης. Λόγω συμμετοχής της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την Ευρωζώνη η μεταρρύθμιση οφείλει να υποστηριχθεί από την πρόσληψη παραγωγικών προτύπων και καινοτομιών που έχουν αναπτυχθεί μέχρι σήμερα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η μετακένωση και πρόσληψη προτύπων καθιστά αναγκαία την διερεύνηση κατά πόσον η κοινωνία υποδοχής διαθέτει τις κοινωνικές ικανότητες (social capabilities κατά την ανάλυση του catch up growth του Mozes Abramovitz), οι οποίες την καθιστούν εφικτή. Συγκεκριμένα κατά πόσον α) η ελληνική κοινωνία ως προσλαμβάνουσα διαθέτει τις θεσμικές, οργανωτικές, τεχνολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις για να υποδεχθεί και να συσσωματώσει τα πρότυπα προς εισαγωγή β) υπάρχει η κοινωνική ομάδα ή οι ομάδες που θα αναλάβουν την ευθύνη και θα διεκπεραιώσουν τις διαδικασίες της υποδοχής.
Τα ερωτήματα είναι πρωτίστως πολιτισμικά. Γι’ αυτό στο προηγούμενο δεύτερο άρθρο μου προσπάθησα να διερευνήσω την πολιτισμική ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, της πολιτικής τάξης και του κράτους ως ενιαίου προσοδοθηρικού συστήματος. Xαρακτηριστικά του συστήματος αυτού συνιστούν η αδυναμία της κοινωνίας να παράγει αξία, η εξάρτηση της οικονομίας από εξωχώριο χρήμα και ο πελατειασμός.
Παραθέτω ορισμένους δείκτες απόκλισης από τα ευρωπαϊκά πρότυπα: Η μέση ακαθάριστη αξία ανά ‘Ελληνα εργαζόμενο υπολογίζεται γύρω στις 34.000 ευρώ, με αντίστοιχο ποσό για τον μέσο Ευρωπαίο τις 62.000 ευρώ. Αυτός ο κρίσιμος δείκτης παραγωγικότητας παραμένει στάσιμος από την αρχή της χιλιετίας. Μένοντας στην παραγωγικότητα, το καθαρό απόθεμα επενδυμένου κεφαλαίου που υποστηρίζει τον μέσο ευρωπαίο εργαζόμενο είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο που υποστηρίζει τον ‘Ελληνα. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ το καθαρό απόθεμα κεφαλαίου ανά εργαζόμενο είναι σήμερα κατά 30% χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2010. Οι προαναφερθέντες δείκτες υποδεικνύουν την μειωμένη παραγωγικότητα επομένως και τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας εξηγούν δε την δυσχέρεια να αυξηθεί το ακαθάριστο εθνικό προϊόν και επομένως η αμοιβή εργασίας.
Επανερχόμενοι στην πολιτισμική ταυτότητα και την αναπαραγωγή της : η καλλιέργεια της κουλτούρας του επιχειρείν και της δημιουργίας απουσιάζει από το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος όλων των επιπέδων περιλαμβανομένης και της επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ η έρευνα πάσχει από τις παθογένειες του υπαρκτού παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης. Οι αμέσως προηγούμενες παρατηρήσεις υποδεικνύουν την αδράνεια της ελληνικής κοινωνίας και την έλλειψη ετοιμότητας να υποδεχθεί νέα παραγωγικά πρότυπα.
Η κρίση χρέους θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία για την μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης ως ενιαίου προσοδοθηρικού συστήματος. ‘Όμως οι δανειστές και οι «θεσμοί» ως εκπρόσωποι τους επέλεξαν να λειτουργήσουν στο πλαίσιό του. Είναι αξιοσημείωτο ότι η στάση τους συμπίπτει με των μελών της Αμερικανικής αποστολής που είχαν την ευθύνη της βοηθείας από την προσοδότρια Αμερική προς την χώρα μας στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και μέχρι το 1960. O πρωθυπουργός εξάλλου είχε ήδη από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2019 την ευκαιρία να επιδιώξει την μεταρρύθμιση του παραγωγικού μοντέλου και του μοντέλου διακυβέρνησης, επί το ευρωπαϊκότερον. Εντούτοις άσκησε και ασκεί τη διακυβέρνηση ως διαχείριση προσδοκιών προσόδου και διαρκή διαπραγμάτευση με διαφορετικές ομάδες εν πολλοίς συγκρουομένων συμφερόντων για την διανομή «κοινωνικού μερίσματος» ως προϊόντος υπερφορολόγησης.
Η διαχείριση προσδοκιών προσόδου εξηγεί την επιτυχία της κυβέρνησης κατά την περίοδο των εκτάκτων συνθηκών της πανδημίας, αλλά δεν μπορεί να υποστηρίξει ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις για την βελτίωση της παραγωγικότητας και την αύξηση της αμοιβής εργασίας, ούτε εν τέλει τον εκδυτικισμό και την ανάπτυξη. Η συνέχιση της ίδιας πολιτικής ωθεί το σύστημα της προσοδοθηρίας στα ακραία όρια των αντοχών του και τείνει να αποτελέσει καθ’ εαυτήν παράγοντα κοινωνικής αντιπαλότητας και αστάθειας.
Η εξάντληση ή η υπέρβαση των ακραίων ορίων του υφισταμένου συστήματος φαίνεται από την μελέτη δύο περιπτώσεων οι οποίες προβάλλονται ως μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες του και χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη της δημόσιας εικόνας του πρωθυπουργού ως πολιτικού ηγέτη και μεταρρυθμιστή. Πρόκειται για την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και το λεγόμενο επιτελικό κράτος.
Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης θα μπορούσε να αποτελέσει αποφασιστικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του κράτους και την δημιουργία ισχυρού ψηφιακού περιβάλλοντος, καθώς και για την μετακένωση νέων παραγωγικών προτύπων στην οικονομική ζωή. Προβλήθηκε ως μίμηση του εσθονικού παραδείγματος.
Στην Εσθονία η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης αποτέλεσε τον πυρήνα γενικότερης συνεκτικής και πολυεπίπεδης στρατηγικής για την μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς, την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του κράτους, την ένταση της επενδυτικής δυναμικής, εν τέλει την μετάβαση από την σοβιετικού τύπου οικονομία σε σύγχρονη ψηφιακή οικονομία. Το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής τάξης, των δημοσίων υπαλλήλων, των επιχειρηματιών, της κοινωνίας οικειοποιήθηκαν την στρατηγική αυτή και τις πολιτικές υλοποίησής της συμμετέχοντας σ’ αυτές. Με την υλοποίηση της ψηφιοποίησης περιορίστηκε η γραφειοκρατία, βελτιώθηκε η αποτελεσματικότητα και η δημοκρατική λειτουργία του κράτους υπό συνθήκες διαφάνειας, λογοδοσίας και κοινωνικού ελέγχου. Παράλληλα βελτιώθηκε η εκπαίδευση με εμφανή αποτελέσματα στην υψηλή κατάταξη των μαθητών της Εσθονίας σε διεθνείς εξετάσεις. Eξ’ άλλου, δημιουργήθηκε η τεχνολογική υποδομή για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, δημιουργήθηκαν συνθήκες ανταγωνισμού και επενδυτικής δυναμικής ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας. Η Εσθονία έχει σήμερα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. αξιοσημείωτα μεγάλο κατά κεφαλή αριθμό startups και «unicorns» (οι τελευταίοι πάνω από 10), ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας.
Αρχίζοντας την σύγκριση από το τελευταίο στοιχείο, στην Ελλάδα ανεφύη μόνο ένας αδιαμφισβήτητος «unicorn» και αυτός στον τομέα των υπηρεσιών.
Το έργο της ψηφιοποίησης δεν αποτέλεσε στην χώρα μας μέρος γενικότερου στρατηγικού σχεδίου με συνοχή, συνέπεια και επικουρικούς στόχους ή συνέργειες. Ψηφιοποιήθηκαν απλώς οι υφιστάμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες τις οποίες οι χρήστες καλούνται σήμερα να επαναλάβουν βήμα βήμα στο πληκτρολόγιο. Αυτό σημαίνει μετάδοση αναποτελεσματικότητας και χωλής παραγωγικότητας σε ψηφιακό περιβάλλον καθώς και μετακύληση τουλάχιστον του κόστους εφαρμογής στην επιχείρηση μεσαίας ή μικρής έντασης εργασίας. Επομένως, απρόσφορο έδαφος για ανάπτυξη επενδυτικής δυναμικής. Το ίδιο το κράτος έμεινε αναποτελεσματικό και δυσκίνητο, με εξαίρεση τους εισπρακτικούς μηχανισμούς, πράγμα που επάγεται ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης του απέναντι στην κοινωνία των πολιτών, και δη των επιχειρούντων. Σε αντίθεση με την Εσθονία όπου η ψηφιοποίηση λειτούργησε ως επιταχυντής αναπτυξιακής δυναμικής, εδώ αντιθέτως λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής κόστους και κρατικής ισχύος.



