Του Διονύση Κ. Καραχάλιου
Δεν έχει νόημα η οποιαδήποτε απόπειρα σύγκρισης των εξαγγελιών του Τσίπρα με αυτές του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε έναν αποτυχημένο πρώην πρωθυπουργό, με δεδομένη την «αλησμόνητη» εμπειρία της σχεδόν 5ετούς κυβερνητικής του θητείας, κατά την διάρκεια της οποίας «κονιορτοποίησε», με τις επιλογές του και τις αποφάσεις του, όλες τις προσδοκίες τις οποίες, με απίστευτη ανευθυνότητα και άγνοια της πραγματικότητας, είχε καλλιεργήσει, καθιστώντας την πολιτική του παρουσία συνώνυμη του ψεύδους, της απάτης και της ηθικής εξαχρείωσης…
Στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη, τα όσα εξήγγειλε προχθές στην Θεσσαλονίκη, κρίνονται και αξιολογούνται με βάση την πραγματοποίηση των προγενεστέρων εξαγγελιών του, από το ίδιο βήμα και την αναμφισβήτητη πρόοδο που έχει συντελεστεί, σε όλους τους οικονομικούς δείκτες της χώρας, από το 2019 μέχρι σήμερα.
Επομένως, δεν τίθεται θέμα σύγκρισης μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα! Η απόπειρα του τελευταίου να εμφανισθεί «ανανεωμένος», «διαφορετικός» και «απαλλαγμένος» από τον εαυτό του, που αποδοκιμάσθηκε πανηγυρικά το 2019, προσκρούει στα «παιδικά» του ελαττώματα από τα οποία προφανώς και δεν μπορεί να απαλλαγεί: την ροπή του προς την αόριστη παροχολογία, την αδυναμία του να θεωρεί εαυτόν ως «παράκλητο» και ως «σωτήρα» του λαού, την ευχέρειά του στην μονότονη καταγγελία των αντιπάλων του, την τάση του να διοχετεύει εχθροπάθεια και να προκαλεί διχασμό και την βεβαιότητά του ότι, αφού «έσωσε» την χώρα το 2015, είναι ο ιδανικότερος για να την «ξανασώσει» το 2027!…
Το γεγονός ότι ο Τσίπρας προηγείται των λοιπών εκφραστών του διαιρεμένου και αλληλοσπαραζόμενου «προοδευτικού» χώρου, δεν αποτελεί «επίτευγμα» και «επιτυχία» του Τσίπρα: Είναι το αποτέλεσμα μιας περίεργης, όσο και ακατανόητης νοοτροπίας, που θέλει τις κομματικές εκφράσεις της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς να πιστεύουν ότι, επίκειται η πτώση της Νέας Δημοκρατίας, απλά και μόνον διότι ο λαός σύσσωμος περιμένει με ανοικτές αγκάλες την δική τους άνοδο στην εξουσία, παρ’ ότι δεν διαθέτουν τις προϋποθέσεις, που θα δικαιολογούσαν αυτή την αντίληψη! Σε αυτή την «λογική», που απέχει της πραγματικότητας, πολύ περισσότερο απ’ όσο απέχουν τα ποσοστά των «προοδευτικών» κομμάτων από τη Νέα Δημοκρατία, ο Τσίπρας κυριαρχεί, απλά και μόνον διότι η εικόνα του, όσες αρνητικές σκέψεις και αν προκαλεί στην πλειοψηφία της κοινής γνώμης, υπερβαίνει, σε φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις, τα «μεγέθη» που ακούν στα ονόματα Ανδρουλάκης, Κωνσταντοπούλου, Βαρουφάκης, Φάμελλος, Αχτσιόγλου, Τσακαλώτος και δεν συμμαζεύεται (του Κουτσούμπα ασφαλώς συμπεριλαμβανομένου!)…
Με αυτά τα δεδομένα, είναι προφανές ότι η πολιτική ηγεμονία της Νέας Δημοκρατίας δεν κινδυνεύει από τα αριστερά της, όσο και αν προσπαθούν να μας πείσουν περί του αντιθέτου οι χυδαίες κραυγές και οι γραφικές μπουρδολογίες του διαδικτύου. Αντιθέτως, μοιάζει να αμφισβητείται η δυνατότητά της, να φτάσει στην επιθυμητή αυτοδυναμία, από τις δυνάμεις που βρίσκονται στα δεξιά της, όχι τόσο διότι οι υπάρχουσες εκεί κομματικές εκφράσεις αποπνέουν την δυναμική που διαλαλούν για λογαριασμό τους, όσο διότι υπάρχει ένας κόσμος που, για διαφόρους λόγους, αισθάνεται δυσαρέσκεια και απογοήτευση από κάποιες πτυχές της κυβερνητικής πολιτικής…
Το γεγονός ότι αυτή την στιγμή, τόσο οι φανατικά υπεραμυνόμενοι των κυβερνητικών επιλογών σε όλα τα επίπεδα, όσο και οι αρνητικοί επικριτές της, οι αυτοτοποθετούμενοι στον δεξιό χώρο, συναγωνίζονται, κυρίως, αλλά όχι μόνον στο διαδίκτυο, την καταγγελτική μονομανία, την αναισχυντία και την χυδαιότητα της Αριστεράς (έστω και αν το διαδίκτυο κρύβει, στην «προστατευτική» ανωνυμία του, τις πραγματικές διαθέσεις του συνόλου της κοινωνίας,) είναι ο κύριος παράγων που υπονομεύει την προοπτική της διατήρησης των κεκτημένων, που, με κόπο, αποκτήθηκαν την τελευταία επταετία…
Δεν με εκφράζει ιδεολογικά, συναισθηματικά και πολιτικά η αναζήτηση ευθυνών για την κατάσταση αυτή, πολλώ μάλλον διότι μια τέτοια προσπάθεια μοιραία καταλήγει σε επιπόλαιες βεβαιότητες και παραδοχές, που κάθε άλλο παρά διευκολύνουν την ορθή αντιμετώπιση της ουσίας του προβλήματος. Και η ουσία του προβλήματος, κατά την ταπεινή άποψή μου, είναι ότι, η διάσπαση του χώρου, που, υποτιμητικά αποκαλείται από την Αριστερά, «Δεξιά», «συντήρηση», «αντίδραση» (μέχρι και για κυβέρνηση «δολοφόνων» και «παιδεραστών» έχουν μιλήσει οι ξεχαρβαλωμένες ντουντούκες της αριστερόστροφης προπαγάνδας!…), αλλά στην οποία οφείλεται κάθε αναπτυξιακή και προοδευτική μεταπολεμική εξέλιξη της χώρας, μόνον την προοπτική της οπισθοδρόμησης, της αστάθειας, της αβεβαιότητας και της απώλειας κεκτημένων μπορεί να υπηρετήσει…
Δεν γνωρίζω πόσο εύκολη είναι, σήμερα, η ανακοπή αυτής της πραγματικότητας, που κρύβει ανυπολόγιστους κινδύνους και δυσθεώρητες εξελίξεις, που μάλλον δεν έχουν αξιολογηθεί στον επιβαλλόμενο βαθμό από όλους όσοι, συνειδητά ή ασυναίσθητα, συμμετέχουν σ’ αυτή την αντιπαλότητα…
Και, πάντως κατά την ταπεινή μου γνώμη, η ευθύνη, γι’ αυτήν την εξέλιξη των πραγμάτων, δεν μπορεί να αποδίδεται, με την ευκολία και την ανευθυνότητα που αποδίδεται και με βάση προσωπικά αποθέματα εμπάθειας και μνησικακίας, τα οποία, από μόνα τους, αδικούν ΚΑΙ τα πρόσωπα ΚΑΙ τα επιτεύγματα εκείνων που σήμερα πλήττονται, χωρίς αίσθηση και μέτρο…



