Ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός πρόσφατα, μας θύμισε το τίτλο του βιβλίου της αξέχαστης ηθοποιού Σιμόν Σινιορέ «Η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν», ένα βιβλίο που αναφερόταν στη κοινή ζωή της με τον ηθοποιό Υβ Μοντάν. Δυστυχώς, λόγω κορωνοϊού, ούτε οι κυβερνητικοί ανασχηματισμοί είναι πια αυτοί που ήταν, δεν μας βγάζουν πια από τη θλιβερή ρουτίνα των κρουσμάτων και της σύριγγας. Όμως, ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης που ανακοινώθηκε, έχει κάποια πολιτική σημασία, παρά το γεγονός ότι την πολιτική γενικά και την κομματική ζωή ειδικά, την έχει καταπιεί ο κορωνοϊός.
Λοιπόν, πράγματι, προφανές είναι ότι η τοποθέτηση του κ. Μάκη Βορίδη στη θέση του Υπουργού Εσωτερικών, σηματοδοτεί τη συνέχιση της πολιτικής προσέγγισης του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη με το χώρο της άκρας δεξιάς, προσέγγιση η οποία ξεκίνησε με την ενσωμάτωση στη Ν.Δ. στελεχών που είχαν αρχίσει την πολιτική τους καριέρα από το ΛΑΟΣ του κ. Γ. Καρατζαφέρη, μεταξύ άλλων των κ.κ. Αδ. Γεωργιάδη και Θ. Πλεύρη.
Το ερώτημα όμως είναι, ποιο θα είναι το ισοζύγιο της εν λόγω προσέγγισης από απόψεως εξασφάλισης ψηφοφόρων για τη ΝΔ, ψηφοφόρων «ορφανών» κομματικά της Χρυσής Αυγής και του κόστους που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή, που σημαίνει ταυτόχρονα μερική μετατόπιση της ΝΔ από το χώρο του κέντρου, ιδεολογικά και πολιτικά. Και αυτό, τη στιγμή που ο αντίπαλος κ. Αλ. Τσίπρας συγκλίνει με κάθε ευκαιρία προς το κέντρο, τόσο πολύ ώστε να τον επικρίνει η αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. για δεξιά στροφή. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η «μορφή» αυτή μάλλον ενισχύει παρά αποδυναμώνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού το κάνει να στεριώνει στο χώρο του κέντρου, η κυριαρχία του οποίου εξασφάλισε από το 2012 ως το 2015 τη μετατροπή ενός πολύ μικρού κόμματος σε πρώτο κόμμα αρχικά και σε κυβερνόν κόμμα, εν συνεχεία. Δεν πρέπει δε να ξεχνάμε ότι τις εκλογές τις κερδίζει, κατά κανόνα, όποιος αρχηγός του ενός από τα δύο μεγάλα κόμματα κερδίζει ένα τμήμα των αμφιταλαντευόμενων ψηφοφόρων του κέντρου.
Πολλοί υποστηρίζουν, ότι το άνοιγμα που επιχειρεί ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης προς ψηφοφόρους του πρώην κόμματος της άκρας δεξιάς, δεν θα πετύχει, για τον απλούστατο λόγο ότι στους εν λόγω ψηφοφόρους καθόλου δεν ταιριάζει πολιτικά και ιδεολογικά η ΝΔ. Ένα άλλο στοιχείο του προχθεσινού ανασχηματισμού, είναι το ότι στους 57 υπουργούς και υφυπουργούς, η παρουσία των καραμανλικών στελεχών είναι δυσανάλογα πολύ μικρή πάλι, πράγμα που συντηρεί την δυσφορία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Πρόεδρος τη ΝΔ και πρωθυπουργός, με τον εν λόγω ανασχηματισμό της κυβέρνησής του, ικανοποίησε εν μέρει τη δυσφορία των βουλευτών που ενοχλούνταν να βλέπουν πολλούς εξωκοινοβουλευτικούς στους υπουργικούς θώκους, όταν οι ίδιοι, όπως έλεγαν, τραβάνε το κάρο για την προβολή του κόμματος και της εξυπηρέτησης της λαϊκής βάσης.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ίσως συνεχιστεί η σκληρή κριτική του ΚΙΝΑΛ προς την κυβέρνηση, που άρχισε εδώ και ένα εξάμηνο περίπου, καθώς και η διαφαινόμενη τάση προσέγγισης του κόμματος αυτού με τον ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ., πράγμα δύσκολο, όχι όμως και αδύνατον, πριν τον πρόσφατο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, που κατά την άποψή μας, θα εντείνει τη μάχη για την προσέλκυση των ψηφοφόρων του κέντρου.
Τέλος, με όλα αυτά, υπάρχουν κάποιοι πολιτικοί αναλυτές, που αναρωτιούνται, προς τι ο ανασχηματισμός, με την πολιτική χροιά που εμείς προαναφέραμε, αν δεν σχεδιαστούν από τον κ. Μητσοτάκη εκλογές το φθινόπωρο. Εμείς πιστεύουμε ότι ακόμη κι αν πάνε όλα καλά με τον κορωνοϊό και τα εμβόλια, οι εκλογές θα βλάψουν τη ΝΔ, γιατί θα φανεί στους πάντες ότι γίνονται για λόγους «υφαρπαγής» της ψήφου του ελληνικού λαού. Ενώ, το συνετότερο θα ήταν –πιστεύουμε– ότι κατάλληλος χρόνος διεξαγωγής εκλογών θα ήταν την άνοιξη του 2022, όταν, εκτός των άλλων, θα έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο και σε οικονομικό μεταπανδημιακό επίπεδο. Να μην ξεχνάμε, άλλωστε, τηρουμένων των αναλογιών και των εποχών, ότι στη Μεγάλη Βρετανία, μόλις τελείωσε ο πόλεμος, τις εκλογές δεν τις κέρδισε ο πατέρας της νίκης Ουΐνστον Τσώρτσιλ, αλλά ο ηγέτης του αντίπαλου κόμματος, Κλήμεντ Άττλυ.



