Ο καθηγητής Πανεπιστημίου και ο άνθρωπος που ανέδειξε το θέμα της ΑΟΖ, Θεόδωρος Καρυώτης, μας έστειλε μια πολυμορφία απόψεων που έχουν διατυπωθεί για το θέμα της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ως την μοναδική διαδικασία για την επίλυση της διαφοράς μας με την Τουρκία.
Παραθέτουμε τις απόψεις στην κρίση των πολιτών, που επιλέγουν το orgi.gr για να πληροφορούνται το πως βλέπουν αρθρογράφοι από πολλές πλευρές, τα γεγονότα και τις εξελίξεις.
Η… Χάγη, οι δειλοί και οι αδηφάγοι
Ξ Α Ν Α ΚΑΙ πάλι μεθοδεύεται ο ίδιος παλιός εκβιασμός: «Μα θέλετε να έχουμε πόλεμο;» Είναι η ίδια μέθοδος δια της οποίας η Τουρκία, ιδίως μετά το 1974, μέσω πλειάδας ημετέρων καλλιεργητών του… ρεαλισμού της δειλίας, του ενδοτισμού και της υποχωρητικότητας, προωθεί φέτα-φέτα τις βουλιμικές επιδιώξεις της σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, χωρίς να ρίξει ούτε φυσίγγιο.
ΕΤΣΙ και τώρα. Δεν εξαγγέλλεται ευθέως, αλλά καλλιεργείται κλιμακωτά, υφέρποντας, με αλλεπάλληλα σχήματα: «Είναι δίκαιο ν’ αφήσουμε έξω από τον υποθαλάσσιο πλούτο την Τουρκία;». «Δεν βλέπετε που οι Τούρκοι στέλνουν τον πολεμικό τους στόλο, μ’ ένα δικής τους επινόησης διεθνές δίκαιο Pax Othomana;». «Έφτιαξαν και στο σκλαβωμένο Λευκόνοικο αεροπορική βάση, ναυτική βάση ετοιμάζουν επίσης και στην Αμμόχωστο, εξόπλισαν τον Αττίλα και μ’ άλλα πυροβόλα 155 χιλιοστών και γερμανικά άρματα Λέοπαρτ, καταβροχθίζουν την ΑΟΖ του Καστελλόριζου μέχρι της Κρήτης, στέλνουν στρατό και στη Λιβύη, παίζουν στα δάκτυλα του Ερντογάν τον Πούτιν της Ρωσίας και τον Τραμπ των ΗΠΑ, γονατίζουν με το προσφυγικό την Ευρωπαϊκή Ένωση» κ.ο.κ.
– Καθημερινός καταιγισμός στα ΜΜΕ. Ώστε να λαμβάνει σαφέστατη υπόσταση το «μα θέλετε πόλεμο;»…
ΥΦΕΡΠΕΙ τούτο εντεινόμενο, καθ’ όν χρόνον, δραστήρια η διπλωματία Αθηνών και Λευκωσίας επιχειρεί διπλωματική πανστρατιά με Ισραήλ, Αίγυπτο, την «υπόλοιπη» Λιβύη, Γαλλία, Ιταλία και τις αποφάσεις της Ε.Ε., προς αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Και υφέρπει ώστε να προλειάνει στη λαϊκή συνείδηση πώς θα πρυτανεύσει το… «ε, δεν είμαστε τρελλοί να θέλουμε και πόλεμο».
– Έτσι ανασύρθηκε από τη ναφθαλίνη και η …προσφυγή στην Χάγη.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ καινούργιο. Θα το υπενθυμίσουμε προσφεύγοντας στα αρχεία μας. Με αναφορά και στον αείμνηστο ΠτΔ Κωστή Στεφανόπουλο. Εκείνος είχε προτείνει, ξανά τότε, με άρθρο του στην «Καθημερινή» 27 Μαΐου 2006 την… προσφυγή στη Χάγη. Πολύ πριν υπάρξει θέμα ΑΟΖ, Ερντογανικής «γαλάζιας πατρίδας» και μνημόνιο Άγκυρας – Λιβύης.
– Παραθέτουμε «εις μνήμην» τις τότε απαντήσεις της ημετέρας στήλης στη «Χάγη Στεφανόπουλου»:
ΕΙΡΗΣΘΩ 31ης Μαΐου 2006:
Δ Ι Κ Α Ι Ο Υ Μ Α Σ Τ Ε οι Έλληνες – εντός και εκτός Ελλάδος – να σεμνυνόμεθα για τον υποδειγματικά άψογο τρόπο που άσκησε τα καθήκοντα του ΠτΔ ο κ. Στεφανόπουλος. Από την άλλη, όμως, με το άρθρο του στην «Καθημερινή», περί παραπομπής των ελλαδο-τουρκικών «διαφορών» στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μας δημιουργεί τη σκέψη ότι:
Ε Υ Τ Υ Χ Ω Σ που ο κ. Στεφανόπουλος δεν είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος! Κατά τον ίδιο λόγο που αποτελεί ευτύχημα το ότι, το εν Ελλάδι εκλογικό μας σώμα απάλλαξε από την πρωθυπουργία του κ. Σημίτη των Ιμίων 1996, του κ. Σημίτη της Μαδρίτης 1997, του Ελσίνκι 1999, της εξορίας των S-300 1998, της κατάργησης του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδος – Κύπρου 2001 και του Σχεδίου Ανάν 2002-2004…
ΤΟ ΑΡΘΡΟ Στεφανόπουλου αποτελεί, βέβαια, μια σαφέστατη παραδοχή της αποτυχίας της πολιτικής των ψευδαισθήσεων:
– Της πολιτικής της αυταπάτης και των ευσεβών πόθων των Αθηνών ότι, η ελλαδική υποστήριξη της Τουρκίας στην ΕΕ, θα εξημέρωνε, τάχα, το θηρίο.
– Και ότι η Άγκυρα θα εγκατέλειπε, δήθεν, τις επεκτατικές της ορέξεις σε βάρος του Αιγαίου.
– Το άρθρο ομολογεί ρητά την αποτυχία της πολιτικής των Αθηνών. Και οδύρεται ακόμα και για τη… Σχολή της Χάλκης, χωρίς ούτε λέξη για τον Αττίλα στην Κύπρο!
ΑΛΛ’ ω του θαύματος! Αντί στο δια ταύτα να προτείνει την εγκατάλειψη αυτής της αποτυχημένης πολιτικής, εισηγείται την… ουρά της!
– Αντί να ορθώσει η Ελλάς, επιτέλους και πειστικά, την αποφασιστική υπεράσπιση του εαυτού της στο Αιγαίο, ο κ. Στεφανόπουλος προτείνει τη νομιμοποίηση των τουρκικών επεκτατικών διεκδικήσεων. Και… αναθέτει στη Χάγη να αποφασίσει τον βαθμό και τον τρόπο που θα τις υποστεί η Ελλάς.
Α Υ Τ Ο, όμως, δεν είναι «ο τρόπος επιλύσεως των ελληνοτουρκικών διαφορών» και η «μόνη» δήθεν «διέξοδος». Είναι ο μεζές για ν’ ανοίξει περισσότερο τις ορέξεις της Άγκυρας. Ώστε να εγείρει, οσονούπω, τις επόμενες «διαφορές» στη Θράκη. Με τους Τούρκους επιτελείς βασίμως να ευελπιστούν ότι, οι ψοφοδεείς υποτελείς στην Αθήνα – δειλοί κι ανίκανοι να υπερασπίσουν αποτελεσματικά την πατρίδα τους – θα παραπέμψουν και το Θρακικό στη Χάγη. Γιατί να μην το κάνει μια τόσο τρανή Τουρκία, όταν απέναντί της βλέπει τόσα πολλά εκλιπαρούντα Στεφανοπουλάκια;
(ΣΗΜΕΡΙΝΗ 31.5.2006)
ΕΙΡΗΣΘΩ 5ης Ιουνίου 2006:
ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ «Αναν-ιστές», Γ. Παπανδρέου, Κ. Σημίτης, Κ. Μητσοτάκης, Ντ. Μπακογιάννη κ.ά., μαζί τους διακριτικά και ο κ. Κ. Στεφανόπουλος, ήθελαν να ξεφορτωθούν, «επιτέλους», το Κυπριακό. Για να τα… βρούνε με την Άγκυρα. Και για να ευχαριστήσουν την Ουάσιγκτον. Σαν το «ευχαριστώ» του Σημίτη προς τις ΗΠΑ για τα… Ίμια!
– Γι’ αυτό ξήλωσαν το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου του Ανδρέα Παπανδρέου. Γι’ αυτό και ο εθνικός εξευτελισμός των S-300. Γι’ αυτό και η απαγόρευση του «Τοξότη» 2001.
– Και ούτε που τους έγνοιαζε ότι το Σχέδιο Ανάν – που έσπευσαν να υποστηρίξουν πριν καν το διαβάσουν – θα διέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα μετέτρεπε την Κύπρο σε τουρκο-βρετανικό προτεκτοράτο.
– Άλλωστε, ούτε μετά το σωτήριο της πατρίδας 76% του λαού στο Δημοψήφισμα, είχαν το θάρρος και την εντιμότητα να ψελίσουν καν ένα meaculpa.
– Κατ’ ακρίβειαν είναι θυμωμένοι και δεν συγχωρούν τους Κυπρίους που τους χάλασαν τα… «ελλαδοτουρκικά» τους.
Τ Ω Ρ Α, οι ίδιοι, φαίνεται ότι θέλουν να ξεφορτωθούν και το Αιγαίο. Να απαλλαγούν από την υποχρέωση υπεράσπισής του απέναντι στην Τουρκία. Και εάν η «φόρμουλα» της λιποταξίας τους στην Κύπρο βρέθηκε με το Σχέδιο Ανάν, η λιποταξία τους στο Αιγαίο ψάχνει τη «φόρμουλα» στη… Χάγη.
– Με την Άγκυρα να τρίβει τα χέρια της. Δική της αεροπορική επιδρομή την Τρίτη 23η Μαϊου 2006 έστειλε στον θάνατο τον Σμηναγό Κώστα Ηλιάκη στα νερά της Καρπάθου μας. Κι αντί άλλης αθηναϊκής αντιδράσεως, οι Τούρκοι Επιτελείς παρακολουθούν, με ηδονή, τους εν Αθήναις Υποτελείς να αναζητούν τρόπους νέας υποχώρησης. Τρόπους νομιμοποίησης των τουρκικών επεκτατικών επιβουλών, βαφτίζοντάς τις ως «διαφορές». Επί των οποίων θα αποφανθούν κάποιοι… δικαστές της Χάγης! Όπως απειλείτο και ο κυπριακός λαός να μετατραπεί σε Αναν-ικό ανδράποδο της τουρκικής πολιτικής και της δικτατορίας των Τριών Ξένων Δικαστών!
Α Λ Λ Α επειδή οι όπου γης Έλληνες, εκτός από Κύπριοι, είμαστε και Αιγαιοπελαγίτες, γι’ αυτό και νάναι σίγουροι πως ΔΕΝ θα τους το επιτρέψει ο λαός. (ΣΗΜΕΡΙΝΗ 5.6.2006).
ΤΩΡΑ όμως, μετά από 13 χρόνια, εκπνέοντος του 2019, εξ ίσου «εις μνήμην», υπάρχει άλλο ένα ερώτημα. Το οποίο αφορά όχι μόνο το παρελθόν αλλά καί το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού:
– Γιατί οι Έλληνες (Αθήνα & Λευκωσία & Διασπορά) δεν αναλαμβάνουμε εκείνες τις σύντονες προσπάθειες – σαφέστατα γνωστές και συγκεκριμένες αρχαιόθεν, από τον Θουκυδίδη μας σαφέστερες – ώστε οι Τούρκοι να είναι εκείνοι που θα φοβούνται μην τους τύχει πόλεμος;
Πηγή : Σημερινή Κύπρου
Χάγη: Ο ΣΥΡΙΖΑ σε «γραμμή Μολυβιάτη»

Στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών του Ευάγγελου Βενιζέλου στη Μεγάλη Βρετάνια, η κυρία Μπακογιάννη έκανε ηγετική εμφάνιση, παρουσιάζοντας μια ολοκληρωμένη πλατφόρμα για την εξωτερική πολιτική.
Η «πλατφόρμα Μπακογιάννη» έχει δύο πυλώνες:
- Η «εποχή Ελσίνκι» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει λήξει, αφού η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι κλινικά νεκρή.
- Η Ελλάδα πρέπει να θέσει σαν στόχο την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οποία απαιτείται η σύναψη συνυποσχετικού με την Τουρκία.
Μία ή πολλές διαφορές
Υπενθυμίζεται ότι η πάγια θέση της ελληνικής διπλωματίας, την οποία χάραξε ο εξ απορρήτων του Κωνσταντίνου Καραμανλή Πέτρος Μολυβιάτης, είναι ότι υφίσταται μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία, αυτή της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Και γι’ αυτήν θα μπορούσε να συζητηθεί προσφυγή στη Χάγη.
Ωστόσο, στο κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου του Ελσίνκι της 10ης Δεκεμβρίου 1999 που καθορίστηκε η ενταξιακή πορεία στην ΕΕ της Τουρκίας και άλλων κρατών, τα υποψήφια κράτη μέλη καλούνται «να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων».
Αν δεν τα κατάφερναν, καλούνταν να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο. Δηλαδή, στο Ελσίνκι η κυβέρνηση Σημίτη αναγνώρισε ότι ενδεχομένως υπάρχουν και άλλες ελληνοτουρκικές διαφορές πλην της υφαλοκρηπίδας.
Η τοποθέτηση Πέτσα
Σήμερα στο briefing ο κ. Πέτσας άφησε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σε σχετική ερώτηση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έδωσε την εξής απάντηση:
«Όσον αφορά το ζήτημα της Χάγης, το οποίο σχετίζεται με όλα τα ζητήματα των θαλασσίων ζωνών, η κυβέρνηση διατηρεί πάντα την πρωτοβουλία των κινήσεων, για να κάνει αυτό που θα χρειαστεί, στο χρόνο που η ίδια θα επιλέξει. Και αυτό το κάνουμε, γιατί έχουμε το Διεθνές Δίκαιο με το μέρος μας, έχουμε τους συμμάχους μας στο πλευρό μας, και έχουμε τη δύναμη να προασπίσουμε τα εθνικά μας, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα».
Το άρθρο Μπίστη
Κοντά στην άποψη της Ντόρας Μπακογιάννη βρίσκονται και ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε άρθρο του στο The Caller o Νίκος Μπίστης που θεωρείται ο «θεωρητικός» των προεδρικών του ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρει:
«Ο οδικός χάρτης, λοιπόν, για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προϋποθέτει την βούληση και των δύο χωρών να αναγνωρίσουν την ύπαρξη προβλημάτων, την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν δικαιώνει καθολικά μία εξ αυτών και την αντοχή των πολιτικών ηγεσιών στο πολιτικό κόστος από ενδεχόμενη ετυμηγορία. Δύσκολος δρόμος αναμφίβολα. Με κλειδί το περιεχόμενο και το εύρος του συνυποσχετικού. Όμως δεν υπάρχει εναλλακτική, ειρηνική λύση. Και όσο καθυστερεί η έναρξη μιας διαδικασίας που θα ανιχνεύει τις δυνατότητες να οδηγηθούμε στην Χάγη, τόσο θα αυξάνουν οι πιθανότητες για θερμό επεισόδιο».
Σε γραμμή Μολυβιάτη
Ωστόσο, η Κουμουνδούρου επιμένει στη «γραμμή Μολυβιάτη»: Υπάρχει μία και μόνη ελληνοτουρκική διαφορά, η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Η παραπομπή στη Χάγη δεν αποκλείεται a priori, αλλά για να καταστεί αυτή δυνατή πρέπει να αλλάξει στάση η Τουρκία και να σημειωθεί σοβαρή σύγκλιση στο διπλωματικό πεδίο. Υπενθυμίζεται ότι ο τελευταίος γύρος διερευνητικών επαφών των δύο πλευρών έγινε το 2016.
Στον ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί η εκτίμηση ότι προσφυγή στη Χάγη εν μέσω έντασης, προκλήσεων και κατάφωρης παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να υπάρξει, αφού θα εγκυμονούσε κινδύνους για τα εθνικά συμφέροντα.
Πηγή : CNN Greece
Ελλάδα – Τουρκία: Τι σημαίνει η προσφυγή στην Χάγη;

Η στρατηγική του Ερντογάν έχει ανάψει φωτιές στην Ανατολική Μεσόγειο και είναι αλήθεια ότι η χώρα μας έχει ξεκινήσει ένα διπλωματικό «κατοστάρι» προκειμένου να προλάβει τις εξελίξεις και να εμποδίσει, όσο μπορεί, το δόγμα Ατατούρκ που ακολουθεί ο Τούρκος πρόεδρος. Τις τελευταίες ημέρες στο εσωτερικό τις Ελλάδας πληθαίνουν οι απόψεις που προβάλουν ως γραμμή άμυνας την προσφυγή στη Χάγη. Έχει στα αλήθεια σοβαρές βάσεις ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Τι σημαίνει επί της ουσίας η προσφυγή στο Διεθνές δικαστήριο και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει για την χώρα μας; Τι θα ζητήσουν οι Τούρκοι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Πριν φτάσουμε στην Χάγη πρέπει πρώτα από όλα να ξαναδιαβάσουμε τις πρόσφατες δηλώσεις του Τσαβούσογλου. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών σε πρόσφατες δηλώσεις του ήταν κάτι παραπάνω από ξεκάθαρος:
Πρέπει πρώτα να προηγηθεί μία διμερής εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, χωρίς την παρεμβολή τρίτων. Αυτό επιθυμεί σε πρώτη φάση η Τουρκία. Την διαμόρφωση ενός συνυποσχετικού το οποίο θα προκύψει από «διαπραγμάτευση» επί όλων των μονομερών επεκτατικών βλέψεων της Τουρκίας. Κάτι τέτοιο βέβαια μόνο διαπραγμάτευση δεν λέγεται. Ο κ. Τσαβούσογλου έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα πως αν δεν βρεθούν κοινοί τόποι, τότε θα πάμε στην Χάγη για τα πάντα και όχι μόνο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ.
Αυτό το τελευταίο ορισμένοι στην Ελλάδα κάνουν σαν να μην το άκουσαν…
Όμως, όταν οι Τούρκοι μιλούν για Χάγη, τι ακριβώς εννοούν;
Το περιγράφει επακριβώς σε άρθρο του στην «Καθημερινή» ο κ. κ. Αγγελος Μ. Συρίγος, βουλευτής Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία και αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
«Η επίλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων διά της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προβάλλει ως η μόνη ρεαλιστική λύση στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Υπάρχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα. Η Τουρκία έχει θέσει κατά καιρούς μία πλειάδα θεμάτων τα οποία παρατίθενται χρονολογικά:
- Καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως των ανατολικών νησιών του Αιγαίου (1964-1974).
- Οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου (1974).
- Ορια του FIR Αθηνών (1974).
- Μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν του σημερινού ορίου των 6 ν. μιλίων (1974) που συνδέεται με την απειλή χρήσεως βίας – casus belli (1974) σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα αλλά και με τον ορισμό συγκεκριμένων θαλάσσιων περασμάτων στο Αιγαίο, από τα πολλά που υπάρχουν, ως «διεθνών στενών» ναυσιπλοΐας (1982).
- Εύρος εναερίου χώρου 10 ν. μιλίων εν σχέσει προς χωρικά ύδατα 6 ν. μιλίων (1975).
- Ορια της Ζώνης Ερευνας και Διασώσεως-SAR στο Αιγαίο (1980).
- Οι λεγόμενες «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας απροσδιόριστου αριθμού ελληνικών νησιών στο Αιγαίο και πέριξ της Κρήτης (1996).
- Μη αναγνώριση υφαλοκρηπίδας στα νησιά του συμπλέγματος του Καστελλόριζου (2012).
- Μη αναγνώριση υφαλοκρηπίδας σε Ρόδο, Κάρπαθο, Κάσο και Κρήτη (2019)».
Όταν λοιπόν η Τουρκία ομιλεί για Χάγη, εννοεί όλα τα παραπάνω.
Αλήθεια, η ελληνική κυβέρνηση τι θα δεχθεί να στείλει στο Διεθνές Δικαστήριο από όλα αυτά;
Για να είμαστε ειλικρινείς και ξεκάθαροι – όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές από το Newsbomb.gr – οι απαιτήσεις της Τουρκίας αφορούν μόνο κάποιο κράτος που έχει υποστεί συντριβή μετά από πόλεμο.
Θα μπορούσαν λοιπόν να παραπεμφθούν συλλήβδην όλα στο Διεθνές Δικαστήριο;
Η απάντηση είναι όχι.
Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα τολμούσε να κάνει κάτι τέτοιο το οποίο κινείται στα όρια της εθνικής προδοσίας.
Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να υποκύψει σε τέτοιες διαπραγματεύσεις.
Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο κ. Συρίγος: «η Ελλάδα με δήλωσή της από το 1994 (που επαναλήφθηκε αναδιατυπωμένη το 2015) έχει εξαιρέσει από την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου τη στρατιωτικοποίηση των ανατολικών νησιών του Αιγαίου. Είναι ένα θέμα για το οποίο δεν μπορούν να υπάρξουν δεύτερες σκέψεις. Η παρουσία στρατού στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου συνδέεται με την αυτονόητη ανάγκη προστασίας τους από έναν γείτονα που δεν έχει πρόβλημα, όποτε κρίνει ότι του προσφέρεται η ευκαιρία, να εισβάλει στα εδάφη των διπλανών του κρατών».
Το ίδιο ισχύει και για τις «γκρίζες ζώνες».
«Από το 1996 οι Τούρκοι κατά καιρούς έχουν αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία άλλοτε σε 3.000, άλλοτε σε 1.000 και άλλοτε σε 150 νησιά. Την τελευταία δεκαετία μιλούν για 18 νησιά. Είναι δυνατόν να θέσουμε στην κρίση του Δικαστηρίου εάν οι Φούρνοι, οι Οινούσσες, το Αγαθονήσι, η Γαύδος, η Θύμαινα στη Σάμο, η Ψέριμος ή οι Αρκιοί ανήκουν στην Ελλάδα; Έρχεται ο γείτονας στο σπίτι μας και λέει ότι του ανήκει η κουζίνα, το ψυγείο και το κρεβάτι μας. Συζητάμε μαζί του το θέμα και εάν δεν τα βρούμε, πάμε στο δικαστήριο να μας λύσει τη διαφορά; Θέματα ελληνικής κυριαρχίας επί εδαφικών περιοχών είναι εκτός συζητήσεως», αναφέρει χαρακτηριστικά ο βουλευτής της ΝΔ και έχει απόλυτο δίκιο.
Aπό το 1975 η επίσημη και σταθερή ελληνική θέση ήταν και είναι ότι ουσιαστικά το μοναδικό θέμα προς δικαστική επίλυση είναι αυτό της οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.
Εύλογα γεννάται το ερώτημα: Σήμερα έχει αλλάξει κάτι;
Και όσοι υποστηρίζουν την Χάγη γιατί δεν μας λένε ποια θέματα θα δεχθεί η χώρα μας να πάμε στην Χάγη; Και ποιος ή ποιοι θα αποφασίσουν την αλλαγή της εθνικής μας πολιτικής;
Εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η Χάγη δεν είναι λύση, ούτε καν σοβαρή γραμμή άμυνας για ένα κράτος που θέλει να διατείνεται ότι έχει κυριαρχικά δικαιώματα.
Αυτά τα είχε επισημάνει πολύ εύστοχα το 1987 ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, όταν η Τουρκική προκλητικότητα είχε φτάσει πάλι στο ζενίθ.
Στο υπουργικό συμβούλιο της 27 Μαρτίου 1987, ο τότε πρωθυπουργός είχε τονίσει τα ακόλουθα:
«Εμείς έχουμε καλέσει, και επαναλαμβάνω και τώρα, την Τουρκία να προχωρήσει σε αποδοχή της πρότασής μας να πάμε στη Χάγη. Αυτό προϋποθέτει ένα συνυποσχετικό, υπογραμμένο από τους δύο και με αυτή την έννοια διάλογος για το συνυποσχετικό είναι λογικός και ουδέποτε είχαμε ή έχουμε αντίρρηση για την πραγματοποίησή του. Πολιτικό διάλογο με την Τουρκία για άλλα θέματα δεν είναι δυνατόν να κάνουμε γιατί είναι όλα πολιτικά και αφορούν αποκλειστικά το ποια κυριαρχικά δικαιώματα η Ελλάδα θα παραχωρήσει στην Τουρκία. Αυτό δεν λέγεται διάλογος. Αυτό είναι μήνυμα προς ηττημένο και δεν δεχόμαστε τέτοια μηνύματα».
Η τελευταία του φράση περιγράφει το αίσθημα του ελληνικού έθνους απαλλαγμένο από φοβικά σύνδρομα και διατυπωμένο με απόλυτη σαφήνεια: «Η Ελλάδα δεν δέχεται μηνύματα προς ηττημένους».
Στο ίδιο υπουργικό είχε τονίσει:
«Έχει αναγραφεί σε ορισμένη μερίδα του τύπου ότι εμείς επιζητούμε επιδιαιτησία από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Δεν επιζητούμε επιδιαιτησία, αλλά σαφώς θέτουμε και το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ ενώπιον των ιστορικών των ευθυνών. Είναι φυσικό να απευθυνθούμε και στην Ατλαντική Συμμαχία και ειδικότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και να τονίσουμε ότι αυτές επωμίζονται τις ευθύνες για τις εξελίξεις στο Αιγαίο».
Καλό θα ήταν το σύγχρονο πολιτικό σύστημα που πουσάρει την Χάγη ως λύτρωση και σωτηρία να μας πει τι ακριβώς έχει αλλάξει στην χάραξη εθνικής στρατηγικής και ποιος αποφάσισε την όποια αλλαγή.
Πηγή : Newsbomb.gr
Ελλάδα – Τουρκία: Τρεις δρόμοι οδηγούν στη Χάγη
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΩΚΙΑΝΟΥ
Η διένεξη Ελλάδας – Τουρκίας για την υφαλοκρηπίδα, τα χωρικά ύδατα και τις θαλάσσιες ζώνες πηγαίνει αρκετές δεκαετίες πίσω, όπως και το αφήγημα για την επίλυση των διαφορών μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Πρόκειται ουσιαστικά για τη βασική εθνική θέση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων μετά το 1976 -τουλάχιστον για το θέμα της υφαλοκρηπίδας- και το οποίο επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση.
Μια σειρά από εμπειρογνώμονες θεωρεί ότι η προσφυγή των δύο χωρών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θα πρέπει να είναι το βασικό πρόταγμα της Ελλάδας, όπως και η συνεχής δημοσιοποίηση και επικοινωνία αυτής της προοπτικής στα διεθνή fora. Άσχετα από το γεγονός ότι στο εσωτερικό της χώρας η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο εισπράττεται ενίοτε ως υπαναχώρηση επί των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Εν μέσω της κλιμάκωσης της έντασης από την Τουρκία αυτήν την περίοδο, ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, εκτόξευσε βέλη κατά του διαδόχου του, Κώστα Καραμανλή, για τους χειρισμούς του στη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες το 2004, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζοντας πως «η προσφυγή στη Χάγη δεν αποκλείει ούτε την ανάπτυξη των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, ούτε την πραγματοποίηση διερευνητικών συνομιλιών για την αντιμετώπιση των μεταξύ τους προβλημάτων. Είναι ένα μέσο για την ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών».
Την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία για κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης πρότεινε και η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρώην υπουργός Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, μιλώντας χθες στην εκδήλωση «Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο και ελληνοτουρκικές σχέσεις» που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών. Εκεί ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, τόνισε επίσης από την πλευρά του πως τελικός στόχος θα πρέπει να είναι η υπογραφή συνυποσχετικού με την Άγκυρα για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Τρεις δυνατότητες για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο
Δύο χώρες που αντιδικούν έχουν τρεις τρόπους να προσφύγουν στο Δ.Δ. της Χάγης.
- Με την υπογραφή ενός συνυποσχετικού, στο οποίο καταγράφονται τα σημεία στα οποία συμφωνούν και αυτά στα οποία διαφωνούν, αφήνοντας στο δικαστήριο να βγάλει την ετυμηγορία. Όμως η Τουρκία στο παρελθόν δεν εμφανιζόταν διατεθειμένη να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο, καθώς Τούρκοι αξιωματούχοι, με επίσημες δηλώσεις τους, δεν δέχονταν τη δικαιοδοσία του, κάτι που δεν φαίνεται να έχει αλλάξει έως σήμερα.
- Με έναν έμμεσο τρόπο που δεν είναι άλλος από την πίεση της Ελλάδας προς το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο με τη σειρά του, με τον ρόλο του «διαιτητή», θα υποχρέωνε την Άγκυρα να προσέλθει στη διεθνή δικαιοσύνη.
- Μέσω της συμβολής των «μεγάλων δυνάμεων» και δη των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η οποία στην παρούσα συγκυρία έχει και μεγαλύτερη επιρροή στην Τουρκία. Αν οι δύο αυτές χώρες έπειθαν την Τουρκία για την ανάγκη της επίλυσης των διμερών ζητημάτων με την Ελλάδα μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Με την κατάσταση στη ανατολική Μεσόγειο να κλιμακώνεται, το βασικό ερώτημα είναι αν και τι μπορεί η Ελλάδα να κερδίσει από μια προσφυγή στη Χάγη. Η απάντηση δεν είναι εύκολη, καθώς αν αφετηρία της διαδικασίας για την Ελλάδα είναι ότι έχει 100% δίκιο στην αντιπαράθεση με την Τουρκία, τότε μια απόφαση που θα κατέληγε στο 70% – 75% υπέρ των ελληνικών θέσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί στο εσωτερικό «συμβιβασμός», αν όχι «ξεπούλημα», γεγονός που συν τοις άλλοις θα επέφερε -καλώς ή κακώς- το ανάλογο πολιτικό κόστος.
Συνεπώς, θεωρητικά υπάρχουν τα εργαλεία και τα μέσα για μια διευθέτηση του ζητήματος, υπό συνθήκες και προϋποθέσεις, ωστόσο, οι όποιοι χειρισμοί κρίνονται εκ των πραγμάτων και εξ ορισμού ως εξαιρετικής δυσκολης.
Πηγή : naftemporiki.gr
Επικίνδυνη εξέλιξη. Ολοταχώς προς Χάγη;
Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ
Η δημοσιογραφική ενασχόληση με τα διεθνή θέματα πρέπει να διατηρεί, πάντα, κάποια επιφυλακτικότητα σχετικά με τα όσα ανακοινώνονται δημοσίως.
Η κοινή αίσθηση από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στο Λονδίνο την Τετάρτη είναι ότι απλώς, επί μιάμιση ώρα, κατεγράφησαν οι εκατέρωθεν απόψεις και επισημάνθηκαν οι διαφορές. Μα αυτό έχει γίνει δεκάδες φορές. Χρειαζόταν άλλη μία και, μάλιστα, με το χαρακτηρισμό της συνάντησης ως «συνάντησης της εικοσαετίας»; Όταν, μάλιστα, σ’ αυτήν την εικοσαετία οι ελληνοτουρκικές συναντήσεις οδήγησαν στο Ελσίνκι, την είσοδο της Κύπρου στην Ε.Ε., την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών Ε.Ε. – Τουρκίας, το σχέδιο Ανάν κτλ. κτλ.; Για ποιο λόγο κυβερνητικοί κύκλοι να δίνουν τόση έμφαση στη συνάντηση; Είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Όπως δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη μία αλληλουχία γεγονότων που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάτι προετοιμάζεται. Και πως τα γεγονότα που παρακολουθούμε να εξελίσσονται κάπου οδηγούν. Η άποψή μας είναι ότι οδηγούν σε ένα συνυποσχετικό για τη Χάγη. Αν δεν υπάρξει υπαναχώρηση κάποιας πλευράς.
Η ιστορία είναι παλιά, αλλά η πρόσφατη εκδήλωσή της μπορεί να εντοπιστεί σε εκείνην τη δήλωση Κοτζιά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μοναχοφάης. Δεν μπορεί, δηλαδή, να τα θέλει όλα δικά της. Την πολιτική Κοτζιά ακολούθησε και ο διάδοχός του Γ. Κατρούγκαλος. Για τι προϊδέαζε; Για το ότι καλό είναι να αποδεχτούμε μια λύση με την Τουρκία, που θα άφηνε το Καστελλόριζο χωρίς υφαλοκρηπίδα.
Για να γίνουν αντιληπτά όσα θα ακολουθήσουν, καλόν είναι να παραθέσουμε την τουρκική βούληση. Η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο έχει τη θέση ότι δεν μπορεί ένα νησί, όπως το Καστελλόριζο, να στερεί μία ηπειρωτική χώρα με τη μεγάλη ακτογραμμή της Τουρκίας από θαλάσσιες ζώνες. Και για να υποστηρίξει την άποψή της, έχει ταχθεί με την αντίληψη ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα. Άρα, για το Καστελλόριζο αποδέχεται ότι έχει έξι μίλια χωρικά ύδατα και τέρμα. Δεν μπορεί να έχει επήρεια σε ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα ,που να φτάνει έως την Κύπρο και την Αίγυπτο.
Εκεί που φαίνεται να ελίσσεται η Τουρκία είναι χωρίς να αλλάξει τη θέση της ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα να αποδεχθεί προσφυγή στη Χάγη με συνυποσχετικό που να αποδέχεται με διπλωματικούς όρους μια διευθέτηση με βάση την προσέγγιση της δίκαιης κατανομής, ή ευθύδικης οριοθέτησης-equitable delimitation, και όχι την ίση απόσταση-Equitable.
Με βάση την προσέγγιση αυτή, τα νησιά σε σύγκριση με το ηπειρωτικό έδαφος άλλης χώρας πρέπει να πάρουν μικρότερη υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Πρέπει, δε, να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως το μέγεθος, το μήκος της επιφάνειας προβολής (πρόσοψης) και η θέση των νησιών και πόσο μακριά είναι από το ηπειρωτικό έδαφος. Όλα αυτά κάτι φωτογραφίζουν.
Το ερώτημα, τώρα, είναι αν υπάρχουν στοιχεία, έστω και ως ενδείξεις, που να παραπέμπουν ότι στο παρασκήνιο κάτι κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η απάντηση είναι ναι.
Στις 28 Οκτωβρίου ο τούρκος πρεσβευτής στην Αθήνα Μπουράκ Οζουγκέργκιν παραχωρεί συνέντευξη στην «Καθημερινή» και σε κάποιο σημείο λέει: «Η Τουρκία και η Ελλάδα έχουν πράγματι επαρκείς ευκαιρίες να επιλύσουν τις διαφορές τους, αφού αναγνωρίσουν και κατανοήσουν τα νόμιμα συμφέροντα και τις ανησυχίες του άλλου. Το διεθνές δίκαιο θα κανονίσει τα υπόλοιπα».
Δηλαδή, αφού αποδεχθεί η Ελλάδα τα νόμιμα συμφέροντα της Τουρκίας με τη «δίκαιη μοιρασιά», τα υπόλοιπα θα διευθετηθούν στη Χάγη. Αυτή ορίζει το διεθνές δίκαιο.
Στον τούρκο πρεσβευτή απαντά ο αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πρωθυπουργού Θάνος Ντόκος, προφανώς με την έγκριση του κ. Μητσοτάκη, με συνέντευξη στο ΑΠΕ- ΜΠΕ στις 23 Νοεμβρίου.
Η συνέντευξη Ντόκου προκαλεί αντιδράσεις στην Ελλάδα και ο ίδιος ο κ. Ντόκος αναγκάζεται να δώσει εξηγήσεις. Γράφει, λοιπόν, στη σελίδα του στο facebook:
«Η φράση ‘Ακόμη και ιδέες περί συνεκμετάλλευσης μπορούν να συζητηθούν, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης οριοθέτησης μέσω προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο» έχει μία μόνο ερμηνεία: ότι σύμφωνα με την πάγια ελληνική θέση, Ελλάδα και Τουρκία συμφωνούν να καταφύγουν στη Χάγη, αποδέχονται την απόφαση του Δικαστηρίου για τα όρια των θαλασσίων ζωνών και έχοντας, πλέον, καθορισμένα θαλάσσια σύνορα, θα μπορούσαν να συζητήσουν ακόμη και το (εντελώς θεωρητικό επί του παρόντος) σενάριο συνεκμετάλλευσης ενός κοιτάσματος που βρίσκεται εκατέρωθεν των συνόρων (όπως πράττουν π.χ. Ιράν και Κατάρ)».
Ακολουθούν η συμφωνία Τουρκίας – «Κυβέρνησης Τρίπολης», η διπλωματική ανακούφιση της Ελλάδας με την υποστήριξή της από όλες τις διεθνείς δυνάμεις και τις δυνάμεις της περιοχής (όπως το ’87, αλλά τότε είχαμε μια νίκη επί πεδίου), συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν (όπως το ’87 Νταβός Παπανδρέου – Οζάλ).
Υπάρχει κανείς που με αυτά τα δεδομένα θα χαρακτήριζε τη συνάντηση του Λονδίνου τη σημαντικότερη της εικοσαετίας; Λογικά όχι. Τη χαρακτήρισαν, όμως, έτσι κυβερνητικοί κύκλοι. Οι οποίοι δεν είναι αφελείς. Κάτι θέλησαν να υπονοήσουν. Όχι, βέβαια, την αναμενόμενη ατυχή, δημοσίως, κατάληξή της.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Την επόμενη ημέρα της συνάντησης, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πρωθυπουργού Αλέξανδρος Διακόπουλος είπε επί λέξει: «Διατηρούμε διαύλους ανοιχτούς, μιλάμε, συνεχίζουμε τα μέτρα εποικοδόμησης εμπιστοσύνης, αλλά η Τουρκία θέλει οι όποιες λύσεις, οι όποιες διευθετήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την τουρκική πλευρά, που κατ’ αυτούς έχει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μεσόγειο». Πού παραπέμπει η δήλωση του συμβούλου;
Και ακόμη, η εφημερίδα «Εστία» με επαφές στο χώρο της κυβερνώσας παράταξης είχε την επομένη ως τίτλο: «Προς διεθνές δικαστήριο της Χάγης για διευθέτηση υφαλοκρηπίδος».
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν παρελθόν και θα συνεχίσουν να έχουν δύσκολο παρόν και μέλλον.
Αλλά η στήλη πιστεύει πως στο παρασκήνιο γίνονται προσπάθειες για τη Χάγη με υποχώρηση της ελληνικής πλευράς για «δίκαιη» -για ποιον;- μοιρασιά.
Υπενθυμίζω, απλώς, πως και με τα Σκόπια επετεύχθη συμφωνία όταν η ελληνική πλευρά έκανε πίσω σε ένα κρίσιμο σημείο, το οποίο θα βρίσκει μπροστά της.
Πηγή : “ΜτΚ”
Tι ακριβώς μας χωρίζει με την Τουρκία;
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΚΌΛΗ
Λόγω των εξελίξεων με την ΑΟΖ όλο και περισσότερα δημοσιεύματα επιχειρούν να δημιουργήσουν εντυπώσεις σε σχέση με την Τουρκία χωρίς όμως ουσιαστική γνώση των πραγμάτων εκείνων που μας χωρίζουν από τη γειτονική μας χώρα. Αλήθεια λοιπόν ποιες είναι οι πραγματικές ελληνοτουρκικές διαφορές;
Με τον όρο «ελληνοτουρκικές διαφορές» εννοούμε όλα εκείνα τα εκκρεμή ζητήματα που έχουν ανακύψει μεταξύ των δύο χωρών. Ωστόσο δεν υπάρχει σαφής όρος λόγω των διαφορετικών προσεγγίσεων. Για την Ελλάδα η μόνη ελληνοτουρκική διαφορά είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία προσπαθεί να θέσει επιπλέον θέματα στην ατζέντα των διαπραγματεύσεων, όπως τις γκρίζες ζώνες, την αποστρατικοποίηση των νησιών καθώς και τα εναέρια και ναυτικά μίλια.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως οι ελληνοτουρκικές διαφορές με εξαίρεση το ζήτημα της Κύπρου, αποτελούν κυρίως νομικές διαφορές, δηλαδή έχουν προκύψει λόγω των αλλαγών και του εμπλουτισμού του διεθνούς δικαίου. Έτσι η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 παρότι ρύθμιζε κατά τρόπο οριστικό τα ζητήματα των δύο χωρών, δεν καλύπτει τις αλλαγές στο διεθνές δίκαιο όπως αυτές προέκυψαν μετά την σύναψή της. Συνεπώς τα βασικά ζητήματα που έχουν ανακύψει μεταξύ των δύο χωρών αφορούν στην ουσία την διαφορετική ερμηνεία των συνθηκών από την κάθε πλευρά.
Έτσι τα βασικά θέματα αφορούν την αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας (FIR), τα εναέρια και χωρικά ύδατα και φυσικά την υφαλοκρηπίδα. Σε όλα αυτά τα θέματα οι δύο χώρες έχουν παρουσιάσει τις διαφορετικές τους απόψεις, ωστόσο επειδή η φύση του διεθνούς δικαίου είναι τέτοια που τα κράτη νομοθετούν για τους εαυτούς τους (είναι δημιουργοί αλλά ταυτοχρόνως και αποδέκτες του δικαίου τους), δεν μπορούν να υποχρεωθούν στην εφαρμογή του από κάποια ανώτερη αρχή. Μόνος τρόπος κατά τον οποίο τα κράτη υποχρεούνται να εφαρμόσουν το διεθνές δίκαιο είναι αν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εκδόσει μια σχετική απόφαση. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει τα διάδικα κράτη να δώσουν τα ίδια στο δικαστήριο τέτοια αρμοδιότητα, δηλαδή να προσφύγουν οικειοθελώς σε αυτό.
Επειδή όμως το Διεθνές Δικαστήριο στην προσπάθειά του να φανεί ουδέτερο πολιτικά δεν παίρνει ποτέ το μέρος της μιας μόνο πλευράς, τόσο η Ελλάδα αλλά και η Τουρκία δεν επιθυμούν προσφυγή στη Χάγη προκειμένου να λύσουν τις διαφορές τους, καθώς γνωρίζουν ότι ενδεχόμενη ετυμηγορία του θα έχει δυσβάσταχτο πολιτικό κόστος για τις ηγεσίες. Έτσι και οι δύο πλευρές επιμένουν στον διμερή διάλογο που όμως αποδεικνύεται άκαρπος, καθώς εδώ και δεκαετίες τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις των δύο χωρών.
Υφαλοκρηπίδα
Πρόκειται για το βυθό και το υπέδαφος των περιοχών που καλύπτει η θάλασσα και που γειτονεύουν με την ακτή νησιού ή παράκτιου κράτους, έξω από την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) και σε βάθος τέτοιο, ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου των περιοχών αυτών.
Στη δική της υφαλοκρηπίδα, η κάθε παράκτια χώρα δεν ασκεί εθνική κυριαρχία, όπως στα χωρικά ύδατα αλλά ένα συγκεκριμένο δικαίωμα (π.χ. εκμετάλλευση του βυθού), το οποίο, όμως, ασκείται αποκλειστικά (το κυριαρχικό δικαίωμα υπολείπεται νομικά της εθνικής κυριαρχίας). Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας γίνεται ύστερα από συμφωνία των ενδιαφερόμενων χωρών.
Από το 1973 και εξής, οπότε η Τουρκία παραχώρησε δικαιώματα έρευνας σε περιοχές που είχαν προκηρυχθεί και από την ελληνική πλευρά.
Η Ελλάδα υποστηρίζει πως με βάση τη Σύμβαση της Γενεύης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, όπως και οι ηπειρωτικές ακτές. Συνεπώς η οριοθέτηση με τα γειτονικά κράτη οφείλει να γίνει με βάση τα όσα προβλέπει η συνθήκη, δηλαδή με βάση την αρχή της μέσης γραμμής και της ίσης απόστασης.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει πως τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα, διότι αποτελούν εξάρσεις του βυθού. Επιπλέον επικαλείται «ειδικές περιστάσεις» που υπάρχουν στο Αιγαίο το οποίο θεωρεί «ημίκλειστη θάλασσα». Έτσι η βασική θέση της Τουρκίας είναι πως τα νησιά γεωλογικά αποτελούν συνέχεια της Ανατολίας με αποτέλεσμα να διεκδικεί τον υποθαλάσσιο χώρο στο μισό Αιγαίο. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε εδώ πως η Τουρκία δεν αμφισβητεί την ελληνικότητα των νησιών του Αιγαίου στον υποθαλάσσιο χώρο που διεκδικεί.
Βασικό νομικό επιχείρημα της Τουρκίας – η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Γενεύης- για τη θέση αυτή είναι η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Δανίας, Ολλανδίας και Γερμανίας. Τότε το Δικαστήριο έκρινε πως «η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα κάθε κράτους πρέπει να είναι η φυσική προέκταση του εδάφους του και δεν πρέπει να καταπατά τη φυσική προέκταση του εδάφους ενός άλλου κράτους».
Χωρικά ύδατα
Με βάση τη Συνθήκης της Λωζάννης (1923) το εύρος των χωρικών υδάτων ορίστηκε στα τρία (3) ναυτικά μίλια. Με την αναθεώρηση της Συνθήκης στο Μοντρέ (1936), η Ελλάδα επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στα έξι (6) μίλια για να ακολουθήσει η Τουρκία τρεις δεκαετίες αργότερα (1964).
Η Σύμβαση για το ∆ίκαιο της Θάλασσας (Μοντέγκο Μπέι, 1982) – η οποία αποτελεί κωδικοποίηση του ∆ιεθνούς ∆ικαίου – δίνει τη δυνατότητα επέκτασης στα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια. Η χώρα μας επικύρωσε τη Συνθήκη αυτή το 1995, ενώ η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Ωστόσο με ψήφισμά της η Τουρκική Εθνοσυνέλευση απειλεί ανοιχτά την Ελλάδα με πόλεμο (casus belli) σε περίπτωση που η χώρα μας ασκήσει το δικαίωμά της.
Αν η χώρα µας επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 µίλια, τότε η κυριαρχία της θα φτάσει στο 64%, της Τουρκίας στο 10%, ενώ τα διεθνή ύδατα περιορίζονται στο 26%…Aποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου
Εναέριος χώρος
Σύµφωνα µε τη Συνθήκη της Λωζάνης ο εναέριος χώρος ορίστηκε στα τρία (3) ναυτικά µίλια. Όμως η Ελλάδα το 1931 διεύρυνε τον εναέριο χώρο της στα δέκα (10) ναυτικά µίλια, προτού ακόµη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 6 µίλια.
Η επέκταση αυτή δεν αµφισβητήθηκε από την Τουρκία µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ’70, οπότε και άρχισαν οι υπερπτήσεις και οι παραβιάσεις από τα τουρκικά µαχητικά στα επιπλέον 4 µίλια. Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει πως η Ελλάδα παραβιάζει το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, αφού το εύρος του εναερίου χώρου (10 µίλια) δεν αντιστοιχεί στο εύρος των χωρικών της υδάτων (6 µίλια). Η ελληνική πλευρά αντιτείνει πως η πράξη της αυτή έγινε αποδεκτή από την Τουρκία επί µισό αιώνα, δηµιουργώντας ένα είδος «τοπικού εθίµου» στην περιοχή.
Αποστρατικοποίηση των νησιών
Σύµφωνα µε το ∆ιεθνές ∆ίκαιο, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου συνιστούν τρεις κατηγορίες:
Λήµνος και Σαµοθράκη. Στα νησιά αυτά καθώς και στις νήσους Ίµβρο, Τένεδο, Λαγούσες και τα Στενά είχε επιβληθεί µε το άρθρο 4 της Συνθήκης της Λωζάνης καθεστώς αποστρατικοποίησης. Με την αναθεώρηση της Συνθήκης όμως στο Μοντρέ (1936), η Τουρκία πέτυχε να αλλάξει το καθεστώς των Στενών και των δικών της νησιών, χωρίς να υπάρχει ρητή αναφορά και στα ελληνικά νησιά. Την παράλειψη αυτή της ελληνικής διπλωµατίας επικαλείται η τουρκική πλευρά, από το 1970 και έπειτα, αµφισβητώντας το δικαίωµα της Ελλάδας για στρατιωτικοποίηση των δύο νησιών. Η Ελλάδα φυσικά αντιτείνει πως αφού η Συνθήκη έπαψε να έχει ισχύ για την Τουρκία, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την Ελλάδα.
Λέσβος, Χίος, Σάµος και Ικαρία, στα οποία µε το άρθρο 13 της Συνθήκης της Λωζάνης είχε επιβληθεί καθεστώς µερικής αποστρατικοποίησης (απαγόρευση εγκατάστασης ναυτικών βάσεων και οχυρωµατικών έργων, περιορισµός των στρατιωτικών δυνάµεων των νησιών). Η Ελλάδα επικαλούμενη το δικαίωμα στην αυτοάμυνα που προβλέπουν τα Ηνωμένα Έθνη, έχει στρατιωτικοποιήσει τα νησιά ως αντίβαρο στην «τουρκική στρατια του Αιγαίου».
∆ωδεκάνησα, τα οποία παραχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα µε τη συνθήκη των Παρισίων (1947). Με το άρθρο 14 της Συνθήκης επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρέωση αποστρατικοποίησης, επιτρέποντας µόνο περιορισµένο αριθµό προσωπικού εσωτερικής ασφάλειας µε τον ανάλογο οπλισµό του. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα παραβιάζει τη Συνθήκη, όμως υπάρχουν δυο σημαντικοί παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψιν.
Αρχικά η Τουρκία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω Συνθήκη, η οποία αποτελεί «res inter alios acta» γι’ αυτήν, δηλαδή ζήτημα που αφορά άλλον. Σύμφωνα δε με το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, «μια συνθήκη δεν δημιουργεί υποχρεώσεις ή δικαιώματα για τρίτες χώρες».
Το καθεστώς αποστρατικοποίησης στα Δωδεκάνησα επιβλήθηκε μετά από αποφασιστική παρέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης και απηχεί τις πολιτικές σκοπιμότητες της Μόσχας εκείνη τη χρονική περίοδο. Ωστόσο με τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην πράξη έπαψε να έχει ισχύ* ως ασύμβατο με τη συμμετοχή χωρών σε στρατιωτικούς συνασπισμούς.
Γκρίζες ζώνες
Η θεωρία των γκρίζων ζωνών αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’90 και αφορά την επανερμηνεία των διεθνών Συνθηκών από την Τουρκία, η οποία ισχυρίζεται ότι η ελληνική κυριαρχία εκτείνεται μόνο σε εκείνα τα νησιά του Αιγαίου τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στα κείμενα των Συνθηκών με τις οποίες αυτά τα νησιά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα. Έτσι πλήθος βραχονησίδων και νησίδων τα οποία δεν κατονομάζονται, η Τουρκία θεωρεί ότι παραμένουν τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και άρα της Τουρκίας ως διαδόχου κράτους.
Κέντρα εναέριας κυκλοφορίας (FIR)
Σύμφωνα με τον διεθνή Οργανισµό που καθορίζει τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας (ICAO) στο Κέντρο Ελέγχου Αθηνών (FIR Αθηνών) έχει ανατεθεί ο έλεγχος της διεθνούς εναέριας κυκλοφορίας µέχρι το σηµείο που συναντάται στα δυτικά µε το ιταλικό FIR, στα νότια µε τα αντίστοιχα της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Κύπρου και στα ανατολικά µε το τουρκικό, µεταξύ της τουρκικής ακτής στο Αιγαίο και ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Στόχος είναι η ασφάλεια των πτήσεων και ο έλεγχος από µια χώρα ενός διεθνούς εναέριου χώρου, χωρίς αυτό να συνιστά άσκηση κυριαρχίας.
Επειδή όµως οι κανόνες του ICAO είναι γενικοί, έχει εκχωρηθεί το δικαίωµα σε κάθε χώρα να θεσπίζει εθνικούς κανόνες – συµπληρωµατικούς των γενικών κανόνων του ICAO.
Όταν ξέσπασε η κρίση στην Κύπρο η Τουρκία αµφισβήτησε για πρώτη φορά τα όρια του FIR Αθηνών με την Αγγελία προς Αεροναυτιλλοµένους (ΝΟΤΑΜ 714), στην οποία ζητούσε από τα αεροσκάφη που πετούσαν στο Ανατολικό Αιγαίο να αναφέρουν τις πτήσεις τους στα τουρκικά κέντρα ελέγχου (FIR Αγκύρας και Κωνσταντινούπολης). Η Ελλάδα αντέδρασε, κηρύσσοντας ολόκληρο το Αιγαίο ως επικίνδυνη περιοχή. Το αποτέλεσμα ήταν η διακοπή των αεροπορικών συγκοινωνιών διακόπηκαν µέχρι και τα µέσα του 1980. Ωστόσο η Τουρκία δεν εχει καταφέρει να πετύχει αναθεώρηση του ισχύοντος καθεστώτος. Έκτοτε η Τουρκία σε όλα τα διεθνή fora και σε κάθε ευκαιρία εκδηλώνει την επιθυµία της για «συνυπευθυνότητα στο Αιγαίο».
*Αυτό ισχύει και για τα ιταλικά νησιά Panteleria, Lampedusa, Lampione και Linosa, καθώς και για τη Δυτική Γερμανία από τη μια πλευρά, και τη Βουλγαρία, Ρουμανία, Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία και Φινλανδία από την άλλη πλευρά
Πηγή: iefimerida.gr


