Ουσιαστικά όλοι κοιμούνταν

89

Του Σενέρ Λεβέντ*

Υπήρχαν μακρές χειμερίες νάρκες και θερινή μεσημβρινή ανάπαυση. Στο καφενείο κοιμούνταν πάνω σε καρέκλες και στο σπίτι πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι
Σύμφωνα με τον συνταγματάρχη εν αποστρατεία Ισμαήλ Τανσού, ουσιαστικά κανείς δεν κοιμόταν. Κάνει λάθος. Υπήρχαν μακρές χειμερίες νάρκες και θερινή μεσημβρινή ανάπαυση. Στο καφενείο κοιμούνταν πάνω σε τέσσερις καρέκλες και στο σπίτι πάνω σε σιδερένιο κρεβάτι. Ο πατέρας μου, ο οποίος ολόκληρη την ημέρα εργαζόταν στο πόδι στο παντοπωλείο, έβγαζε τα παπούτσια μόλις ερχόταν στο σπίτι, φορούσε τις παντούφλες του, καθόταν κοντά στο μαγκάλι για να ζεσταθεί και κοιμόταν εκεί.
Όταν η Λευκωσία βυθιζόταν στο σκοτάδι, τα σοκάκια ερήμωναν, σε κάποια σπίτια έκαιγαν λάμπες γκαζιού και κάποτε ακουγόταν μόνο η φωνή ενός ανδρός έξω. Ενός μεθυσμένου. Είτε μουρμούριζε ένα τραγούδι, είτε φώναζε. Αν δεν κοιμούνταν όλοι, αν δεν ήταν τόσο ήσυχοι οι δρόμοι, θα μπορούσε να γίνονταν αντιληπτοί οι άγνωστοι μασκοφόροι. Αλλά κοιμούνταν.
Έστω και αν αντιλαμβάνονταν την βροχή που έπεφτε έξω, τις αστραπές και τις βροντές, δεν μπορούσαν να ακούσουν τη φωνή εκείνων που διέταξαν τη δολοφονία του Φαζίλ Οντέρ. Αν την άκουγαν, θα μπορούσαν να ειδοποιούσαν τον Φαζίλ και να εμπόδιζαν αυτήν τη δολοφονία. Κανείς δεν ήξερε και το ότι θα πυροβολούσαν και θα δολοφονούσαν εκείνο το βράδυ και τον μπαρμπέρη Γιαχιά που κοιμόταν στο χάνι.
Διότι κοιμούνταν. Και ήταν πολύ βαθύς ο ύπνος τους. Ακούγονταν ροχαλητά από μέσα ακόμα και όταν περνούσες δίπλα από κάποια παράθυρα. Όταν θα ξυπνούσαμε το πρωί, θα βρίσκαμε τα τριαντάφυλλα και τα γαρύφαλλα όπως τα αφήσαμε. Και μόνο το πρωί μαθαίναμε ποιος είχε δολοφονηθεί το βράδυ, όταν εμείς κοιμόμασταν.
Επειδή κοιμόμασταν πολύ βαθιά, δεν μπορέσαμε να δούμε ποιοι έβαλαν φωτιά στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στη Λευκωσία. Απλώς αντιληφθήκαμε την πυρκαγιά μόλις οι φλόγες έζωσαν την περιοχή. Στη γειτονιά μας δεν είδαμε ποιος πυροβόλησε τον Ταντή στη μέση του δρόμου.
Δεν είδαμε ποιοι έγραψαν στους τοίχους μας «ένωση» με μπλε μπογιά και «διχοτόμηση ή θάνατος» με κόκκινη μπογιά την ώρα που εμείς κοιμόμασταν. Μάθαμε αργότερα ότι ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Αντνάν Μέντερες έδωσε την εντολή ίδρυσης της ΤΜΤ και ότι εσύ κύριε Ισμαήλ ανέλαβες αυτήν την οργάνωση. Δεν είχαμε καθόλου ιδέα πώς θάψατε εκείνα τα όπλα στο χώμα. Διότι κοιμόμασταν. Όλοι μας κοιμόμασταν.
Γι’ αυτό, ούτε εκείνους που πήγαν να τινάξουν στον αέρα τα δύο τζαμιά αντιληφθήκαμε. Δεν μπορέσαμε να δούμε πώς πέρασαν από την οδό Ερμού, επειδή κοιμόμασταν. Πότε ξυπνήσαμε; Μόλις εξερράγησαν οι βόμβες. Δεν ξέρουμε καν γιατί μαζευτήκαμε εκείνο το πρωί στο Σαράι και γιατί φωνάζαμε «διχοτόμηση ή θάνατος». Ο βαθύς μας ύπνος δεν μας επέτρεπε να το ψάξουμε.
Κοιμόταν και ο Πεδιαίος κοιμόμασταν και εμείς. Δεν μας εμπόδιζε να κοιμηθούμε ακόμα και το θρόισμα των δέντρων κατά τις βραδιές που φυσούσε δυνατός αέρας, το νιαούρισμα των γάτων και το γάβγισμα των σκύλων. Θα σκοτώνατε τον Αϊχάν και τον Γκιουρκάν κύριε Τανσού και πώς εμείς δεν είχαμε χαμπάρι;
Κανείς δεν πήγε στο σπίτι του Αϊχάν στην εντός των τειχών περιοχή και να του πει «απόψε μην κοιμηθείς σε αυτό το σπίτι, θα έρθουν να σε σκοτώσουν». Κανείς δεν είπε στον Γκιουρκάν «πρόσεχε, παρακολουθούν το αυτοκίνητό σου, θα σε πυροβολήσουν μόλις μπεις στο γκαράζ».
Επειδή όλοι μας κοιμόμασταν συνταγματάρχη μου, ύστερα μάθαμε το σχέδιό σας το οποίο αποκαλούσατε Σχέδιο Ανάκτησης (της Κύπρου). Σχέδιο Ανάκτησης. Δηλαδή σχέδιο να παρθεί πίσω η Κύπρος. Δεν είχατε καμία δουλειά με ομοσπονδία και άλλα παρόμοια. Αυτό που είχε σημασία ήταν η ένωση της Κύπρου με την Τουρκία. Αν θα έφευγαν από εδώ οι Άγγλοι, θέλατε να σας δώσουν πίσω το νησί.
Και όταν δεν σας το έδωσαν οι Άγγλοι, κάνατε υπόγεια οργάνωση. Εσύ μας τα είπες αυτά κύριε Ισμαήλ. Από εσένα τα μάθαμε όλα. Εσύ έγραψες τα απομνημονεύματα των ημερών που εμείς κοιμόμασταν. Εσύ ένιωσες περήφανος με τα απομνημονεύματά σου. Εγώ δεν ένιωσα. Εγώ τότε κοιμόμουν στο φως μιας λάμπας φανού.
Ο πατέρας μου ήταν πωλητής στο παντοπωλείο. Οι γείτονές μας ήταν είτε χασάπηδες είτε μανάβηδες. Στη γειτονιά μας ζούσε και ένας άνδρας που θα δολοφονούνταν. Παραιτήθηκε από τη συντεχνία και σώθηκε. Του χάρισαν τη ζωή. Δεν είναι ο Αλλάχ που του τη χάρισε. Εσείς ήσασταν.
Και αυτά όλα θα τα μαθαίναμε αργότερα εμείς. Μετά από πολλά χρόνια ο Ραούφ Ντενκτάς είπε ότι εμείς βάλαμε τη βόμβα στο Τουρκικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Και αυτό αργότερα το μάθαμε. Διότι κοιμόμασταν κύριε Ισμαήλ Τανσού. Όλοι κοιμόμασταν. Είχαμε μακρές χειμερίες νάρκες και γλυκούς θερινούς μεσημβρινούς ύπνους. Και λες «ουσιαστικά κανείς δεν κοιμόταν». Ουσιαστικά όλοι κοιμούνταν. Και τι παράξενο… Ακόμα κοιμούνται!

*Εκδότης – Αρθρογράφος εφ. AFRIKA
Πηγή : politis.com.cy