Η λύση του Κυπριακού εμπεριέχει και την κατάργηση των αιτιών του προβλήματος, σημειώνει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Νίκος Κοτζιάς. Η υλοποίηση των πέντε αυτών σημείων αποτελεί τη συνολική λύση του πυρήνα του Κυπριακού, όπως ο κ. Κοτζιάς σημειώνει.
Περιγράφοντας τις πέντε αιτίες, που προκαλούν το Κυπριακό ζήτημα, σημειώνει πως το 2017, χρονιά διαπραγματεύσεων, υποδεικνύοντας πως οι δυνάμεις που δεν ήθελαν να τεθεί το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, της κατάργησης των Συνθηκών τόσο εκείνης της Συμμαχίας όσο και των Εγγυήσεων, τον κατηγόρησαν ότι παρεμπόδισε τη λύση. Τα πιο πάνω αναφέρονται στο νέο βιβλίο του Νίκου Κοτζιά, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις Gutenberg και με τίτλο «Η Λογική της Λύσης – Πολιτική θεωρία και πρακτική στις διεθνείς σχέσεις- Αλήθειες για το Μακεδονικό και τη διαπραγμάτευση». Ο «Φιλελεύθερος» προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που αναφέρεται στο Κυπριακό.
Ο Νίκος Κοτζιάς, κατά τη διάρκεια της θητείας στο υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος, άλλαξε το Κυπριακό. Το έθεσε στη σωστή του διάσταση, ως θέματος εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής και ήταν ο πρώτος, ο οποίος κατέθεσε ολοκληρωμένη πρόταση για το θέμα της Ασφάλειας. Μια πρόταση, η οποία τέθηκε στο τραπέζι και θα παραμείνει σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις, εκτός κι εάν βρεθεί ελληνική ή κυπριακή κυβέρνηση, που θα την αποσύρει. Αυτό, βέβαια, θα ήταν αυτοχειρία.
Ως προς την τακτική που ακολουθήθηκε από ελλαδικής πλευράς στις δύο Διασκέψεις για την Κύπρο, το 2017, ο Νίκος Κοτζιάς περιγράφει ως εξής τις κινήσεις: «Σαφής στρατηγική με ενσωματωμένο σύστημα χειρισμών· σαφή αιτήματα με αξιοποίηση ιστορικών και πραγματικών στοιχείων· ήπιοι τόνοι· δημιουργία συμμαχιών· προσπάθεια συστηματική να ακούν τα αυτιά των άλλων την ελληνική θέση…»
Το βιβλίο του Νίκου Κοτζιά, συνιστά όπως σημειώνει μια τοιχογραφία του «Μακεδονικού-Ονοματολογικού» προβλήματος, των θεωρητικών προβλημάτων αυτής της θεματικής, και της λύσης του. Το βιβλίο, ένα εγχειρίδιο πολιτικής διαπραγμάτευσης, αναφέρεται ( πρώτο μέρος) σε προβλήματα μεθοδολογίας, στις στρατηγικές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στην ιστορία του Ονοματολογικού και τη γεωπολιτική διάσταση και σημασία του. Στο δεύτερο και τρίτο μέρος εξηγείται η σημασία των θεωρητικών σχολών και οι πρακτικές μεταβολές που επέρχονται σήμερα σε θέματα κλειδιά, όπως ο αλυτρωτισμός, η ονοματολογία, η ιθαγένεια και η εθνική ταυτότητα, η εμπιστοσύνη και η δυσπιστία, το έθνος-εθνικό κράτος, ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός, καθώς και αυτό που ονομάζω, και όχι μόνο εγώ, ως «αμυντικό εθνικισμό». Στο τέταρτο μέρος αναλύονται οι διαπραγματεύσεις στο διάστημα 1991-2015. Σε αυτό το μέρος αποκαλύπτονται μυστικές διαπραγματεύσεις και υποχωρήσεις σειράς κυβερνήσεων. Αξιολογείται η μη κατανόηση από την τότε πολιτική ηγεσία της χώρας των αλλαγών που συντελούνταν στην τότε ΦΥΡΟΜ και στην περιοχή γενικότερα. Τέλος, στο πέμπτο μέρος, ασφαλώς με απόσταση το μεγαλύτερο, επεξηγούνται οι θεωρίες διαπραγματεύσεων και αναπαρίσταται η καθ’ αυτό διαπραγμάτευση που οδήγησε στη Λύση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Εξηγείται η μετακίνηση της διαπραγμάτευσης από μια άγονη μάχη θέσεων στο πεδίο των συμφερόντων.
Οι διαπραγματεύσεις το 2017
Στο βιβλίο αναλύεται η διαπραγμάτευση για Μακεδονικό και γίνεται αναφορά στην εμπειρία τεσσάρων άλλων διαπραγματεύσεων, με Κυπριακό, με Αλβανία, ΑΟΖ με Ιταλία και ΑΟΖ με Αίγυπτο. Σημειώνεται πως στο Κυπριακό γίνεται αναφορά και σε άλλα κεφάλαια του βιβλίου, όπως και σε Κύπριους πολιτικούς. Στο βιβλίο σημειώνονται τα εξής σε σχέση με διαχείριση των διαπραγματεύσεων για την Κύπρο:
Το 2017 ήταν χρονιά διαπραγματεύσεων κυρίως για το Κυπριακό. Ως προς αυτές τις διαπραγματεύσεις υπήρχαν δύο σημαντικοί σταθμοί. Ο πρώτος ήταν ο διαπραγματευτικός γύρος σε ένα διήμερο (Γενεύη, Γενάρης). Εκεί οι δυνάμεις που δεν ήθελαν να τεθεί το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, της κατάργησης των Συνθηκών τόσο εκείνης της Συμμαχίας όσο και των Εγγυήσεων, με κατηγόρησαν ότι παρεμπόδισα τη λύση. Ουδέν πιο ψευδές. Απλά πίστευα και πιστεύω ότι η λύση του Κυπριακού Προβλήματος εμπεριέχει και την κατάργηση των αιτιών του προβλήματος. Δηλαδή: (α) Της κατοχής της Βορείου Κύπρου. (β) Της καταπίεσης των Τουρκοκυπρίων από τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής. (γ) Της επιστροφής των προσφύγων. (δ) Της διασφάλισης του μέγιστου δυνατού αριθμού και ποιότητας δικαιωμάτων για τους Τουρκοκύπριους, αλλά και των τριών μικρών μειονοτήτων στην Κύπρο, ήτοι των Αρμένιων, των Λατίνων και των Μαρωνιτών [για το (δ) έπεισα αρκετά νωρίς τον ίδιο τον ΟΗΕ]. (ε) Της μέγιστης απόδοσης ασφάλειας για τους Ελληνοκύπριους και της απομάκρυνσης του στρατού κατοχής.
Η υλοποίηση των πέντε αυτών σημείων αποτελεί τη συνολική λύση του πυρήνα του Κυπριακού. Με αυτήν, όλοι κερδίζουν, εκτός από εκείνους που πιστεύουν ότι στον 21ο αιώνα πρέπει να υπάρχουν στρατοί κατοχής και ότι είναι ανεκτό κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ να μην είναι ένα φυσιολογικό/ κανονικό (το λατινικό normal όπως χρησιμοποιήθηκε από μένα στις διαπραγματεύσεις) κράτος. Πρόκειται για έναν όρο που πρωτοχρησιμοποίησα ο ίδιος, ο οποίος συμπυκνώνει το σύνολο των αιτημάτων για μια δημοκρατική λύση του Κυπριακού και προς μεγάλη χαρά μου υιοθετήθηκε από τον ΓΓ του ΟΗΕ Γκουτέρες. Ο δεύτερος γύρος έγινε λίγες μέρες μετά σε τεχνικό επίπεδο, με τη συμμετοχή από την πλευρά της Ελλάδας μόνο υπηρεσιακών παραγόντων. Η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν, υπό τον τότε ΓΓ του ΥΠΕΞ, Δημήτρη Παρασκευόπουλο.
Ο τρίτος και ουσιαστικός γύρος ήταν 12 μέρες του Ιουνίου και του Ιουλίου του 2018 στο Κραν Μοντανά. Η διαπραγμάτευση πήγε καλά όσον αφορά τις θεματικές στις οποίες είχε ουσιαστικό και πραγματικό δικαίωμα λόγου η Ελλάδα, δηλαδή, στην εξωτερική πτυχή του Κυπριακού, ήτοι τις δύο μικρές Συνθήκες. Εκείνη των «Εγγυήσεων» και της «Συμμαχίας». Για πρώτη φορά, η ΕΕ και ο ΓΓ του ΟΗΕ, σε αντίθεση με τον διαπραγματευτή του Έιντε, ήταν υπέρ της απαλλαγής της Κύπρου από κατοχικά στρατεύματα και εγγυήσεις. Κατά τη γνώμη μου αυτό έγινε δυνατό χάρη στη διαπραγματευτική πολιτική που ακολουθήθηκε: σαφής στρατηγική με ενσωματωμένο σύστημα χειρισμών· σαφή αιτήματα με αξιοποίηση ιστορικών και πραγματικών στοιχείων· ήπιοι τόνοι· δημιουργία συμμαχιών· προσπάθεια συστηματική να ακούν τα αυτιά των άλλων την ελληνική θέση. Βοηθήθηκε ακόμα από το γεγονός ότι ο Μπόρις Τζόνσον, τότε ΥΠΕΞ του ΗΒ, χάρη σε συνεχείς μεταξύ μας συζητήσεις, δεν θέλησε να δημιουργήσει προβλήματα στη διαπραγμάτευση όπως έκανε το δίδυμο Αιντε και Βρετανός ΑΝΥΠΕΞ Duncan.
Η δουλειά μας έγινε πιο εύκολη, ακόμα, επειδή δεν ανακατεύτηκε καθόλου ο αμερικάνικος παράγοντας καθότι δεν είχε το Κυπριακό ψηλά στην ατζέντα του. Ενώ στον πρώτο γύρο η απερχόμενη διοίκηση του Ομπάμα προσπάθησε να επιβάλει ορισμένα κριτήρια μέσω του διαμεσολαβητή του ΟΗΕ, όπως ήταν η παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων (οι διαπραγματεύσεις γίνονταν στις 12.1.18, ενώ η απερχόμενη αμερικάνικη κυβέρνηση παρέδιδε στις 19.1.18). Εκείνο στο οποίο είχα καταλήξει ήταν ότι η Ελλάδα, ως προς αυτή τη διαπραγμάτευση, μπορούσε να αξιοποιήσει το κενό ενδιαφέροντος και γνώσης στην Ουάσινγκτον στο πρώτο διάστημα μετά την αποχώρηση της κυβέρνησης του Ομπάμα. Όπως οι περισσότερες κυβερνήσεις των Δημοκρατικών, η διοίκηση Ομπάμα διακατεχόταν από ευαισθησίες απέναντι στα Σκόπια και στην Άγκυρα. Αυτή η διαπίστωση ισχύει συχνά και για τους ρεπουμπλικάνους. Με μια διαφορά. Η επικείμενη κυβέρνηση Τραμπ είχε πολλούς στρατιωτικούς, όχι όμως, διπλωμάτες, ούτε διπλωματική εμπειρία. Πολλά στελέχη της πρώτης φουρνιάς στον Λευκό Οίκο καθώς και ο τότε πρόεδρος του ρεπουμπλικανικού κόμματος ήταν Ελληνοαμερικάνοι. Η εκτίμηση που έκανα, και που επαληθεύτηκε, ήταν ότι στον επόμενο χρόνο η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν θα είχε καιρό, διάθεση, πείρα και χωρητικότητα (capacity) να ασχοληθεί και να ανακατευτεί στο Κυπριακό. Επίσης, η πρώτη φουρνιά στελεχών της διοίκησης Τραμπ, πλην του Φλυν, δεν έβλεπε με συμπάθεια τις «τουρκικές αταξίες και ζαβολιές». Αυτό αδυνάτιζε την ικανότητα των Τούρκων και των φίλων τους εντός της κυβέρνησης του ΗΒ να πιέζουν τον ΟΗΕ και άλλους παράγοντες της διαδικασίας της διαπραγμάτευσης.
Τα διδάγματα από Κύπρο και ο χειρισμός για το Ονοματολογικό
Ο Νίκος Κοτζιάς σημειώνει ακόμη: Από τις διαπραγματεύσεις του 2017 για το Κυπριακό, εξήγαγα και ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα ως προς τον χειρισμό των ΗΠΑ σε σχέση με το Ονοματολογικό. Πρώτα από όλα ήταν πολύ χρήσιμη η απομάκρυνση της Νούλαντ που είχε στενές σχέσεις και φιλία με το σύστημα Γκρουέφσκι και ήταν θυμωμένη προσωπικά διότι δεν μπόρεσε να «σπρώξει» την ΠΓΔΜ να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ το 2008. Δεύτερον, η νέα κυβέρνηση Τραμπ είχε άλλα ενδιαφέροντα στην περιοχή. Ενδιαφερόταν, περισσότερο, για τη Μέση Ανατολή. Δεν την ενδιέφεραν τα δύο πρώτα χρόνια τόσο τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων ή η Κύπρος. Για αυτές τις δύο «περιπτώσεις» η κυβέρνηση Τραμπ, τουλάχιστον αρχικά, δεν είχε το φανατικό ενδιαφέρον των προηγούμενων αμερικανικών κιυβερνήσεων. Η Κίνα κρατιόταν μακριά από το Ονοματολογικό και στο Κυπριακό είχε θετική άποψη. Η ΕΕ στο Σκοπιανό ήθελε λύση. Αρχικά με μια στάση εχθρική προς εμάς, αλλά στην πορεία, όπως ήδη εξήγησα, με πολλή κριτική προς τον Γκρουέφσκι.
Η Ρωσία, τέλος, δεν ήθελε λύση, εξαιτίας του γεγονότος ότι, μετά τη λύση, η ΠΓΔΜ, αν το επιθυμούσε εκείνη, θα μπορούσε να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά δεν ήταν κομμάτι της διαδικασίας της διαπραγμάτευσης παρά μόνο έμμεσα «και από μακριά». Από τη σκοπιά του διεθνούς περιβάλλοντος είχαμε μια ανάλογη με το Κυπριακό ευκαιρία, ένα ανοικτό παράθυρο, να βρούμε λύση στο Ονοματολογικό, εμείς και οι Βορειομακεδόνες μόνοι μας, χωρίς να επιτρέψουμε να ανακατευτεί κανείς. Δεν θα αφήναμε να επαναληφθούν τα γεγονότα του 1995, αλλά ούτε και συμπεριφορές όπως αυτές της Νούλαντ. Βέβαια, το 2018 δεν υπήρχαν τέτοιες προθέσεις, τουλάχιστον έναντι της Ελλάδας. Τρίτο δίδαγμα από το Κυπριακό ήταν ότι, αν θέλαμε η διαμεσολάβηση του ΟΗΕ να είναι υποβοηθητική, θα έπρεπε να περιορίσουμε τον ρόλο και την παρουσία του διαμεσολαβητή, για λόγους που εξηγώ στη συνέχεια. Τα προβλήματα που μας δημιούργησε ο Έιντε στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και τα οποία η πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας έκανε, για τους δικούς της λόγους, το λάθος να υποβαθμίζει, δεν θα έπρεπε να επιτρέψουμε να επαναληφθούν στο Ονοματολογικό.
Αυτό ήταν και πιο εύκολο, διότι ήμασταν σε αυτό το πρόβλημα μόνο δύο οι παίκτες που τους αϕορούσε άμεσα και είχαν δικαιώματα γνώμης πάνω στο πρόβλημα. Ήταν, επίσης, πιο εύκολο, διότι ο Νίμιτς ήταν βαθύς γνώστης του Μακεδονικού/ Ονοματολογικού, εξαιρετικά ευγενής άνθρωπος, με μια αίσθηση σοφή για τον χρόνο και τα ζητήματα. Προσεκτικός. Ανακατευόταν εκεί όπου πραγματικά θα βοηθούσε και δεν έπαιζε πολιτικά παιχνίδια στο εσωτερικό των κρατών-μερών της διαπραγμάτευσης. Ήταν το αντίστροφο παράδειγμα από εκείνο του Έιντε. Τέταρτο δίδαγμα, η σταθερή προώθηση μιας Λογικής της Λύσης είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε λύση, αρκεί να μην υπεισέλθουν άλλοι παράγοντες, όπως παίκτες με διαφορετικές προθέσεις και λογικές. Προκειμένου να υλοποιηθεί μια τέτοια λογική χρειάζονται καλές γνώσεις Ιστορίας, επιστήμης του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Σχέσεων. Υπομονή και επιμονή. Φροντίδα για οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με την άλλη πλευρά, πράγμα που δεν έγινε δυνατό στον απαραίτητο βαθμό με το Κυπριακό. Παρρησία και θάρρος/σθένος στην αντιμετώπιση προβλημάτων και δύσκολων καταστάσεων. Απαραίτητη ήταν και η παραγωγή νέων ιδεών προκειμένου να κοπούν οι γόρδιοι δεσμοί.



