Του Κώστα Πάντζιου
Ο πληθωρισμός τρέχει με 20%, το εθνικό νόμισμα έχει χάσει πάνω από 40% της αξίας του, η μεσαία αστική τάξη δεν μπορεί να σκέπτεται το μέλλον, αφού δεν μπορεί να κατανοήσει πώς έγινε και ζει ένα τέτοιο παρόν. Για την Τουρκία του Τ. Ερντογάν πρόκειται, που πριν από το 2016 είχε μία οικονομία εύρωστη, σαν αποτέλεσμα σωστής οικονομικής και γεωπολιτικής διαχείρι-σης, τη διετία 2001-2003, από τον ίδιο άνθρωπο, που τώρα βλέπει τη χώρα του να δοκιμάζεται. Και να μην έχει καμία σκέψη για το τι πρέπει να γίνει, ή τουλάχιστον κάποια άποψη που να δίνει μία προοπτική εξόδου της χώρας του από την κρίση. Αυτή είναι η πραγματικότητα στη γειτονική Τουρκία.
Προφανές είναι ότι τα πράγματα για την κυβέρνηση Ερντογάν είναι πολύ δύσκολα, αφού έχει καταφέρει μέσα σε πέντε χρόνια, η κρίση στην Τουρκία να μην είναι μόνο οικονομική. Γιατί αν πράγματι ήταν μόνο οικονομική, τότε μπορούσε να αντιμετωπιστεί σχετικά εύκολα, ακόμη και με προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η κρίση στη γειτονική χώρα είναι πρώτιστα πολιτική, καθώς και κρίση που προέρχεται από την απώλεια γεωπολιτικού προσανατολισμού. Και ακόμη, η πολλαπλή κρίση προέρχεται από την άσκοπη πολυπραγμοσύνη του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου μιας χώρας, που ζει τις δικές του εξωπραγματικές επιδιώξεις, όπως π.χ. αυτή της μετατροπής σε τοπική υπερδύναμη.
Αυτό, θεωρητικά, μπορούσε να σταθεί, αλλά πρακτικά παρουσίασε δυσκολίες. Και έτσι, ενώ δεκαετίες τώρα συντήρησε τα όνειρα των ηγετικών τάξεων στην Τουρκία, στη συνέχεια μετεβλήθη σε νεφέλωμα, εξελίχθηκε σε προσπάθεια γεμάτη από λάθη, ακολούθησε μία κατάσταση προβληματική. Και η συνέχεια των λαθών ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση από το ΝΑΤΟ και τη Δύση, γενικά. Επιδεινώθηκε με την προσέγγιση με τη Ρωσία και ολοκληρώθηκε πλέον το αδιέξοδο, πολιτικό και γεωπολιτικό, αφού «στέγνωσε» την Τουρκία από πόρους, λόγω των υψηλών απαιτήσεων χρηματοδότησης του αρχικού σχεδίου, σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή και με την αγορά όπλων από τη Ρωσία, τα οποία ουδέποτε θα χρησιμοποιηθούν.
Αυτή υπήρξε η προφανής πλευρά της όλης προσπάθειας. Η άλλη πλευρά του θέματος υπήρξε η εντελώς λανθασμένη από τους ιθύνοντες Τουρκίας διαχείριση της μετατροπής δηλαδή της χώρας αυτής σε τοπική υπερδύναμη, στηριζόμενη σε αποδοχή από λαούς, οι οποίοι υπήρξαν υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις περιοχές που προαναφέραμε –και πέραν εκείνων στα Βαλκάνια. Το δε απίθανο της όλης υπόθεσης, ήταν ότι το εγχείρημα επιδιώχθηκε με αυταρχικό τρόπο και με διαβατήριο το χρήμα. Και όλα αυτά, όταν τα κράτη, με τα οποία η Τουρκία επεδίωξε την αποδοχή της ως τοπικής υπερδύναμης, δέχονταν μεν το χρήμα, αλλά το μάτι το είχαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Δύση γενικά, γιατί εκεί έβλεπαν το πολιτικό και οικονομικό τους μέλλον.
Τελικά, η γειτονική χώρα έφθασε πλέον να γίνει θύμα του ίδιου του μεγαλοϊ-δεατισμού τους, ο οποίος, εκτός των άλλων, αντί να φαντάζει ως μία γεωπολιτική εξέλιξη ισορροπητική έστω, στον δύσκολο χώρο της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, εξελίχθηκε σε μείζον πρόβλημα και για το ΝΑΤΟ και για τις ΗΠΑ και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ ο μόνος ωφελημένος δείχνει να είναι, πρόσκαιρα, ο κ. Βλ. Πούτιν της Ρωσίας, γιατί η Τουρκία δημιουργεί προβλήματα στο ΝΑΤΟ και άρα, καλή είναι η προσέγγιση, μόνο που αυτά δεν σημαίνουν, κατά τη γνώμη μας, εμπνευσμένη πολιτική για μία υπερδύναμη.
Τώρα, το εγχείρημα του τουρκικού κατεστημένου, αυτό της τοπικής υπερδύ-ναμης, έχει στην ουσία καταρρεύσει, πείθει για την επιβίωσή του, συνεχώς και λιγότερους Τούρκους πολίτες, ενώ ο πολλά υποσχόμενος παλαιότερα για την Τουρκία κ. Τ. Ερντογάν, καλείται να διαχειριστεί πολύ πιο πεζά πράγματα, όπως είναι η οικονομική δυσπραγία μιας χώρας, που πριν από 18 χρόνια, ο ίδιος άνθρωπος την είχε καταστήσει πράγματι υπολογίσιμη οικονομική δύναμη, μέλος της ομάδας κρατών G20.
Και μία τελευταία επισήμανση: Ιστορικά, όσες χώρες εξελίχθηκαν, πράγματι, σε τοπικές δυνάμεις, το κατόρθωσαν πάντοτε με βάση δύο προϋποθέσεις. Η μία ήταν η στιβαρή οικονομία και η άλλη ήταν η αποφυγή της σύγκρουσης και της εχθρότητας, όσο γινόταν, με τους γείτονες, κοντινούς και πιο μακρινούς. Και προ παντός, με την επιδίωξη εξισορροπητικών σχέσεων με τις κατά καιρούς Μεγάλες Δυνάμεις του πλανήτη.



