Στις σημερινές συνθήκες πληθωρισμού των πληροφοριών και των γνώσεων, οι εχθροί των ανοικτών κοινωνιών έχουν καταφέρει να αχρηστεύσουν τους μηχανισμούς απόκτησης κριτικού πνεύματος.
Του ΑΥΑΝΑΣΙΟΥ Χ. ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ
«… Παρ’ όλα αυτά», τονίζει ο Ζεράρ Μπονέρ, «… πολλά συμπτώματα μας δείχνουν ότι στις κοινωνίες μας κερδίζει έδαφος μία νέα μορφή σκοταδισμού, η οποία μας απομακρύνει από τη μεθοδική σκέψη και τον ορθολογισμό. Ο σκοταδισμός αυτός έχει ως κύριο εργαλείο του την ιδεολογία του φόβου, μέσω της οποίας εξουδετερώνει την κριτική αναζήτηση και τις αμφιβολίες που αυτή η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει. Αρκεί να αναφέρω ότι το 2000, μόνο το 9% των Γάλλων φοβόταν τα εμβόλια. Σήμερα, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 40% και είναι το αποτέλεσμα απίστευτων αντιεπιστημονικών “πληροφοριών”, οι οποίες στηρίζονται σε θεωρίες συνωμοσίας και βεβαίως απέχουν έτη φωτός από την αλήθεια…».
Ακόμα χειρότερα, σε μια Γαλλία όπου 6 Γάλλοι στους 10 αγνοούν τα πάντα για το συνταξιοδοτικό τους σύστημα, οι μισοί από αυτούς στηρίζουν μια συντεχνιακή απεργία των προνομιούχων, οι οποίοι με φούμαρα κλέβουν τις συντάξεις των παιδιών τους!
Μία άλλη γελοία εκδοχή της πραγματικότητας που ευρύτατα κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο είναι αυτή που λέει ότι τα μποτιλιαρίσματα στις μεγάλες πόλεις τα προκαλούν «πράκτορες των πρατηριούχων και εταιρειών υγρών καυσίμων, που θέλουν να αυξήσουν τις πωλήσεις τους».
Υπό παρόμοιες συνθήκες, οι «πωλητές φόβου και ανορθολογισμού» έχουν μπροστά τους πεδίον δόξης λαμπρόν, το οποίο αξιοποιούν από πολιτικής πλευράς όσο καλύτερα μπορούν. Στις χώρες, λοιπόν, όπου ένα μέρος του πληθυσμού τους αρνείται να υποστεί τον μόχθο και την αμφιβολία της πνευματικής εργασίας και απεχθάνεται την αγωνία της ανάληψης ευθυνών, για τους καιροσκόπους και τους πλαστογράφους των ιδεών η εξαπάτηση γίνεται υπόθεση πανεύκολη -αλλά και δραματικά επικίνδυνη.
Στο πλαίσιο αυτής της άτυπης «γνωστικής δικτατορίας», όπως πρόσφατα τονίστηκε σε μία ενδιαφέρουσα από κάθε πλευρά παρουσίαση-ανάλυση του βρετανικού περιοδικού Economist για την αποκαλούμενη «κοινωνία της μετα-αλήθειας» (post-truth society), τα κοινωνικά δίκτυα οδηγούν στη διαίρεση χρηστών σε ομοιογενή υποσύνολα, που επικοινωνούν μόνο μεταξύ τους και των οποίων πνευματική τροφή είναι το ψεύδος, το μίσος, η συκοφαντία.
Σε αυτές τις σχεδόν στεγανές και πολιτικά μονόχρωμες κοινότητες αναπτύσσεται η επικοινωνία μόνο μεταξύ ομοίων -και βέβαια, κυριαρχούν αδίστακτοι, θρασείς και επιθετικοί πολιτικοί τύπου Ντ. Τραμπ στις ΗΠΑ, Μπέπε Γκρίλο στην Ιταλία, Π. Πολάκη στην Ελλάδα, Ν. Φάρατζ στο Ηνωμένο Βασίλειο, Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των πολιτικών είναι η ακατάσχετη ψευδολογία, η καλλιέργεια του μίσους και η κατασυκοφάντηση των αντιπάλων. Σε συγκεκριμένες δε περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα οι πολιτικές λιτότητας, δεν έχουν τίποτε απολύτως να προτείνουν ως λύση, παρά μόνον τη στοχοποίηση «εχθρών».
Με τον τρόπο αυτόν, η «γνωστική δικτατορία» προκαλεί ισχυρά φαινόμενα διανοητικής αναπηρίας, με αποτέλεσμα την παραίτηση μπροστά στις δυσκολίες που αντιπροσωπεύει η αναζήτηση της αλήθειας.
Σταδιακά, λοιπόν, το άτομο υποτάσσεται στην ιδεολογία του φόβου, καταλαμβάνεται από σκοτεινές σκέψεις που μπλοκάρουν τα συναισθήματα και τελικά οδηγείται σε κατάθλιψη. Μέσα σε αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον, οι ανεύθυνοι λαϊκιστές γίνονται κήρυκες ελπίδας, με την τελευταία να εκφράζεται από την παρακμή.
Ακολουθεί έτσι η προσφυγή στα φαντάσματα και ανοίγει ο δρόμος για το τέλος της δημοκρατίας. Τέλος της δημοκρατίας που σήμερα είναι και βασική επιδίωξη του ισλαμισμού και του φαιοκόκκινου ολοκληρωτισμού.


